Για το βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, «Ευρωκομμουνισμός -

Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά»

(εκδόσεις Πόλις, 2016)

 

Είναι διπλό το κίνητρο ενός αριστερού ερευνητή για τη μελέτη του ευρωκομμουνιστικού φαινομένου: α) οι λόγοι εμφάνισής του, η αλλαγή την οποία έφερε ή επιδίωξε να φέρει στην πολιτική φιλοσοφία και πράξη της αριστεράς, οι εσωτερικές αντιφάσεις, τα εσωτερικά προβλήματα αυτής της προσπάθειας και β) η εξαγωγή θεωρητικών και πολιτικών διδαγμάτων, από την αποτυχία του, για το μέλλον της αριστεράς. Και στα δυο επίπεδα η μελέτη του θα πρέπει να γίνει με τους όρους και το πνεύμα της ιστορικής διαλεκτικής της συνέχειας - ασυνέχειας. Με αυτό το πνεύμα διάβασα το βιβλίο του Γιάννη Μπαλαμπανίδη.

 

Θα μπορούσα να συμφωνήσω με το συγγραφέα ότι «μια επανεξέταση, σήμερα, του ευρωκομμουνιστικού φαινομένου μάς επιτρέπει να θέσουμε ουσιαστικά ερωτήματα, που αφορούν την Ελλάδα και μεγάλο μέρος της Ευρώπης, την ιστορική πορεία και τους μετασχηματισμούς της πέραν της σοσιαλδημοκρατίας ευρωπαϊκής αριστεράς, εντέλει την ίδια την ιστορία και πολιτική της Ευρώπης σε μια κρίσιμη συγκυρία πολλαπλών κρίσεων και αλλαγών…» (σελ. 18)

Αυτό το πολυσύνθετο θέμα δεν μπορεί, βέβαια, να είναι έργο ενός ερευνητή, αλλά μιας διεπιστημονικής ομάδας, που θα είχε τη χρονική και την οικονομική ευχέρεια να το επιχειρήσει αυτό, ή καλύτερα, θα μπορούσε να είναι έργο ενός ερευνητικού κέντρου. Ένας (μοναχικός) ερευνητής του θέματος το μόνο πράμα που θα μπορούσε να κάνει είναι να θέσει, επιστημονικά τεκμηριωμένα, το θέμα προς μελέτη και να αρθρώσει, επίσης επιστημονικά τεκμηριωμένα, τη μέθοδο της μελέτης του. Αυτός ο ένας ερευνητής θα πρέπει να έχει, οπωσδήποτε, σοβαρή φιλοσοφική παιδεία, καθώς και θεμελιωμένη (και με το έργο του) διαλεκτική αντίληψη για το κοινωνικο-ιστορικό γίγνεσθαι, με αντίστοιχη πολιτική φιλοσοφική αντίληψη.

Η οπτική προσέγγισης του θέματος μπορεί να καθορίσει ή «έστω» να επηρεάσει ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσπάθειας, ως προς τη διατύπωση της πρότασής για την ιστορική στρατηγική επιλογή της αριστεράς και ως προς την πρόταση για το είδος, το σκοπό και τους τρόπους ουσιαστικής παρέμβασής της στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρώπης. Η οπτική προσέγγισης του Μπαλαμπανίδη είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως η «παραδειγματική περίπτωση» ενός ευρωκομμουνιστικού κόμματος, με προγονική καταβολή το ΚΚΕ εσωτερικού, και μέθοδός του η συγκριτική πολιτική ανάλυση των τεσσάρων ευρωκομμουνιστικών κομμάτων -του Ιταλικού, του Ισπανικού, του Γαλλικού και του ΚΚΕ Εσωτερικού (σελ. 19).

Ο συγγραφέας φαίνεται να αποδέχεται την περιρρέουσα άποψη ότι το ΚΚΕ Εσωτ. αποτελεί τον πρόγονο του ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό, μάλλον, δεν αισθάνεται την ανάγκη ερευνητικής στήριξης αυτού του ισχυρισμού. Την εκλαμβάνει ως βεβαιότητα την οποία και διαχειρίζεται ως μέρος της υπόθεσης εργασίας του. Όμως, μπορεί μια επιστημονική υπόθεση εργασίας να είναι ερευνητικά ατεκμηρίωτη;

Ο Μπαλαμπανίδης υποστηρίζει, λοιπόν, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί συνέχεια του ΚΚΕ Εσωτ. Ακόμα κι αν δεχόμασταν αυτή τη θέση θα πρόβαλε το κρίσιμο ερώτημα. Ποιανής τάσης του ΚΚΕ Εσωτ. αποτελεί τη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ, του Λεωνίδα Κύρκου ή του Μπάμπη Δρακόπουλου και του Γιάννη Μπανιά; Και θα πρέπει να πω ότι μετά το θάνατο του Γιάννη Μπανιά είναι σαφής η ολοκληρωτική (τώρα πλέον) ολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ στις θέσεις της τάσης της «μετεξέλιξης» (δηλαδή της μη κομμουνιστικής αριστεράς), με ισχυρή, ισχυρότατη, την επίδραση της σοσιαλδημοκρατικής τάσης για τη μετατροπή του σε αριστερά εντός του συστήματος, που η έγνοιά της είναι η «αριστερή» διαχείριση των υποθέσεων του συστήματος –με βάση τη λογική και τους κανόνες λειτουργίας του! Έτσι ερμηνεύεται και εφαρμόζεται στην πράξη η «πρωτότυπη πολιτική συνθεση» του ευρωκομμουνισμού: «κόμμα αγώνα - κόμμα διακυβέρνησης» (σελ. 47), με το πρώτο σκέλος της πρότασης καίρια υποβαθμισμένο. Και είναι αυταπάτη να πιστείει κανείς ότι μια «αποκομουνιστικοποιημένη», δηλαδή αποϊδεολογηκομένη αριστερά μπορεί να εξελιχθεί σε «σφιχτό κόμμα», όπως θέλουν να πιστεύουν κάποιοι, μετά το πρόσφατο (δεύτερο) συνέδριο του κόμματος.

Ο Μπαλαμπανίδης λέει ότι «η παρούσα μελέτη δεν εξαντλεί το σύνολο του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, αφορά τέσσερις περιπτώσεις κομμουνιστικών κομμάτων» (του Ιταλικού, του Γαλλικού, του Ισπανικού και ΚΚΕ Εσωτ., σελ.. 20). Ο Μπαλαμπανίδης αντιμετωπίζει το ΚΚΕ Εσωτ. ως ξεχωριστό, αυτόνομο κομμουνιστικό κόμμα. Όμως, η αλήθεια είναι ότι το ΚΚΕ Εσωτ. δεν είχε σκοπό να εξελιχθεί σε ξεχωριστό ΚΚ, παράλληλα ή πέραν του ΚΚΕ. Οι διαφωνούντες στη 12η, ευρεία ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1968), που προχώρησαν (μαζί με όλους τους άλλους κομμουνιστές στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της χώρας) στη συγκρότηση του ΚΚΕ Εσωτ. στόχευαν στην ανανέωση του ΚΚΕ και όχι στη δημιουργία ενός άλλου ΚΚΕ. Το πρώτο συνέδριο το αντιλαμβάνονταν και το όριζαν ως το 9ο συνέδριο του ΚΚΕ, το ίδιο και το δευτέρο (10ο). Το ΚΚΕ Εσωτ. τιμούσε τις επετείους του ΚΚΕ όπως και το δογματικό ΚΚΕ, με την ίδια ή και τη μεγαλύτερη σοβαρότητα ως συνεχιστή της ιστορίας του στις νέες συνθήκες. Όλοι εμείς πιστεύαμε ότι οι ιδέες της ανανέωσης θα περνούσαν σε όλο το χώρο της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς -και στο (δογματικό) ΚΚΕ. Αυτό θα σήμαινε τη δικαίωση όλης αυτής της προσπάθειας και μαζί την αποκατάσταση της ενότητας του ενός και μόνο ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος, του ΚΚΕ. Όταν, μετά την αποτυχία αυτής της προσπάθειας, επιλέχθηκε η συγκρότηση του ΚΚΕ Εσωτ. σε αυτόνομο κομμουνιστικό κόμμα, το κόμμα διασπάστηκε και διαλύθηκε. Η εξομοίωση του ΚΚΕ Εσωτ. με τα άλλα ευρωκομμουνιστικά κόμματα δεν επιτρέπει στο συγγραφέα να αναδείξει και να αναλύσει το γεγονός ότι η ανανέωση που υπόσχονταν το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα στα άλλα κόμματα δεν ήταν απόρροια διάσπασής τους, ότι δηλαδή η επικράτηση της δεξιάς τάσης στο κόμμα καθόρισε συνολικά τις περαιτέρω εξελίξεις στο κομμουνιστικό κίνημα της χώρας. Αυτό δεν συνέβηκε σε μας. Το ΚΚΕ Εσωτ. προέκυψε από τη διάσπαση του ΚΚΕ, Αυτό, όπως ήταν φυσικό, το λέει και ο συγγραφέας, όμως δεν προχωρεί στην ανάλυση του γεγονότος ότι το ΚΚΕ Εσωτ. δεν αρνήθηκε το ΚΚΕ. Θεωρούσε τον εαυτό του ως το αυθεντικό λενινιστικό κόμμα, στη μήτρα του οποίου ήταν το δημιουργικό ανανεωτικό πνεύμα του Μαρξ και του Λένιν, του μαρξισμού και του λενινισμού. Το ΚΚΕ Εσωτ. ορίζονταν ως μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα. (Βλέπε το πρόγραμμά του και το καταστατικό του).

Σε μια προσπάθεια συνολικής αποτίμησης της δουλειάς του συγγραφέα θα μπορούσα να πω ότι η μελέτη και οι εκτιμήσεις του για την εξέλιξη του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος κινείται στα όρια της «πολιτικής ανάλυσης» που εφαρμόζει τη «συγκριτική οπτική», τη «συγκριτική μέθοδο» ως «πνευματική κατάσταση» (σελ. 19 -  21). Όμως, χωρίς πνευματικό βάθος, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου!

Πάντως, η συγκριτική μελέτη του έχει ένα χρονικό βάθος το οποίο θα επέτρεπε την εξαγωγή χρήσιμων πορισμάτων ως προς τη σημασία του θεωρητικού μαρξιστικού προβληματισμού του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος για τη σημερινή σύγχρονη ευρωπαϊκή (ή και την ευρύτερη) επαναστατική αριστερά. Αυτό δεν το κάνει ο Μπαλαμπανίδης. Εστιάζει την προσοχή του στα στοιχεία και στις αντιλήψεις που ενισχύουν την άποψή του για τη σύγχρονη «αποκομμουνιστικοποιημένη» αριστερά, ενδεικτικό παράδειγμα της οποίας είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο συγγραφέας λέει ότι μένει στην ιστορική συγκριτική ανάλυση (: διαφορές και ομοιότητες των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων),από το φόβο της «ουσιοκρατίας» (σελ. 22). Το λέει αυτό χωρίς να τεκμηριώνει την άποψή του. Ο απαιτητικός αναγνώστης θα περίμενε να το επιχειρήσει αυτό, πολύ περισσότερο που ο όρος αυτός μας παραπέμπει στο Χέγκελ, με τις ειδικές αναλύσεις του για τη σχέση ουσίας και φαινομένου.

Ο συγγραφέας λέει ότι «ένα κόμμα είναι πολλά πράγματα μαζί και ταυτοχρόνως. Είναι οι άνθρωποι που το συναποτελούν και οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνεται, η ελίτ, οι αγωνιστές και οι ψηφοφόροι, η δομή και η κοινωνιολογική του βάση, είναι μια ρητορική και μια ιδεολογία, μια πρακτική και μια ιστορία. Είναι οι σχέσεις εξουσίας και αντίστασης, αλλά και η επιδίωξη ένταξης σε σχέσεις εξουσίας ή/ και αντίστασης.» Και διερωτάται: «Τι από όλα αυτά προκρίνεται εδώ;» Και εξηγεί: «Το βασικό "υλικό" της ανάλυσης θα είναι η στρατηγική και η ιδεολογία που αυτά (τα κόμματα του ευρωκομμουνισμού Θ.Β.) διαμορφώνουν, ο λόγος που εκφέρουν…» (σελ. 24). Όμως, τα όρια της «πολιτικής ανάλυσης» στα οποία επέλεξε ο συγγραφέας να κινηθεί (με τη στενή έννοια του όρου «πολιτική ανάλυση», δηλαδή όχι ως οργανικού μέρους της πολιτικής φιλοσοφίας Θ.Β.) καθιστούσαν, εξ ορισμού, αδύνατο να ανταποκριθεί ο συγγραφέας σ’ αυτό το φάσμα των στοιχείων που συγκροτούν ένα τέτοιο κόμμα.

Αυτό που μπόρεσε να κάνει ήταν να παράσχει μια βιβλιογραφικά εμπεριστατωμένη εικόνα του περιεχομένου της στρατηγικής του ευρωκομμουνισμού και μιαν ανάλογη εικόνα για την ιδεολογία αυτών των κομμάτων -με τις αποχρώσεις και τις αποκλίσεις τους. Το κάνει αυτό με σκοπό τη στήριξη της πεποίθησής του, μάλλον της πίστης του, ότι η σημερινή ευρωπαϊκή ριζοσπαστική αριστερά, με το ΣΥΡΙΖΑ ως «παραδειγματική περίπτωσή» της, αποτελεί τη συνέχεια του ευρωκομμουνισμού. Η πρόνοιά του να τεκμηριώσει (πάση θυσία!) αυτή τη θέση μειώνει καίρια το εύρος και την αξία της ερευνητικής - επιστημονικής του προσπάθειας, πολύ περισσότερο μειώνει ή και καταργεί την αξία των αναφορών του στον πλούσιο προβληματισμό του ερωκομμουνιστικού ρεύματος, αλλά και των κενών και ελλείψεων αυτού του προβληματισμού.

Ο Μπαλαμπανίδης, ενώ γνωρίζει το θεωρητικό έργο των εκπροσώπων του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος (αυτό προκύπτει από τη βιβλιογραφία την οποία παραθέτει), δεν την αξιοποιεί. Αναφέρεται σ’ αυτή μόνο στο βαθμό που αυτό του χρειάζεται για να τεκμηριώσει τη δική του εικόνα της ιδεολογικής ταυτότητας των κομμάτων του ευρωκομμουνισμού, υποβαθμίζοντας ή και αγνοώντας παντελώς το μαρξιστικό προβληματισμό, που στόχευε στην ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό είναι περίεργο αν λάβει κανείς υπόψη την «τελευταία μεθοδολογική παρατήρησή» του: «Σε ό,τι ακολουθεί, έχω επιλέξει να προσεγγίσω το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα ως μια καθοριστική από πολλές απόψεις «στιγμή» στη μακρά πορεία του κομμουνιστικού αριστερού κινήματος του 20ού αιώνα και μέχρι σήμερα. Ως μια δυνατότητα, που κάποτε εμφανίστηκε ανάμεσα σε άλλες, ένα στοίχημα που παίχτηκε, με τρόπο συχνά ευφυή και επινοητικό, αλλά εντέλει χάθηκε, ως μια ήττα που φωτίζει όμως όψεις της μακράς ιστορίας της Αριστεράς, στη σκοτεινή μας ήπειρο». Με αυτή την τοποθέτησή του ο συγγραφέας αφήνει την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει την ήττα του ευρωκομμουνισμού ρεύματος μέσα από τη σκοπιά της διαλεκτικής της ιστορικής πορείας και της προοπτικής του κομμουνιστικού κινήματος. Η παρακάτω θέση του ενισχύει, αλλά συγχρόνως αμβλύνει αυτή την εντύπωση, κάνοντας λόγο για την «πορεία της ευρωπαϊκής αριστεράς, στο σύνολό της». Μιλώντας για τη σημασία μιας τέτοιας προσέγγισης γράφει: «Συνοψίζοντας, μια τέτοια οπτική γωνία, πολιτικής ανάλυσης ποντισμένης στην ιστορία, σημαίνει, παραφράζοντας το Γκράμσι, ότι η μελέτη του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος είναι ένας τρόπος να εξετάσουμε, από μια ορισμένη σκοπιά, την πορεία της ευρωπαϊκής αριστεράς στο σύνολό της. Και ακόμη περισσότερο την ιστορία και διαμόρφωση της Ευρώπης σε μια ορισμένη εποχή» (σελ. 25 - 26).

Το εύρος των θεμάτων που περιλαμβάνει αυτή η «σκοπιά» είναι μεγάλο και δεν είναι στην πρόθεσή μου, σ’ αυτό εδώ το σημείωμα, να το καλύψω, ούτε καν να το κατονομάσω με την αναγκαία ανάλυση.

Ο Μπαλαμπανίδης προβαίνει σε μια συνολική αποτίμηση της κίνησης του ευρωκομμουνισμού, που θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω ως μια αξιοπρόσεχτη προσπάθεια αν δεν υποσκάπτονταν από τη θέση του ότι στη Σοβιετική Ένωση υλοποιήθηκε το κομμουνιστικό σχέδιο του Μαρξ! Αξίζει νομίζω να παραθέσω ολόκληρο το σχετικό κείμενο. Ο ευρωκομμουνισμός, λέει ο συγγραφέας, ήταν ένα «εγχείρημα "επαναπατρισμού" του κομμουνιστικού σχεδίου, το οποίο αφού γεννήθηκε στην Ευρώπη, υλοποιήθηκε στην ΕΣΣΔ, κι έπειτα ενέπνευσε εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, κάνοντας έναν κύκλο ως μορφή περιφερειακής εθνικής και κρατικής συγκρότησης, επιχειρούνταν τώρα να προσαρμοστεί στις συνθήκες της Δύσης και ως απάντηση στην κρίση της. Εγχείρημα, τέλος, που ανανέωνε διπλά την ιστορική κομμουνιστική ταυτότητα: από τη μία αντλούσε δυναμική από τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της εποχής, και, από την άλλη, προσχωρούσε στο πεδίο της προγραμματικής μετριοπάθειας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της διαπραγμάτευσης. Ο ευρωκομμουνισμός ύφαινε μια πρωτότυπη πολιτική σύνθεση: «κόμμα αγώνα - κόμμα διακυβέρνησης» (σελ. 47).

Παραβλέπω εδώ το κρίσιμο γεγονός ότι ο Μαρξ δεν είχε επεξεργαστεί κανένα κομμουνιστικό σχέδιο, επομένως δεν μπορούσε να υπάρξει μια συγκροτημένη προσπάθεια από το ΚΚΣΕ για την υλοποίηση αυτού του (ανύπαρκτου) κομμουνιστικού σχεδίου. Υπήρξε ένα σχέδιο του ΚΚΣΕ οικοδόμησης του σοσιαλισμού με κάποια βασικά στοιχεία της μαρξικής πρότασης για τον κομμουνισμό, χωρίς την κυρίαρχη ιδέα του για μια κοινωνία χειραφέτησης του ανθρώπου, που το σταλινικό σύστημα σήμαινε την άρνησή του. Το σταλινικό σύστημα δεν ήταν και δεν μπορεί να οριστεί ως προσαρμογή της μαρξικής θεωρητικής κομμουνιστικής πρότασης στη Ρωσία.

Δεν μπορεί να είναι έργο αυτού του σημειώματος η αναλυτική κριτική αυτής της άποψης. Το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο της διδακτορικής μου ακαδημαϊκής διατριβής (το 1971) και στη συνέχεια βιβλίων μου και άρθρων μου. Εδώ περιορίζομαι στο σχολιασμό της ατεκμηρίωτης θέσης ότι στη Σ.Ε. υλοποιήθηκε το κομμουνιστικό σχέδιο του Μαρξ, με το ερώτημα πως αυτή η θέση λειτουργεί στο βιβλίο του Μπαλαμπανίδη. Και πάλι δεν είναι δυνατό σ’ αυτό το σημείωμα να προχωρήσω σε μια αναλυτική απάντηση σ’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα. Περιορίζομαι στη διαπίστωση ότι αυτή η θέση επιτρέπει στο συγγραφεέα να αιτιολογήσει την αποκομμουνιστικοποίηση της ευρωπαϊκης αριστεράς. Επιτρέπει να εκληφθεί η αποκομμουνιστικοποίησή της ως η λογική προέκταση της απόρριψης του σοβιετικού προτύπου και μαζί απόρριψης του λενινισμού που θεωρείται ότι ο Στάλιν ήταν πιστός εφαρμοστής των ιδεών του. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Μπαλαμπανιδης αναφερόμενος στη Σ.Έ. χρησιμοποιεί τον όρο «κομμουνιστικός κόσμος», ενώ μιλώντας για την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, μιλά για την «κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου» (σελ. 26) σε μια αντίληψη που υπονοεί την κατάρρευση της ιδέας του κομμουνισμού!

Από μια πρώτη ανάγνωση είναι σωστή η επισήμανση του συγγραφέα ότι «ο ευρωκομμουνισμός αναπτύχθηκε στο έδαφος μιας βαθιάς κρίσης του κομμουνισμού», «αμφισβήτησης του σοβιετικού μοντέλου» (σελ. 28). Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αμφισβητήθηκε το σταλινικό «σοβιετικό» μοντέλο και όχι το σοβιετικό μοντέλο σοσιαλισμού του Λένιν. Πάντως, είναι ακριβής η εικόνα που δίνει ο Μπαλαμπανίδης για τις συνθήκες στον ευρύτερο χώρο του καπιταλισμού, με την εμφάνιση, όπως σωστά λέει, ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου της Αριστεράς, (σελ. 26 - 48) Σωστή είναι η διαπίστωσή του ότι στις συνθήκες αυτές «η συγκυριακη Αριστερά είναι αποδιαρθρωμένη, έχει χάσει τα σημεία αναφοράς της» (σελ. 43 - 44). Ωστόσο είναι γεγονός ότι όσοι υποστήριξαν την κίνηση Παρτσαλίδη, Δημητρίου, Ζωγράφου και προχώρησαν στη σύσταση του το ΚΚΕ Εσωτ. δεν αμφισβήτησαν τα καθιερωμένα, θα μπορούσα να πω, σημεία αναφοράς της, το λενινισμό. Αντίθετα επιδίωξαν την αποκατάσταση των αρχών και του γνήσιου πνεύματος του λενινισμού στο κόμμα, ενώ σε μια επόμενη φάση μίλησαν για δημιουργικό μαρξισμό (Μπάμπης Δρακόπουλος).

Στην περίπτωσή του ΚΚΕ Εσωτ. δεν μπορούμε να μιλούμε για ιδεολογική αποδιάρθρωση, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι κομμουνιστές οι οποίοι προχώρησαν στη δημιουργία του ΚΚΕ Εσωτ. είχαν χάσει τα σημεία αναφοράς. Το ΚΚΕ Εσωτ. ορίζονταν, όπως είπα, ως μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα. Εξάλλου, μιλώντας γενικά για την αριστερά στη χώρα μας δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι όλες οι πλευρές και αποχρώσεις της είχαν χάσει τα ιδεολογικά σημεία αναφοράς τους: τροτσκιστές, διάφορες μικρές λενινιστικές ομάδες, και βέβαια το ΚΚΕ.

Ο Μπαλαμπανίδης χρησιμοποιεί τον όρο «αριστερά» χωρίς να ορίζει το περιεχόμενο και τις οργανωτικές και πολιτικο-ιδεολογικές της εκφράσεις. Δυστυχώς, σε σοβαρά κρίσιμα θέματα ο Μπαλαμπανίδης δουλεύει με το αυτονόητο! Έτσι, αναφερόμενος στο λενινισμό γράφει: «Ο λενινισμός, σύμφωνα με μια πετυχημένη διατύπωση, είναι η ρωσική εκδοχή του ιακωβινισμού: Καταστατικό του κείμενο το βιβλίο του Ν. Τσερνισέφσκι Τι να κάνουμε; (1863) και φυσικά το ομώνυμο βιβλίο του Λένιν» (σελ. 61 - 62). Για όποιον σέβεται την ιστορία αυτός ο αφορισμός συνιστά την προσβολή της. Αυτό μόνο έχω να πω σημειώνοντας ότι αυτός ο αφορισμός δεν αξίζει το σχολιασμό μου. Αν το έκανα αυτό θα ήταν σαν να έδινα κάποιο κύρος στον κτήτορα αυτού του ευρήματος. Ωστόσο, θεωρώ αναγκαίο να πω ότι, αυτή η άποψη καθιστά αδύνατη την εκτίμηση του έργου του Λένιν που και σήμερα έχει να μας πει κάτι πολύ σημαντικό. Π.χ. η θεωρία του αδύνατου κρίκου, το συμμετοχικό δημοκρατικό πνεύμα που διέπει την πρότασή του για το σοβιετικό σύστημα, η ιδέα της ανακλητότητας των βουλευτών, το πνεύμα και η πρακτική του δημιουργικού διαλόγου στο επίπεδο της ηγεσίας του κόμματος, αλλά και σημαντικές πλευρές του συνολικού θεωρητικού έργου του.

Τα κεφάλαια 1.1,1.2, 1.3, και 1.4, αναφέρονται στη γενικότερη κατάσταση στην Ευρώπη και στον κόσμο και στην κατάσταση του κομμουνιστικού χώρου, καθώς και στις επιλογές και ενέργειες των πρωταγωνιστών του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος - κινήματος που καθιστούσαν αναγκαία τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για την επεξεργασία μιας άλλης στρατηγικής για το κομμουνιστικό κίνημα. Εδώ θα μπορούσε ο συγγραφέας να προχωρήσει σε αναλύσεις βάθους. Στο κεφάλαιο 2, ο συγγραφέας διατυπώνει κρίσιμα ερωτήματα για τη μετάβαση από το σταλινισμό στον ευρωκομμουνισμό, γενικότερα για τη μετάβαση σε μια άλλη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος στο χώρο της Ευρώπης. Όμως, δεν προχωρεί στην αναλυτική διαπραγμάτευση αυτής της διαδικασίας, που κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της διαλεκτικής της συνέχειας - ασυνέχειας, ως προς την επαναστατική θεωρία του μαρξισμού και του λενινισμού ή ακόμα και ως προς τη συνολική εμπειρία του σοσιαλιστικού ιστορικού εγχειρήματος ή ακόμα και ως προς το κόμμα νέου τύπου του Λένιν. Η επιλογή της ασυνέχειας, σε μια αντίληψη απόρριψης της συνέχειας, καθιστά αδύνατη την κατανόηση και το βάθος της (αρχικής) προσπάθειας του ευρωκομμουνιστικού ρέυματος, αλλά και την αποτίμηση των σταδίων που το παρακολούθησαν, με το απόλυτα αρνητικό αποτέλεσμα αυτής της νοητικής διαδικασίας, την αποκομμουνιστικοποίηση αυτών των κομμάτων, που, βέβαια, οδήγησε στη διάλυσή τους (Ιταλικό ΚΚ).

Σε ό,τι μας αφορά (εννοώ το ΚΚΕ Εσωτ.) αυτή η νοητική διαδικασία (δεν χρησιμοποιώ τον όρο προβληματισμός) συνοδεύτηκε και με την (θεωρητικά και πολιτικά εντελώς αστήριχτη) προσπάθεια ανάπτυξης μιας σύγχρονης μη κομμουνιστικής ριζοσπαστικής (όπως πίστεψαν) αριστεράς! Στο ΚΚΕ Εσωτ. μετά το 1982 επικράτησε σταδιακά η άποψη ότι μια «αποκομμουνιστικοποιημένη», από- μαρξιστικοποιημένη αριστερά (ο Μαρξ ήταν κομμουνιστής, στόχευε για τον κομμουνισμό και πάλευε για τον κομμουνισμό!) μπορεί να εκφράσει τις ιστορικές κοινωνικές και ανθρώπινες ανάγκες του σύγχρονου κόσμου, το πνεύμα της εποχής μας.

Εκτιμώ ότι το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Εξάλλου, θεωρώ ότι πρόκειται για μια από τις καλύτερες αναγνώσεις του γαλλικού Μάη, γενικότερα, των εξελίξεων και γεγονότων του 1968 (σελ. 106 κ.ε.) Ωστόσο, η ανάλυση για την «Άνοιξη της Πράγας», ειδικότερα η ανάλυση για τη διαδικασία που οδήγησε στην Άνοιξη της Πράγας είναι πολύ φτωχή, έως ανύπαρκτη. Όμως, από ’κεί θα μπορούσαν να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα για την εξέλιξη του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος ή ακόμα και για το εγχείρημα του Γκορμπατσόφ, τον οποίο ο συγγραφέας του βιβλίου εμφανίζει ως «καταλύτη» (σελ. 203) -ατεκμηρίωτα. Απλώς δηλώνει ότι τα μηνύματα από τη Μόσχα έδειχναν ότι μπορούσε να μεταρρυθμιστεί το σοβιετικό μοντέλο (σελ. 204). Ποια μηνύματα; Τα μηνύματα από τα δημοσιεύματα της «Πράβντα»; Και ποιανών δημοσιογράφων και αρθρογράφων τα μηνύματα; Ο Μπαλαμπανίδης ξοφλά με δύο κουβέντες για μια διαδικασία που άλλαξε τον κόσμο! Και γιατί οι ηγεσίες των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων συλλάμβαναν μόνο αυτά τα «αισιόδοξα» μηνύματα και όχι και τα απαισιόδοξα; Κι όμως, αυτά εξέφραζαν βαθύτερα την πραγματικότητα, τη ροή και τη λογική των εξελίξεων στο κόμμα και στη χώρα!

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «σημείο - κλειδί για την ανάλυση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος» ήταν το ζήτημα της εξουσίας (της αριστεράς Θ.Β.) στη «δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία». Βέβαια, γι’ αυτή τη θέση θα μπορούσε ή και θα έπρεπε να γραφεί ειδική μελέτη, όπου θα ξεκαθαρίζονταν και το καίριο ερώτημα αν είναι δυνατό η αριστερά να ασκήσει εξουσία σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας, με το κεφάλαιο να ασκεί την εξουσία όχι μόνο στην οικονομία, αλλά μέσα από πολλούς διαύλους, και στο κράτος, στο πολιτικό σύστημα και στην πολιτική γενικότερα. Μια ορισμένη ερμηνεία της θέσης του Νίκου Πουλαντζά για τη σχέση της αριστεράς με το κράτος, αποτέλεσε το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της ανυπόστατης άποψης. Λογική συνέπεια αυτής της άποψης ήταν η ιδέα αποκομμουνιστικοποίησης της αριστεράς. «Η απέκδυση της κομμουνιστικής ταυτότητας» (Κεφάλαιο 5, σελ. 194 κ.ε.) της αριστεράς σημαίνει τη μετάβαση σε μια «αριστερά» που δεν ενδιαφέρεται για τον κομμουνισμό, για την κομμουνιστική ιδεολογία και για την κομμουνιστική πολιτική, για το Λένιν, ακόμα και για το Μαρξ ως επαναστάτη θεωρητικό και πολιτικό του κομμουνισμού! Και είναι να απορεί κανείς πως ύστερα από όλα αυτά, ο συγγραφέας μπορεί να μιλά για χαμένες ευκαιρίες ως προς τον ιστορικό στόχο της αριστεράς. Μιας αριστεράς που έχει απομακρυνθεί από τη θεωρία του Μαρξ για τη συγκρουσιακή σχέση Εργασίας και Κεφαλαίου, που αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο της επαναστατικής αριστεράς. Και είναι το λιγότερο περίεργο να μιλά κανείς, αναφερόμενος στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά, για επαναστατικές αλλαγές!

Το βιβλίο «Ευρωκομμουνισμός» του Μπαλαμπανίδη έχει ως υπότιτλο «Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά». Aπό τις αναλύσεις των κεφαλαίων 4, 5 του πρώτου μέρους του βιβλίου, αλλά και των κεφαλαίων 6, 7, 8 του δεύτερου μέρους, προκύπτει ότι η «ριζοσπαστική ευρωπαϊκή αριστερά» δεν είναι αποτέλεσμα εξέλιξης της κομμουνιστικής αριστεράς αλλά άρνησή της και μάλιστα όχι με διαλεκτικούς όρους! Η χρήση της λέξης «από» (στη), δηλαδή η χρήση του όρου μετάβαση είναι ερευνητικά αποτελεσματικός μόνο όταν λειτουργεί σύμφωνα με τη διαλεκτική και τη λογική της συνέχειας - ασυνέχειας.

Στην ιστορία δεν υπάρχει σκέτη ασυνέχεια, πολύ περισσότερο όταν μιλούμε για ένα φαινόμενο, την αριστερά ως υπερβατική ιστορική δύναμη (κατηγορία) μιας ολόκληρης εποχής που για να παραμείνει αριστερά οφείλει να σεβαστεί τη συνέχεια σε μια διαλεκτική της συνέχειας - ασυνέχειας με τη δυνατότητα ή και την ανάγκη, ανάλογα και με τις ιστορικές καταστάσεις, να ρίξει το βάρος στην ασυνέχεια, χωρίς να καταργεί το στοιχείο της συνέχειας, βέβαια. Μια τέτοια προσέγγιση του φαινόμενου του ευρωκομμουνισμού θα μπορούσε να οδηγήσει σε χρήσιμα λειτουργικά συμπεράσματα αναφορικά και με τις ιδεολογικές διεργασίες που υπήρξαν και υπάρχουν στους κόλπους του ΚΕΑ, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ -αν και στο βαθμό που υπάρχουν τέτοιες διεργασίες. Η σύγχρονη επαναστατική αριστερά δεν μπορεί να οριστεί ιστορικά με αναφορά μόνο στο σκέλος της ασυνέχειας, δογματικά. Πολύ περισσότερο που η συνέχεια αντικειμενικά προκύπτει ως αναγκαία συνιστώσα και του γεγονότος ότι ο πολιτικός και ιστορικός αντίπαλος της αριστεράς, το Κεφάλαιο, ο καπιταλισμός, στην κατάργηση του οποίου στοχεύει η αριστερά, εξακολουθεί να υπάρχει, αναπαράγοντας την συγκρουσιακή σχέση του με την Εργασία.

Ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι αυτή η επιλογή είχε να κάνει (έχει να κάνει) με την ανάδυση, όπως λέει, ενός νέου πολιτικού υποκειμένου στο οποίο θα πρέπει να απευθυνθεί η αριστερά το οποίο υπερβαίνει τη λεγόμενη «εργατίστικη αντίληψη» του κομμουνιστικού κινήματος. Και παρέχει ο συγγραφέας με μια σχετική πληρότητα -στα όρια της πολιτικής ανάλυσης- ενδεικτικούς πίνακες για τη σύνθεση του εκλογικού σώματος της ευρωπαϊκής αριστεράς. Υπολείπεται και εδώ η βαθύτερη ανάλυση του φαινομένου και η πολιτικο-ιδεολογική του αποτίμηση και αξιολόγηση.

Το κεφάλαιο με τον τίτλο «Η ανάδυση ενός μετα-υλιστικού ατόμου» θα μπορούσε να ανοίξει το ερευνητικό και διανοητικό ορίζοντα για τη συγκεκριμένη μελέτη των δεδομένων που επιτρέπουν να μιλήσουμε για το νέο υποκείμενο της επαναστατικής αλλαγής. Αυτό δεν το κάνει ο συγγραφέας. Ο στενός κορσές της «πολιτικής ανάλυσης» αυτό το καθιστά περιττό. Βέβαια, για να είναι πετυχημένο ένα τέτοιο (αναγκαίο) ερευνητικό εγχείρημα θα πρέπει ο ερευνητής να προβεί σε μια εννοιολογική αποσαφήνιση του όρου «μετα-υλιστικό άτομο». Ο Μπαλαμπανίδης δεν προχωρεί σε μια τέτοια ενέργεια. Λέει μόνο ότι η νέα γενιά του 1970, στην οποία αναφέρεται χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο, δεν ενδιαφέρεται για τα υλικά αγαθά. Ενδιαφέρεται για μια καλύτερη ποιότητα ζωής, για ένα καλό περιβάλλον, για υψηλά επίπεδα οικονομικής και πραγματικής ασφάλειας. Θα μπορούσε όμως να διερωτηθεί: είναι όλα αυτά άσχετα με την υλικότητα; Θα μπορούσε να αναρωτηθεί: τα μορφωτικά ενδιαφέροντα των νέων, είναι παντελώς άσχετα με την υλικότητα της ζωής για να μη μιλήσουμε, βέβαια, για τον καταναλωτισμό, που η υλικότητα είναι κυρίαρχο στοιχείο. Βέβαια, η χρήση το όρου μετα-υλιστικό άτομο» εντυπωσιάζει.

Ο όρος «μετα-υλιστικό υποκείμενο» χρησιμοποιείται από το συγγραφέα με σκοπό να δώσει έμφαση στην αλλαγή της σύνθεσης του εκλογικού σώματος της αριστεράς, αλλά και για να οριοθετήσει το κοινωνιολογικό χώρο στον οποίο θα πρέπει από τώρα και στο εξής να απευθύνεται η ριζοσπαστική αριστερά, που εδώ ορίζεται ως δύναμη που ενδιαφέρεται για την επανάσταση. Ο συγγραφέας προβαίνει στη βαρυσήμαντη θέση ότι «στη δεκαετία του 1970 η εργατική τάξη δεν είναι πια μια επαναστατική δύναμη» (σελ. 349). Το δηλώνει αυτό με έναν τρόπο σαν να πρόκειται για κοινωνιολογικό αυτονόητο. Γι’ αυτό και θεωρεί περιττό να αφιερώσει ειδικό υποκεφάλαιο (έστω) για να τεκμηριώσει αυτή τη θέση, προβαίνοντας στις αναγκαίες ιστορικές και θεωρητικές αναφορές στρατηγικής σημασίας αυτής της υποτιθέμενης εξέλιξης. Για τη στήριξη αυτού του ισχυρισμού, ο Μπαλαμπανίδης περιορίζεται στην παράθεση πινάκων για την κοινωνιολογική σύνθεση και για τα ποσοστά του εκλογικού σώματος των κομμάτων του ευρωκομμουνισμού. Δεν του χρειάζεται τίποτα άλλο. Τα δυνητικά όρια της πολιτικής ανάλυσης έχουν εξαντληθεί. Θα πρέπει βέβαια να πω ότι ο Μπαλαμπανίδης φαίνεται να λειτουργεί με τους όρους που χρησιμοποιούσε η κομμουνιστική αριστερά, για την εργατική τάξη της βιομηχανικής εποχής, αποκλείοντας τους εργαζόμενους του τριτογενή τομέα, γενικότερα τους εργαζόμενους που κάνουν πνευματική εργασία από τον όρο εργατική τάξη. Το κάνει αυτό ενώ μιλά με θετικούς όρους για την υπέρβαση του «εργατίστικου πνεύματος» της ριζοσπαστικής, δηλαδή της «μη κομμουνιστικής αριστεράς». Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι «απογαλακτισμένη» από την κομμουνιστική της ταυτότητα και από το μαρξισμό «η ριζοσπαστική αριστερά μοιάζει περισσότερο με έναν χαλαρό αστερισμό στον οποίο εντάσσονται διαφορετικού τύπου και εξέλιξης κόμματα, χωρίς ακριβώς να συνιστούν μια σφιχτή κομματική οικογένεια...» (σελ. 569). Και είναι σωστό ότι τέτοια μπορεί να είναι στην εποχή μας μόνο μια αριστερά που σκέφτεται και λειτουργεί με το πνεύμα του δημιουργικού μαρξισμού. Και ήταν αυτή η αντίληψη που είχε οδηγήσει το ΚΚΕ Εσωτ. στη δημιουργία του Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών (ΚΜΑΣ) που στόχευε στην ανάπτυξη του δημιουργικού μαρξισμού, στη διάδοση της μαρξιστικής παιδείας, αλλά και στην ερευνητική υποστήριξη της στρατηγικής επιλογής του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό. Με αυτή την εντολή μου είχε ανατεθεί από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος η ίδρυση του Κέντρου, στο οποίο μετά την παραίτησή μου από τη θέση του διευθυντή1 επικράτησε μια «φιλελεύθερη» αντίληψη, με λογική κατάληξη τη διάλυση του Κέντρου μαζί με τη διάλυση του κόμματος το οποίο είχε διχαστεί. Και για το λόγο αυτό η κατάργηση το ΚΚΕ Εσωτ. σήμαινε την κατάργηση της συνιστώσας του «αριστερού ευρωκομουνισμού» και την αποτυχία της αρχικής προσπάθειας για την ανανέωση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Το ΚΚΕ Εσωτ. δεν στόχευε στην αποκομμουνιστικοποίησή του, αλλά στην ανανέωση του ΚΚΕ, στην ανανέωση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Για το σκοπό αυτό θέλησε να αξιοποιήσει στοιχεία του νέου πνεύματος του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, κυρίως την ιδέα του κοινοβουλευτικού δρόμου μετάβασης στο σοσιαλισμό, καθώς και την ιδέα του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία, χωρίς να εγκαταλείπει την κομμουνιστική του ταυτότητα. Με την εμφάνιση και την επικυριαρχία στο κόμμα της «δεξιάς» τάσης, της τάσης της λεγόμενης «μετεξέλιξης», το κόμμα οδηγήθηκε στη διάσπαση και στη διάλυσή του.

Όμως, ήταν τόσο ισχυρή στο κόμμα η αντίληψη για την ανανέωση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, που ενώ η τάση της «μετεξέλιξης» είχε συγκροτηθεί σε ξεχωριστό μη κομμουνιστικό κόμμα, με την επωνυμία Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), δεν μπόρεσε να επιβιώσει. Διότι, επαναλαμβάνω, ο ευρωκομμουνισμός δεν είχε εισπραχθεί στην Ελλάδα ως τάση αποκομμουνιστικοποίησης της Αριστεράς, αλλά ως έκφραση μιας πραγματικής ανάγκης του κομμουνιστικού κινήματος για ανανέωση. Και είναι αυτό το κύριο ζητούμενο και σήμερα. Μόνο που αυτό δεν μπορεί να συνδυαστεί ή και να στοχεύσει στην κατάργηση του ΚΚΕ. Ο Λεωνίδας Κύρκος, που δρομολόγησε μια ατυχή προσπάθεια για την αποκομμουνιστικοποίηση της αριστεράς, συναίνεσε στη συγκρότηση του Ενιαίου Συνασπισμού, ύστερα από μια κατ’ ιδίαν συνάντηση με το γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, τον Χαρίλαο Φλωράκη. Και είναι επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Φλωράκης αποχώρησε από τον Ενιαίο Συνασπισμό, όταν είχε διαπιστώσει ότι «η μετατροπή του Συνασπισμού σ’ έναν πολιτικό οργανισμό σήμαινε ουσιαστικά τη διάλυση των κομμάτων που τον αποτελούσαν», δηλαδή την κατάργηση του ΚΚΕ, που για το Φλωράκη ήταν κάτι το αδιανόητο και το απαράδεκτο.2 Να ένα άλλο θέμα προς μελέτη, που θα μπορούσε να έχει τη δική του σημασία και για το μέλλον της αντικαπιταλιστικής ελληνικής επαναστατικής αριστεράς.

Ωστόσο, αν και οργανωτικά η αποκομμουνιστικοποιημένη αριστερά δεν μπόρεσε ως τώρα να στεριώσει (ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να συγκροτηθεί σε αριστερό επαναστατικό κόμμα, δηλαδή σε μια «σφιχτή αριστερά») η ιδέα της αποκομμουνιστικοποίησης μπόρεσε να επηρεάσει το ηγετικό του τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ και ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αριστερής διανόησης με αντικαπιταλιστική αντίληψη και πολιτική - ιδεολογική διάθεση, ακόμα και διανοούμενους που δηλώνουν μαρξιστές!

Ο Μπαλαμπανίδης αναφερόμενος στην ιδεολογική παρακαταθήκη του ευρωκομμουνισμού λέει ότι «η ευρωπαϊκή κομμουνιστική αριστερά προχώρησε σε ένα έργο ανανέωσης των ιδεολογικών και πολιτικών της εργαλείων»(σελ. 592). Όμως, για τι είδους ανανέωση των κομμουνιστικών ιδεολογικών και πολιτικών εργαλείων μιας αποκομμουνιστικοποιημένης αριστεράς μπορεί να γίνει λόγος;

Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι ο Μπαλαμπανίδης λέγοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι απόγονος του ΚΚΕ Εσωτ. έχει κατά νου την τάση της «μετεξέλιξης», δηλαδή την ΕΑΡ και όχι την τάση της «αναβάθμισης» που εκπροσωπούσαν ο Μπάμπης Δρακόπουλος και ο Γιάννης Μπανιάς, που μαζί με άλλους ίδρυσαν την Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά (ΑΚΟΑ) και συσπειρώθηκαν γύρω από την εφημερίδα «Η Εποχή», που και τώρα δηλώνεται ως εφημερίδα της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς («Για την κομμουνιστική ανανέωση. Για το σοσιαλισμό»).

Με βάση την παραπάνω προσέγγιση εκτιμώ ότι είναι παντελώς αβάσιμη η θέση του Μπαλαμπανίδη ότι «η ευρωκομμουνιστική "στιγμή" είναι ο ιστορικός εκείνος κόμβος που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της ευρωπαϊκής Αριστεράς», για να διευκρινίσει λέγοντας ότι «ο ευρωκομμουνισμός ιδωμένος μακροσκοπικά, στάθηκε ένα πολιτικό πρόταγμα στο οποίο συμπυκνώθηκε το πέρασμα από το επαναστατικό παρελθόν σε ένα διαφορετικό παράδειγμα αριστερής πολιτικής (η έμφαση από μένα). Και είναι αυτό ακριβώς το πρόταγμα που, παρά την ιστορική του ήττα, προσδιόρισε και συνεχίζει ως κληρονομιά να προσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό τις στρατηγικές επιλογές της μετακομουνιστικής, πλέον, ριζοσπαστικής αριστεράς στην ευρωπαϊκή ήπειρο» (σελ. 572).

Το κρίσιμο ερώτημα το οποίο προκύπτει από την ανάγνωση αυτής της θέσης είναι αν μπορεί να γίνει λόγος για μια αριστερά η οποία έχει απεκδυθεί τον επαναστατισμό της. Η απάντηση, βέβαια, δεν μπορεί να είναι παρά αρνητική: όχι! Οριζόμενη με ιστορικούς όρους, δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μη επαναστατική αριστερά. Ο ιστορικός ρόλος της αριστεράς συνίσταται στη δρομολόγηση πολιτικο-κοινωνικών διαδικασιών ανατροπής του καπιταλισμού και μετάβασης στο σοσιαλισμό - κομμουνισμό. Πολιτική στρατηγική που δεν υπερβαίνει τα δυνητικά όρια του καπιταλισμού δεν είναι αριστερή πολιτική στρατηγική. Η θέση ότι μπορεί να υπάρξει μη επαναστατική αριστερή πολιτική «πέραν της σοσιαλδημοκρατίας» (σελ. 574) είναι χωρίς πραγματικό ιστορικό αντίκρισμα. Και δεν μιλώ εδώ για την μπερνσταϊνική σοσιαλδημοκρατία, που δεν αμφισβητούσε το επαναστατισμό της αριστεράς, δεν αμφισβητούσε τον ιστορικό ρόλο της, ούτε, βέβαια, την αριστερά που πιστεύει και στοχεύει στη διαδικασία συνδυασμού των μεταρρυθμίσεων με τις διαδοχικές ρήξεις υπέρβασης του συστήματος και σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο της εφαρμογής του δημιουργικού μαρξισμού και της επαναστατικής διαλεκτικής. Θα μπορούσα να πω ότι αυτός είναι ο αριστερός ευρωκομμουνισμός.

Είναι προφανές ότι με την παραπάνω θέση του ο Μπαλαμπανίδης μηδενίζει την επαναστατική θεωρητική κληρονομιά του ευρωκομμουνισμού, που συνοψίζει ο όρος «δημιουργικός μαρξισμός», τον οποίο είχε καθιερώσει το ΚΚΕ Εσωτ. και αποτελούσε, όπως είπα, οδηγό στη δράση του Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών. Για να προσθέσω ότι πολιτικά ο δημιουργικός μαρξισμός εκφράζεται μέσα από μια επαναστατική στρατηγική που υπηρετεί τον ιστορικό ρόλο και στόχο της αριστεράς. Μόνο μέσα από αυτή την οπτική μπορεί η σύγχρονη αριστερά να αξιοποιήσει τα στοιχεία της δημοκρατικής αριστερής πολιτικής κουλτούρας την οποία είχε αναπτύξει ο ευρωκομμουνισμός (ο αριστερός ευρωκομμουνισμός), αλλά και το κριτικό του πνεύμα προς όλες τις κατευθύνσεις -και προς το παρελθόν της, σε μια διαλεκτική αντίληψη της συνέχειας- ασυνέχειας. Το «πολιτικό πρόταγμα» για το οποίο μιλά ο συγγραφέας δεν είναι πολιτικά λειτουργικό για την αριστερά. Μπορεί να είναι πολιτικά λειτουργικό σε μια φιλελεύθερη ή ακόμα και νεοφιλελεύθερη αντίληψη. Όμως αυτό οδηγεί στην αναίρεση της αριστεράς ως διακριτού πολιτικού κόμματος και στην ιδεολογική του εξαφάνιση. Γι’ αυτό είναι χωρίς νόημα η αντιμετώπιση αυτού του «προτάγματος» ως κληρονομιάς που μπορεί να προσδιορίσει τις στρατηγικές επιλογές της αριστεράς.

 

Θ. Βακαλιός

 

 

Σημειώσεις

 

  1. 1. Για τις συνθήκες και τους λόγους της παραίτησής μου βλέπε στο βιβλίο μου «Έγινα αυτός που είμαι» το κεφάλαιο «Η οδυνηρή εμπειρία του ΚΚΕ Εσωτερικού», εκδόσεις Επίκεντρο, 2010.

  2. 2. Χαρίλαος Φλωράκης, «Επαναστάτης παντός καιρού». Βλέπε ένθετο της Εφημερίδας των Συντακτών (σελ. 41 - 42), 22/10/2016.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet