Ο επιχειρηματικός πόλεμος γύρω από τις άδειες μοιάζει πλέον με πόλεμο στο εσωτερικό της Μαφίας

epa000241536 Technical staff prepares the International Broadcasting Center (IBC) Control Room equipment on Thursday 29 July 2004. The IBC, located near at the OAKA main sports center, will host all official television coverage crews for the Athens 2004 Olympic Games, which are set to begin on August 13 and last until the 29 August 2004.  EPA/ALEXANDROS BELTES

Του Θάνου Χατζόπουλου

Τελικά η πραγματική πλοκή του σήριαλ των τηλεοπτικών αδειών ξεπέρασε κατά πολύ και την πιο τολμηρή φαντασία των σεναριογράφων της «Δυναστείας». Ο πόλεμος για την κυριαρχία στα ΜΜΕ αποδεικνύεται όχι μόνο σκληρός και ανηλεής αλλά εξόχως βρώμικος. Επιχειρηματίας που ποντάρισε τα ρέστα του στη δημοπρασία έφυγε τη μια μέρα νικητής και εξαφανίστηκε την επόμενη (Καλογρίτσας). Ένας άλλος που δήλωσε δημοσίως πως παρέσυρε ηθελημένα τους ανταγωνιστές του να ανεβάσουν το τίμημα βρέθηκε ξαφνικά με την άδεια στα χέρια (Σαββίδης). Οι δύο που αποκλείστηκαν (Βαρδινογιάννης και Κοντομηνάς) έγιναν πολύφερνες νύφες για τους νεοφερμένους που πήραν μεν άδεια αλλά δεν έχουν ούτε προσωπικό, ούτε υποδομές για να στήσουν ένα κανάλι που θα διεκδικήσει εγκαίρως μερίδιο της διαφημιστικής πίτας και της (υπόγειας) πολιτικής επιρροής. Όλοι τους νικητές και χαμένοι καρφώνουν τους υπόλοιπους για σκοτεινά σημεία στο πόθεν έσχες που υπέβαλλαν και εγκρίθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, λες και γινόταν έλεγχος στον τζίρο και τα κεφάλαια συνοικιακού ψιλικατζίδικου.
Η κυβέρνηση, όταν κόπασαν οι πανηγυρισμοί για τα εκατομμύρια που θα μπουν στο δημόσιο ταμείο συνειδητοποίησε πως αυτοί που άνοιξαν τα πορτοφόλια τους δεν το έκαναν με το αζημίωτο και άρχισαν αμέσως να ζητούν ανταλλάγματα. Στις ξεχωριστές συναντήσεις που είχαν με τον αρμόδιο υπουργό ζήτησαν να κλείσουν το γρηγορότερο οι μη αδειοδοτηθέντες σταθμοί, ώστε να μπορούν πιο εύκολα και αποτελεσματικά να πιέσουν τους ιδιοκτήτες τους να συμμαχήσουν μαζί τους και να αφήσουν τις μαγκιές του τύπου «εμείς θα συνεχίσουμε να εκπέμπουμε έτσι κι αλλιώς».

Modus vivendi με τους αδειούχους

Έως αυτό το σημείο είχε καλύψει τις εξελίξεις με την αρθρογραφία της η Εποχή μέσω του υπογράφοντος. Κάνοντας έναν απολογισμό, επισημαίναμε πριν μερικές εβδομάδες πως το αναμφισβήτητα θετικό γεγονός ότι η βούληση να μπει τάξη στο άναρχο τηλεοπτικό πεδίο έγινε πράξη συνοδεύτηκε από θεσμική ατολμία και πολιτική αδυναμία να αποκτήσει αυτή η παρέμβαση το χαρακτήρα μιας βαθιάς διαρθρωτικής αλλαγής έτσι όπως θα την ήθελε η δική μας Αριστερά.
Δυστυχώς τα πράγματα εξελίσσονται χειρότερα από όσο είχαμε προβλέψει και καθιστούν αυτήν την κριτική καθόλου άσκοπη μεν, τελείως ανεπίκαιρη δε.
Πρώτον, η κυβέρνηση έδειξε πως εκείνο που πρωτίστως την ενδιαφέρει είναι να βρει ένα modus vivendi με το νέο κουαρτέτο των καναλαρχών.  Συναίνεσε στο αίτημά τους να κλείσουν οι μη αδειοδοτηθέντες ανταγωνιστές υποβάλλοντας Παρασκευή βράδυ σε άσχετο νομοσχέδιο την περίφημη τροπολογία για την προθεσμία των πέντε ημερών και έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα αποσύροντάς την μερικές ώρες αργότερα. Ασυνεννοησία μεταξύ Μαξίμου και προέδρου της Βουλής, πανικός μπροστά στις αντιδράσεις που ξέσπασαν, έλλειψη προετοιμασίας ή κάτι άλλο; Οι εξηγήσεις των αρμοδίων δεν ήταν καθόλου διαφωτιστικές. Το γεγονός είναι πως η κυβέρνηση έδειξε πως στο κρίσιμο αυτό θέμα νομοθετεί ή προσπαθεί να νομοθετήσει υπό πίεση. Παρά την απόσυρση της τροπολογίας ο υπουργός Επικρατείας συνέχισε τις επαφές του (γεύματα με Μαρινάκη, Αλαφούζο και την κουστωδία τους) κίνηση που δεν εξηγείται παρά μόνο αν υπάρχουν ακόμη εκκρεμότητες που απαιτείται να λυθούν με κυβερνητική παρέμβαση. Ποιες είναι αυτές και πώς θα ρυθμιστούν, μάλλον θα το μάθουμε με την επόμενη νυχτερινή τροπολογία.

Η επιρροή των συμφερόντων

Δεύτερον, το κυβερνητικό επιτελείο, δημοσίως τουλάχιστον, δεν έδειχνε να ανησυχεί για τα δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός μάλιστα είχε προεξοφλήσει τη θετική απόφαση της Ολομέλειας. Επισήμως η στάση αυτή δεν άλλαξε όταν εκδηλώθηκε η πρώτη εμπλοκή με την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω αντιδράσεων δικαστών που συμμετέχουν στην Ολομέλεια. Η (λανθασμένη όπως αποδείχθηκε) εκτίμηση του υπογράφοντος ήταν πως η αναβολή συνιστούσε μήνυμα προς την κυβέρνηση πως τα πολιτικά ζητήματα δεν λύνονται δια της δικαστικής οδού. Οι εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας έδειξαν πως η επιρροή των κάθε είδους συμφερόντων (οικονομικών και πολιτικών) σε καίριες δομές του κράτους δεν έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Ετσι μάθαμε από τον προνομιακό αποδέκτη τέτοιου είδους πληροφοριών (τον Μάκη της «Ζούγκλας» και πρώην συνεταίρο του Θέμου) πως από το 2014 η ΕΥΠ παρακολουθούσε τις δραστηριότητες ανώτατου δικαστικού (με εντολή ποίου και με ποιο σκοπό άραγε;), πως από το 2015 ο φάκελος με όλα τα στοιχεία των υποκλοπών κυκλοφορούσε σε δημοσιογραφικά και δικαστικά γραφεία ενώ είχε φθάσει και στον υπουργό Δικαιοσύνης. Σαν ένα καλά προετοιμασμένο γαϊτανάκι, η πληροφορία αυτή αναπαράχθηκε με θετικό και αρνητικό τρόπο (πχ. Στο Βήμα της περασμένης Κυριακής). Τη Δευτέρα μπήκε στο χορό και η έκτακτη έκδοση της Αυγής που δημοσίευσε και το όνομα του δικαστικού, αφού είχε ήδη δημοσιοποιηθεί σε άλλα μέσα. Όπως διατείνεται και το Βήμα – αλλά και ο τίτλος της Αυγής – πρόθεση ήταν να καταδειχθεί πως ενόψει της εκδίκασης στο ΣτΕ διεξάγεται ένας πόλεμος με βρώμικα μέσα που μυρίζουν εκβιασμό. Έτσι όμως, η Αυγή, (οι πραγματικές στοχεύσεις του Βήματος ήταν διαφορετικές) προωθούσε, έστω μέσω αρνητικού δημοσιεύματος, τις επιδιώξεις των εκβιαστών και των «σκοτεινών» κέντρων. Για το θέμα αυτό με καλύπτει πλήρως η επιχειρηματολογία του Στρατή Μπουρνάζου σε σχετική ανάρτηση στο Rednotebook. Μοναδική διαφωνία μου το σημείο που αποδέχεται (ρωτώντας δέκα φιλοσυριζαίους φίλους του όπως γράφει) πως δεν αποκλείεται στο παιχνίδι αυτό να εμπλέκεται το Μαξίμου ή κάποιοι από το Μαξίμου. Εδώ η απώλεια αξιοπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια πολλών αριστερών γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία και αγγίζει τα όρια της συνωμοσιολογίας. Αν όντως υπάρχει εμπλοκή – στο όνομα της μάχης κατά της διαπλοκής – ιδού πεδίον δόξης λαμπρό για την ερευνητική δημοσιογραφία να την ξεσκεπάσει. Μέχρι τότε αυτοσυγκράτηση.

Η απόφαση του ΣτΕ

Τρίτον, σε μια προσπάθεια επικοινωνιακής ρελάνς από το διαφαινόμενο Βατερλό τη στιγμή που φαινόταν πως το στοίχημα είχε κερδηθεί, ο υπουργός Επικρατείας και κάποια στελέχη εμφανίστηκαν συντονισμένα στα «κανάλια της διαπλοκής» για να δώσουν στίγμα. Το οποίο όμως δεν μπορέσαμε να το εντοπίσουμε. Το μόνο που διαπιστώθηκε είναι πως η βεβαιότητα για θετική απόφαση του ΣτΕ έχει αντικατασταθεί από τη δήλωση πως «αν το δικαστήριο κρίνει το νόμο αντισυνταγματικό θα επιστρέψουμε στο καθεστώς της ανομίας». Από κει και πέρα αφήνεται να εννοηθεί πως η επίμαχη νυκτερινή τροπολογία θα κατατεθεί εκ νέου, αλλά πιθανόν με άλλη μορφή και πως η κυβέρνηση θα κάνει κάθε προσπάθεια πριν εκδοθεί η απόφαση του ΣτΕ να συγκροτηθεί το ΕΣΡ.
Στο μεταξύ όμως η απόφαση του ΣτΕ έχει γίνει αντικειμενικά βαρόμετρο για τη βιωσιμότητα της κυβέρνησης συνολικά και όχι μόνο του Ν. Παππά στο υπουργείο Επικρατείας. Η προσπάθεια να μη σπάσουμε αυγά και να μην προωθήσουμε μια πραγματική τομή γίνεται μπούμερανγκ. Ο κακώς εννοούμενος πολιτικός ρεαλισμός, η πολιτική του εφικτού, αντί να εξασφαλίζει παρ��ταση της θητείας της και μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων εγκλωβίζει την κυβέρνηση σε ξένο γήπεδο, όπου οι αντίπαλοι έχουν και αριθμητική υπεροχή και το διαιτητή με το μέρος τους.

Ο κίνδυνος

Τέταρτον, ενώ η σημαία της μάχης κατά της διαπλοκής φαίνεται να είναι ίσως η μοναδική που δεν κατέβηκε από τον ιστό, η ουσιαστικότερη μέχρι τώρα προσπάθεια να δειχθεί το μέγεθος του προβλήματος παραμένει στο ημίφως που βολεύει μόνο τους ενόχους. Αναφερόμαστε στη διαδικασία της Εξεταστικής της Βουλής για τα δάνεια στα ΜΜΕ. Δεν ήταν λίγοι που θεωρούσαν ότι η συγκρότησή της ήταν ένα ακόμη «αριστερό άλλοθι στη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ». Τώρα που φαίνεται πως κάτι μπορεί να βγει από τις εργασίες της (τουλάχιστον ό,τι πρόσφερε η Επιτροπή της Βουλής για το χρέος για παράδειγμα) αυτό δεν φαίνεται να αξιοποιείται παρά μόνον επικοινωνιακά.
Πέμπτον και τελευταίο, ο κίνδυνος δεν είναι να γυρίσει το ρολόι πίσω πριν την ψήφιση του νόμου Παππά και πριν το μπλόκο της ΝΔ στη συγκρότηση του ΕΣΡ. Αν η κυβέρνηση βγει ηττημένη από αυτή τη μάχη θα έχει ηττηθεί συνολικά και δεν θα έχει περιθώρια ελιγμών. Η ΝΔ θα πυροβολεί κατά ριπάς, οι καναλάρχες θα ζητούν τα λεφτά τους πίσω, οι Συριζαίοι θα αναζητούν ανάμεσά τους τον φταίχτη και ο κόσμος θα πειστεί ακόμη περισσότερο πως τελικά και αυτοί (εμείς) «μια από τα ίδια με τους παλιότερους είναι».
Και τώρα που τέλειωσε και το Συνέδριο δεν θα έχουμε άλλη (χαμένη) ευκαιρία για αυτοκριτική και αλλαγή πορείας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet