Οπως είχε πει και ο… Ρουσώ, οι τρεις εκφάνσεις της κρατικής εξουσίας –νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική– οφείλουν να είναι διακριτές, να μην έχουν σχέση εξάρτησης η μία από την άλλη κατά την άσκησή τους. Δυστυχώς, ο Ρουσώ δεν ήταν σύγχρονος του Πουλαντζά, ώστε να λάβει υπόψη την άποψή του ότι στο εσωτερικό των θεσμών της κρατικής εξουσίας διεξάγεται ασίγαστη ταξική πάλη, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από πολλούς και σύνθετους παράγοντες κάθε φορά.
Η πιο πάνω υπόμνηση είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να αποτιμήσουμε την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ με έναν κάπως πιο ολοκληρωμένο τρόπο, και όχι με βάση την κοινοτοπία πως πρέπει να αφεθεί το δικαστήριο να κρίνει ανεπηρέαστο. Διαφορετικά, για να εξηγήσουμε πώς 25 άνθρωποι, έμπειροι νομικοί κατά τεκμήριο, μπορεί να διχάζονται σχεδόν στα δύο και να υποστηρίζουν βάσιμα οι μεν τα ακριβώς αντίθετα από τους δε, θα έπρεπε να ζητήσουμε τη βοήθεια ψυχιάτρου και όχι νομικών ή δημοσιολόγων.
Παρά την εισαγωγή αυτή, που προδιαθέτει για μια συζήτηση περί της απόφασης του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες, πρόθεσή μας είναι να συζητήσουμε για ένα παράπλευρο και ακόμα σημαντικότερο θέμα: δηλαδή, τι τρέχει εκεί πάνω στην ΕΡΤ.

Διοίκηση με δικαστικό κλητήρα

Τα γεγονότα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Ο γενικός διευθυντής ειδήσεων και ενημέρωσης, προφανώς εξαιτίας μιας σοβαρής διαφωνίας με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΡΤ, δέχεται με δικαστικό κλητήρα την απόλυσή του με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, στην οποία μειοψήφησε μόνο πρόεδρός του. Όπως μας ενημερώνει με επιστολή του ο απολυμένος διευθυντής, ο όρος που είχε θέσει ο διευθύνων σύμβουλος, προκειμένου να δεχθεί αυτή τη θέση, ήταν «ο απόλυτος έλεγχος του διοικητικού συμβουλίου».
Όποιος, λοιπόν, οργάνωσε μ’ αυτούς τους όρους την πολυαναμενόμενη επάνοδο της ΕΡΤ μετά το μαύρο του Σαμαρά, ήταν σαν να παραδίνει τα όπλα σε μια μάχη που δεν θα έπρεπε να τελειώνει με το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου, προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου, αλλά να αρχίζει με αυτά. Δίνοντας τη δυνατότητα σε κάποιους ανθρώπους να στέλνουν με δικαστικό κλητήρα την απόλυση του γενικού διευθυντή ενημέρωσης λόγω «άρνησης συμμόρφωσης προς τις οδηγίες», αφαιρείς από την κυβέρνηση τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία ενός ευαίσθητου τομέα, όπως η ενημέρωση, υπό την υπεύθυνη διεύθυνση ενός έμπειρου και δοκιμασμένου δημοσιογράφου.
Δηλαδή, καταργείς τη δυνατότητα να εξελιχθεί προς όφελός σου, προς όφελος μιας κυβέρνησης που αναφέρεται στις λαϊκές τάξεις, η ταξική διελκυνστίνδα εντός ενός τόσο κρίσιμου δημόσιου θεσμού, όπως η ΕΡΤ. Η δυνατότητα αυτή, άλλωστε, ήταν κολοβωμένη ήδη από την επιλογή του προσώπου του διευθύνοντα συμβούλου, που θυμίζουμε ότι είχε δεχθεί έντονη, τεκμηριωμένη και επίμονη κριτική.

Από τα πρόσωπα στα πράγματα

Αλλά δεν ήταν μόνο η επιλογή προσώπων που επικρίθηκε τότε. Ο νόμος για την επαναλειτουργία της ΕΡΤ είχε επικριθεί με σοβαρή επιχειρηματολογία ως πρόχειρη και ανεπαρκής προσπάθεια να επαναλειτουργήσει το γρηγορότερο δυνατό η ΕΡΤ. Η οποία απέβη σε βάρος μιας καλά προετοιμασμένη και μελετημένη δημοκρατικής, πρωτοποριακής από άποψη δομής και λειτουργίας και σε άμεση σύνδεση με την κοινωνία, τις ανάγκες της και υπό τον έλεγχό της επανέναρξη της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Θυμόμαστε όλοι πόσο επικρίθηκε η κυβέρνηση γι’ αυτό και πόση απογοήτευση προκάλεσαν οι επιλογές της. Σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε πόσο δίκαιο είχαν όσοι διατύπωναν αντιρρήσεις και επιφυλάξεις. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί άλλη μια φορά η ΕΡΤ στο έλεος ταγματαρχών και δεινοσαύρων του κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Αν η κυβέρνηση και πρωτίστως ο αρμόδιος υπουργός αφιέρωναν τον μισό χρόνο και τη μισή ενέργεια απ’ όση χρειάστηκε για να στηθεί η επιχείρηση νόμιμης αδειοδότησης των καναλιών, στην επεξεργασία του κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου, την επιλογή των κατάλληλων προσώπων και την πολύπλευρη ενίσχυση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, θα είχαν πετύχει πολύ περισσότερα στον αγώνα για την έγκυρη πληροφόρηση, την ενημέρωση και τον προβληματισμό των πολιτών, αλλά και για την ψυχαγωγία και τον εμπλουτισμό της γνώσης τους, την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητάς τους. Δηλαδή, θα είχαν κερδίσει πολλούς πόντους σε μια μάχη με το κατεστημένο των καναλαρχών και της διαπλοκής με έναν πολύ πιο πολιτικό και αποτελεσματικό τρόπο.

Πρωτοποριακή δημόσια τηλεόραση

Και επειδή έχει περισσότερο νόημα να βγάζουμε συμπεράσματα για το μέλλον από τα παθήματά μας, ακόμα και τώρα, παρότι έχει νόημα να κερδηθεί η μάχη για τη ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου, η έκβαση του πολέμου θα κριθεί από την εξέλιξη μιας άλλης μάχης, τουλάχιστον στο πεδίο των μέσων ενημέρωσης: της μάχης για μια ΕΡΤ υπόδειγμα αδέσμευτης ενημέρωσης, βήματος έκφρασης όλων των απόψεων, ποιοτικής ψυχαγωγίας και προαγωγής της εγχώριας πολιτιστικής δημιουργίας.
Αυτό όφειλε να είναι απ’ την αρχή το κύριο καθήκον μιας κυβέρνησης της αριστεράς, που πιστεύει στους δημόσιους θεσμούς και επιδιώκει να τους θέσει στην υπηρεσία της κοινωνίας, των λαϊκών τάξεων. Γιατί μέσα σ’ αυτούς μπορεί να ασκήσει τη θεσμική επιρροή της, ώστε ο συσχετισμός δύναμης στο εσωτερικό τους να αποβεί υπέρ των συμφερόντων των πολλών και όχι των ολίγων, όπως, αντίθετα, είναι βέβαιο ότι θα συμβαίνει στα ιδιωτικά μέσα, όσο κι αν τα ρυθμίσει η κυβέρνηση βάζοντας κανόνες και εισπράττοντας το απαραίτητο τίμημα για τη χρήση των συχνοτήτων.
Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η μονοφωνία των ιδιωτικών μέσων, παρά την επίκληση εκ μέρους των ιδιοκτητών τους της ανάγκης για… πλουραλισμό, σε μια εποχή που η ποιότητα των προγραμμάτων τους και η αξιοπιστία των ενημερωτικών εκπομπών τους εκπίπτουν καταφανώς, η δημόσια ραδιοτηλεόραση μπορεί να βρει γόνιμο έδαφος, για να στεριώσει την αξιοπιστία και την υπεροχή της.
Δεν χρειάζεται να γίνει τίποτα εν βρασμώ ψυχής. Πάντως, η ουσιαστική απάντηση στις προσφυγές των καναλαρχών και στις αποφάσεις των δικαστών είναι η μεθοδική προετοιμασία μιας δημόσιας τηλεόρασης και ραδιοφωνίας, που θα γίνεται υπόδειγμα σε όσους θα ήθελαν να την ανταγωνιστούν.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet