Greenpeace activists demonstrate for more resistance against the Canadian European Trade Agreement (CETA) with a burning CETA sign in front of the Parliament in Hamburg. Fuer mehr Widerstand gegen das hochumstrittene kanadisch-europaeische Handelsabkommen CETA demonstrieren Greenpeace-Aktivisten am fruehen Morgen vor dem Landesparlament in Hamburg. Mit einem drei Meter großen, gluehenden CETA-Symbol und einem Banner warnen die Umweltschuetzer:„CETA ist brandgefaehrlich“.

H  Ολοκληρωμένη Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία Ε.Ε.-Καναδά (CETA), εγκρίθηκε, λοιπόν, ομόφωνα από το αρμόδιο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφού προηγουμένως κάμφθηκε, όχι χωρίς ανταλλάγματα, η αντίσταση της Βαλλονίας, της γαλλόφωνης συστατικής πολιτείας του Βελγίου. Η ελληνική κυβέρνηση, παρά την αντίθετη γνώμη του μεγαλύτερου εταίρου του κυβερνητικού συνασπισμού, συναίνεσε. Το ίδιο και η Αυστρία, παρόλο που το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο ηγείται της κυβέρνησης, είχε αντίρρηση. Επίσης συναίνεσε η Πορτογαλία, όπου οι Σοσιαλιστές κυβερνούν με ανοχή των δύο κομμάτων της Αριστεράς.
Δεν είναι βέβαια άσχετο ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία είναι κράτη με μεγάλες οικονομικές δυσκολίες -η Ελλάδα κιόλας υπό αυστηρή επιτροπεία- ενώ το Βέλγιο όχι. Κι έτσι, με όλες τις αντιρρήσεις για την CETA που έχουν αναλυθεί εκτενώς στην «Εποχή», δεν ξέρεις τι ζόρι τραβάνε κάθε φορά οι έλληνες εκπρόσωποι, τι πρέπει να λογαριάσουνε και πώς καταλήγουν να συμπεριφερθούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ακόμα και για ζητήματα άσχετα με τα μνημόνια και τις αξιολογήσεις. Δεν λέω να μην κρίνονται, αλλά χρειάζεται σύνεση.
Αυτή είναι, όμως, μόνο η μία πλευρά. Η άλλη πλευρά είναι, αν τέτοιους καταναγκασμούς τους κάνουμε θεωρία, προκειμένου να δείξουμε πως κάτι που στην πραγματικότητα κάνουμε έπειτα από, ρητό ή υπόρρητο, εκβιασμό, είναι αυτό που πρέπει να γίνει εν γένει. Ακριβώς, δηλαδή, το γνωστό: «την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι». Μιλώντας, ας πούμε, στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξης Τσίπρας απαρίθμησε διάφορες αμβλύνσεις των αρνητικών της CETA που επήλθαν στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, χωρίς όμως να την υπερασπιστεί κιόλας.

Κάνοντας τον καταναγκασμό θεωρία

Αντίθετα, ο Γιώργος Σταθάκης, σε άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών»,  με τίτλο «τρία σχόλια για την CETA και τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες» (22 Οκτωβρίου 2016), επιχειρεί να θεμελιώσει τη θετική ψήφο της ελληνικής κυβέρνησης με τον ισχυρισμό ότι τέτοιες συμφωνίες είναι αναγκαίες, επειδή «η παγκοσμιοποίηση είναι μια αναπόδραστη διαδικασία». Κατόπιν τούτου, γράφει ο υπουργός, «το βασικό δίλημμα είναι αν το διαρκώς ογκούμενο διεθνές εμπόριο και οι επενδυτικές ροές θα διέπονται από κανόνες ή θα αφεθούν χωρίς ρύθμιση». Με δεδομένο, συνεχίζει, ότι δεν επιτεύχθηκε πρόοδος με πολυμερείς διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), «ήρθαν στο προσκήνιο διμερείς συμφωνίες».
Ο λόγος, βέβαια, που δεν πρόκοψε ο ΠΟΕ είναι η αντίσταση των φτωχών κρατών εναντίον των πλουσίων. Εκεί, στον ΠΟΕ, το μπορούν, γιατί μπορούν να συνασπιστούν, ενώ στις διμερείς είναι στριμωγμένες. Άλλωστε, η CETA είναι μόνο τύποις διμερής συμφωνία: 28 κράτη εκπροσωπούνται από ένα ανεξέλεγκτο όργανο, υπάκουο στα λόμπι των πολυεθνικών, και τα κοινοβούλιά τους καλούνται εκ των υστέρων (κι αυτό έπειτα από διαμαρτυρίες και δικαστικές αποφάσεις) να επικυρώσουν μια συμφωνία που θα τη δουν για πρώτη φορά, χωρίς τη δυνατότητα να παρέμβουν στη διαμόρφωσή της –αυτή τη δυνατότητα την είχαν μόνο κατ’ ελάχιστο οι κυβερνήσεις.
Επιπλέον, γιατί «οι αρρύθμιστες ή κατά περίπτωση σχέσεις δεν αποτελούν βιώσιμη στρατηγική», όπως ισχυρίζεται ο Γιώργος Σταθάκης; Και σε προηγούμενες περιόδους παγκοσμιοποίησης (πχ μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο), αλλά και στην τρέχουσα παγκοσμιοποίηση, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις προσαρμόζονταν στην εκάστοτε νομοθεσία των κρατών στα οποία εξήγαν. Φυσικά υπάρχει διαφορά. Βολεύει τις επιχειρήσεις να έχουν ένα ενιαίο διεθνές πλαίσιο και, πιο πολύ ακόμα, τις βολεύει να προσαρμόζουν με διεθνείς συμβάσεις τις εργασιακές σχέσεις, τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές και την προστασία του καταναλωτή στα δικά τους συμφέροντα –έστω κι αν αυτό, όπως στην CETA, δεν επιτυγχάνεται στο έπακρο.

Βολική συμφωνία μόνο για το μεγάλο κεφάλαιο

Αλλά βολεύει μόνο τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και όσες επενδύουν στο εξωτερικό. Δεν βολεύει ούτε τα κράτη, ούτε τους μισθωτούς εργαζόμενους, ούτε τις μικρές επιχειρήσεις, ούτε τους καταναλωτές. Ούτε η κατάργηση των δασμών και η τόνωση του διμερούς εμπορίου θα ωφελήσει ιδιαίτερα τους καταναλωτές. Ακόμα και το συγκρίσιμο καθεστώς προστασίας της εργασίας και του περιβάλλοντος –επομένως, συμπεραίνει ο Γιώργος Σταθάκης, δεν υπάρχει κίνδυνος κοινωνικού ντάμπινγκ– δεν λέει πολλά πράγματα. Γιατί η συμφωνία θα παρεμποδίζει διαμέσου της προσφυγής επιχειρήσεων στο διαιτητικό δικαστήριο τη βελτίωση των δικαιωμάτων των μισθωτών και της προστασίας του περιβάλλοντος –ενώ στην περίπτωση επιδείνωσης δεν θα υπάρξει ενδιαφερόμενος. Από αυτή την άποψη η «νομικά δεσμευτική δήλωση» απλώς διατηρεί το υφιστάμενο κακό καθεστώς και δεν επιτρέπει τη βελτίωσή του. Ας πούμε τη διεύρυνση της έννοιας της κοινής ωφέλειας και των δημόσιων αγαθών, εφόσον σε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες.
Ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της CETA είναι η πρόσβαση ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε δημόσιες προμήθειες του κεντρικού κράτους και των πολιτειών του Καναδά, ενώ η αντίστοιχη πρόβλεψη για την πρόσβαση καναδικών επιχειρήσεων υπάρχει ήδη. Αυτό οπωσδήποτε ενδιαφέρει τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν θα έχει όμως καμία επίπτωση στην οικονομική δραστηριότητα και στην απασχόληση στην Ελλάδα, κι επομένως η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κανέναν λόγο να δεχτεί εξ αυτού τη CETA, χωρίς τουλάχιστον να απαιτήσει ανταλλάγματα (πχ την προστασία των προϊόντων της με ένδειξη προέλευσης, σαν τη φέτα), επειδή ακριβώς άλλα κράτη ωφελούνται –όπως έκανε η Βαλλονία.
Τέλος, η διαιτησία. Δεν νομίζω ότι Διεθνές Δικαστικό Σύστημα μπορεί να αντικαταστήσει αποτελεσματικά τα εθνικά δικαστήρια, ούτε βέβαια ότι οι σταθερά αμειβόμενοι και μόνιμοι δικαστές θα είναι ανεξάρτητοι –και φυσικά δεν μπορεί να είναι μέτρο σύγκρισης η προηγούμενη πρόταση για μη μόνιμο διαιτητικό θεσμό. Ακόμα πιο σοβαρό είναι ότι δικαίωμα προσφυγής θα έχουν μόνο οι επιχειρήσεις, όχι όμως τα κράτη.

Εγκατάλειψη των διεκδικήσεων από την Ελλάδα

Δύο ευρωπαϊκά κράτη, η Γερμανία (έπειτα από σχετική απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου) και η Βαλλονία (ως πολιτική οντότητα του Βασιλείου του Βελγίου) κατοχύρωσαν το δικαίωμα να καταγγείλουν μονομερώς τη CETA. Αυτό η Ελλάδα δεν το έκανε, ενώ πιθανώς θα μπορούσε αξιοποιώντας αυτό που διεκδίκησαν και πέτυχαν άλλοι.
Όπως και να ‘χει, η CETA, για να ισχύσει τελικά, θα πρέπει να επικυρωθεί από τα εθνικά κοινοβούλια. Τώρα, λοιπόν, χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ να φροντίσει ότι εκείνη την ώρα, που καλό θα είναι να μην αργήσει, να έχει διαμορφωθεί τόσο στο εσωτερικό της Ελλάδας όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, το κλίμα και οι πολιτικές συμμαχίες που θα οδηγήσουν στην απόρριψή της. Ένα κοινοβούλιο να την απορρίψει αρκεί.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet