Τι σημαίνει η συγκρότηση του ΕΣΡ

roupakiotis

Αυτές τις μέρες έφτασε στο ζενίθ η αντιπαράθεση για την απόφαση του ΣτΕ και τα επόμενα βήματα ως τη συγκρότηση του ΕΣΡ. Λεπτές νομικές έννοιες, αλλά και τοποθετήσεις άκρως πολιτικές ήρθαν στο τραπέζι σε κλίμα οξείας αντιπαράθεσης των κομμάτων γύρω από ένα κεντρικό πρόβλημα, που είναι η σχέση πολιτικών δυνάμεων – μέσων ενημέρωσης – επιχειρήσεων. Μια συζήτηση με τον Αντώνη Ρουπακιώτη για την τύχη της σθεναρής απόφασης της κυβέρνησης να καλυφθεί αυτό το θεσμικό κενό και να συγκροτηθεί το ΕΣΡ, όπως και την οξεία αντίδραση που υπήρξε από ένα μέτωπο δυνάμεων είναι πάρα πολύ διαφωτιστική, ένας πραγματικός οδηγός για να κατανοήσουμε, με βάση και τη νομική επιστήμη, το περιεχόμενο και το βάθος της σύγκρουσης. Ο Αντώνης Ρουπακιώτης, εξέχων νομικός, εξειδικευμένος στα εργατικά ζητήματα, υπήρξε, εκτός από στέλεχος της Ανανεωτικής Αριστεράς, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά και υπηρεσιακός υπουργός Εργασίας.

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ραν ο Χ. Γεωρ­γού­λας
και ο Παύ­λος Κλαυ­δια­νός

Οι δια­βου­λεύ­σεις, ά­ρα και οι με­τα­το­πί­σεις των δια­φό­ρων με­ρών, εί­ναι συ­νε­χείς πριν την αυ­ρια­νή διά­σκε­ψη των Προέ­δρων. Πού βρι­σκό­μα­στε αυ­τή τη στιγ­μή νο­μι­κά, συ­νταγ­μα­τι­κά αλ­λά και πο­λι­τι­κά;
Τα πράγ­μα­τα α­πό την αρ­χή Οι α­πο­τι­μή­σεις εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κές. Άλλοι ζη­τω­κραυ­γά­ζουν ό­τι ητ­τή­θη­κε η κυ­βέρ­νη­ση και άλ­λοι κα­λού­νται να α­ξιο­λο­γή­σουν τους καρ­πούς του δύ­σκο­λου α­γώ­να της, με σκλη­ρούς και πολ­λούς α­ντι­πά­λους, για να υ­παχ­θεί το σύ­στη­μα χο­ρή­γη­σης τη­λε­ο­πτι­κών α­δειών και λει­τουρ­γίας τη­λε­ο­πτι­κών σταθ­μών σε ό­ρους νο­μι­μό­τη­τας, κα­θώς και για την υ­πο­χρέω­ση που εί­χε η κυ­βέρ­νη­ση να υ­πε­ρα­σπι­στεί το δη­μό­σιο συμ­φέ­ρον.

Έχει γί­νει, λοι­πόν, έ­στω και δύ­σκο­λα, έ­να βή­μα πριν τη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος;
Πι­στεύω ό­τι ό­χι μό­νο έ­χει γί­νει βή­μα, αλ­λά ό­τι η θε­σμι­κή αυ­τή ε­πι­λο­γή της κυ­βέρ­νη­σης, έ­χει τη δι­καίω­σή της και μό­νο διό­τι υ­λο­ποιή­θη­κε και δεν έ­μει­νε στη σφαί­ρα των ε­ξαγ­γε­λιών, αν μά­λι­στα λά­βου­με υ­πό­ψη μας ό­τι ε­πί εί­κο­σι έ­ξι χρό­νια κα­νέ­να κόμ­μα, ό­σο ι­σχυ­ρό και αν ή­ταν, δεν ε­πέ­λε­ξε ή δεν α­πο­τόλ­μη­σε να πρά­ξει κά­τι α­νά­λο­γο. Εξάλ­λου, την ευ­θύ­νη αυ­τή των άλ­λων κομ­μά­των ε­ξου­σίας κα­τέ­δει­ξε το ί­διο το ΣτΕ με την α­πό­φα­σή του το 2010, ό­τι η χο­ρή­γη­ση αλ­λε­πάλ­λη­λων α­δειών προ­σω­ρι­νής λει­τουρ­γίας των σταθ­μών δεν ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται με το Σύ­νταγ­μα. Πα­ρ’ ό­λα αυ­τά νο­μί­ζω, ό­τι πριν α­πό την πρω­το­βου­λία αυ­τή, η Κυ­βέρ­νη­ση έ­πρε­πε να διε­ρευ­νή­σει αν υ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα ε­πι­κοι­νω­νίας και με άλ­λα κόμ­μα­τα -ε­κτός και αν έ­γι­νε- ό­ποια θέ­ση και αν εί­χαν, ή να α­ξιο­ποιή­σει στο μέ­τρο του ε­φι­κτού και άλ­λους αρ­μό­διους φο­ρείς. Ένα δεύ­τε­ρο. Δεν γνω­ρί­ζω εάν η Κυ­βέρ­νη­ση ε­κτί­μη­σε πό­σο δυ­να­τοί εί­ναι οι α­ντί­πα­λοί της εί­τε σε θε­σμι­κές, εί­τε σε ε­ξω­θε­σμι­κές ε­ξου­σίες, και γι’ αυ­τό να α­να­ζη­τή­σει ε­ξαρ­χής συ­γκλί­σεις για την ε­πι­τυ­χή ο­λο­κλή­ρω­ση της ε­πι­λο­γής της.

Εί­ναι αυ­τό που ο­ρί­ζε­ται και ως δια­πλο­κή και ή­ταν και το ε­πί­δι­κο της σύ­γκρου­σης;
Θα το λέ­γα­με και έ­τσι, α­πο­μο­νώ­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­δώ, την ι­κα­νό­τη­τα διείσ­δυ­σης της μι­ντια­κής ε­ξου­σίας, η ο­ποία δεν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται μό­νο τα δι­κά της συμ­φέ­ρο­ντα, κα­θώς συν­δέε­ται, ό­πως εί­ναι γνω­στό, με έ­να με­γά­λο εύ­ρος ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­των, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να λει­τουρ­γεί και για λο­γα­ρια­σμό πο­λι­τι­κών δυ­νά­μεων, που τη στη­ρί­ζουν, και στη­ρί­ζο­νται α­πό αυ­τή. Ωστό­σο, νο­μί­ζω ό­τι την πρω­το­βου­λία της νο­μο­θε­τι­κής ρύθ­μι­σης πι­στώ­νε­ται η κυ­βέρ­νη­ση, με την έν­νοια ό­τι υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται την α­νά­γκη οι τη­λε­ο­πτι­κοί σταθ­μοί να λει­τουρ­γούν σε κα­θε­στώς νο­μι­μό­τη­τας. Αυ­τό κα­νέ­νας δεν τολ­μά να το αρ­νη­θεί με α­ξιο­πι­στία.

Εξάν­τλη­ση των πε­ρι­θω­ρίων

Και ως προς το ΕΣ­Ρ;
Να σου πω. Πι­στεύω ό­τι η κυ­βέρ­νη­ση ό­φει­λε να ε­ξαν­τλή­σει τα ό­ρια συ­γκρό­τη­σης του ΕΣ­Ρ, πριν α­να­πτυχ­θεί η νο­μο­θε­τι­κή πρω­το­βου­λία της, ε­φό­σον, μά­λι­στα, γνώ­ρι­ζε ό­τι η α­ντι­πο­λί­τευ­ση με τη στά­ση της θα ε­μπό­δι­ζε την ο­λο­κλή­ρω­σή της, για να μην την πι­στω­θεί. Εί­μαι ι­διαί­τε­ρα προ­σε­κτι­κός ως προς αυ­τό, διό­τι δεν γνω­ρί­ζω -ή δεν θυ­μού­μαι- α­κρι­βώς τι έ­γι­νε και τι δεν έ­γι­νε. Έτσι, και α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές ερ­μη­νευ­τι­κές α­πό­ψεις, ε­κτι­μώ ό­τι ως προς την αρ­μο­διό­τη­τα στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση του ΕΣ­Ρ, αν εί­χε ε­πι­τευχ­θεί η συ­γκρό­τη­σή του, του­λά­χι­στον δεν θα υ­πήρ­χε έ­νας α­π΄ τους λό­γους που προ­βλή­θη­κε ε­νώ­πιον του ΣτΕ ό­τι εί­ναι α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κός ο ν. 4339/75. Εξάλ­λου και η ί­δια η κυ­βέρ­νη­ση με αλ­λε­πάλ­λη­λες δη­λώ­σεις στε­λε­χών της α­να­φε­ρό­ταν στην α­νά­γκη συ­γκρό­τη­σης του ΕΣ­Ρ, ό­πως ε­ξάλ­λου, με­τά και τη χθε­σι­νή, ψη­φο­φο­ρία στη Βου­λή, φαί­νε­ται να ε­πι­τυγ­χά­νε­ται.
Ωστό­σο και με­τά την άρ­νη­ση του κόμ­μα­τος της α­ξιω­μα­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης -κυ­ρίως- ό­πως και άλ­λων κομ­μά­των για τη συ­γκρό­τη­ση του ΕΣ­Ρ, για την ο­ποία αυ­τή φέ­ρει ευ­θύ­νη, η Κυ­βέρ­νη­ση φαί­νε­ται ό­τι ε­πέ­λε­ξε την ερ­μη­νευ­τι­κή ά­πο­ψη ό­τι εί­τε εί­ναι αρ­μό­διο το ΕΣ­Ρ, ή ό­τι και σε α­ντί­θε­τη εκ­δο­χή, ε­φό­σον δεν ή­ταν ε­φι­κτή η συ­γκρό­τη­σή του, ό­φει­λε να α­ξιο­ποιή­σει την κα­τά συ­νταγ­μα­τι­κή πρα­κτι­κή ε­φαρ­μο­γή του δι­καίου της α­νά­γκης, γι’ αυ­τό και ε­φάρ­μο­σε τη διά­τα­ξη του άρ­θρου 2Α του νό­μου.

Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν κα­τα­γρά­φη­κε στο σκε­πτι­κό της πλειο­ψη­φίας του ΣτΕ.
Δεν γνω­ρί­ζου­με α­κρι­βώς, γεν­νά­ται ό­μως έ­να ε­ρώ­τη­μα. Κέρ­δι­σαν οι 14 και ητ­τή­θη­καν οι 11 δι­κα­στές; Εκτι­μώ ό­τι αυ­τό δεν θα τολ­μή­σει να το υ­πε­ρα­σπι­σθεί κα­νέ­νας, ε­φό­σον θε­μέ­λιο για την α­νε­ξαρ­τη­σία της δι­καιο­σύ­νης εί­ναι η ε­λεύ­θε­ρη κρί­ση του δι­κα­στή, που μπο­ρεί να ε­ντάσ­σε­ται στην πλειο­ψη­φία ή στην μειο­ψη­φία κα­τά τη λή­ψη μιας α­πό­φα­σης. Έτσι δέ­κα τέσ­σε­ρις δι­κα­στές θεώ­ρη­σαν ό­τι αρ­μό­διο εί­ναι το ΕΣΡ και ψή­φι­σαν υ­πέρ της α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας του νό­μου, ε­νώ έν­δε­κα δι­κα­στές δέ­χτη­καν το δια­φο­ρε­τι­κό, εί­τε -δεν γνω­ρί­ζου­με α­κό­μη το σκε­πτι­κό της α­πό­φα­σης- διό­τι θεω­ρούν ό­τι το άρ­θρο 15 Συ­ντ. δεν ο­ρί­ζει το ΕΣΡ ως αρ­μό­διο, εί­τε διό­τι α­να­γκά­στη­κε η κυ­βέρ­νη­ση να α­ξιο­ποιή­σει την ε­πι­λο­γή του δι­καίου της α­νά­γκης, ε­φό­σον δεν λει­τουρ­γού­σε το ΕΣ­Ρ, γι’ αυ­τό και ψή­φι­σαν υ­πέρ της συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας του νό­μου. Έτσι δεν μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί σο­βα­ρός εν­δε­χό­με­νος ι­σχυ­ρι­σμός ό­τι κά­ποιοι δι­κα­στές ητ­τή­θη­καν και κά­ποιοι νί­κη­σαν, ή κά­ποιοι πο­λι­τι­κοί σχη­μα­τι­σμοί, που ή­ταν υ­πέρ της α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας, νί­κη­σαν και κά­ποιοι άλ­λοι ητ­τή­θη­καν.
Να σου πω και κά­τι άλ­λο. Δεν μπο­ρώ να ε­ξη­γή­σω τη στά­ση προ­βε­βλη­μέ­νων συ­νταγ­μα­το­λό­γων ή άλ­λων α­κα­δη­μαϊκών, οι ο­ποίοι δεν παύουν να ε­ξαν­τλούν την εχ­θρό­τη­τά τους προς την κυ­βέρ­νη­ση και εν προ­κει­μέ­νω με το να ι­σχυ­ρί­ζο­νται τα κοι­νό­το­πα: «Έχου­με και στην Αθή­να δι­κα­στές», «η δι­καιο­σύ­νη έ­πρα­ξε το κα­θή­κον της». Δη­λα­δή οι δέ­κα τέσ­σε­ρις το έ­πρα­ξαν και οι έ­ντε­κα ό­χι; Η στά­ση αυ­τή ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται μά­λι­στα με την ορ­γί­λη προ­βο­λή ι­σχυ­ρι­σμών α­πό πρω­το­κλα­σά­τα στε­λέ­χη κομ­μά­των, που για πολ­λά χρό­νια ά­σκη­σαν κυ­βερ­νη­τι­κή ε­ξου­σία και τα ο­ποία, ε­νώ δεν α­πο­τόλ­μη­σαν να ά­ρουν την έλ­λει­ψη νο­μι­μό­τη­τας στη λει­τουρ­γία των τη­λε­ο­πτι­κών σταθ­μών, με­τά την προώ­θη­ση της νο­μο­θε­τι­κής πρω­το­βου­λίας της κυ­βέρ­νη­σης και κυ­ρίως κα­τά τη διάρ­κεια του δια­φα­νούς δια­γω­νι­σμού, ό­πως και πριν τη λή­ψη της α­πό­φα­σης α­πό το ΣτΕ, μι­λού­σαν για «θε­σμι­κό τρό­μο», για «κίν­δυ­νο εκ­τρο­πής α­πό το δη­μο­κρα­τι­κό σύ­στη­μα» και άλ­λα ευ­φά­ντα­στα, ό­σο και α­στεία. Μα δεν α­ντι­λαμ­βά­νο­νται τη σύγ­χυ­ση που προ­κα­λούν στους πο­λί­τες ό­λα αυ­τά και σε πό­ση α­να­ξιο­πι­στία ο­δη­γούν το πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα;

Η θε­σμι­κή πο­νη­ρία και οι ευ­ρείες αρ­μο­διό­τη­τες

H δυ­να­τό­τη­τα δη­λα­δή ε­νός κόμ­μα­τος να πα­ρα­λύει τις προ­σπά­θειες συ­γκρό­τη­σης μιας α­νε­ξάρ­τη­της αρ­χής, ό­πως το ΕΣ­Ρ, ό­πως κά­νει τώ­ρα η ΝΔ, πώς μπο­ρεί να α­ντι­με­τω­πι­σθεί;
Γνω­ρί­ζεις ό­τι νο­μι­κά δεν υ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα να το υ­πο­χρεώ­σεις. Ελέγ­χε­ται πο­λι­τι­κά, γι’ αυ­τό ε­ξάλ­λου λέ­γα­με πριν για το δί­καιο της α­νά­γκης. Μό­νο που με πή­γες κά­που αλ­λού, θα’ θε­λα, δη­λα­δή, να α­να­φερ­θώ στην πε­ρίερ­γη, του­λά­χι­στον, πρό­βλε­ψη του άρ­θρου 101Α του Συ­ντάγ­μα­τος, που έ­γι­νε με την α­να­θεώ­ρη­ση του 2001, και με την ο­ποία α­παι­τού­νται τα 4/5 της Διά­σκε­ψης των Προέ­δρων της Βου­λής για να ε­πι­λέ­γουν τα όρ­γα­να της διοί­κη­σης των Aνε­ξάρ­τη­των Aρχών. Φαί­νε­ται γο­η­τευ­τι­κή ως πρό­νοια, αλ­λά ε­γώ πι­στεύω ό­τι κρύ­βε­ται μια θε­σμι­κή πο­νη­ρία ή πο­λι­τι­κή ι­διο­τέ­λεια. Όταν ο Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τίας προ­βλέ­πε­ται να ε­κλέ­γε­ται και με τα 2/3 ή στο τέ­λος και με 151 ψή­φους, για­τί τό­ση αυ­στη­ρό­τη­τα με μια Αρχή; Εκτι­μώ ό­τι στην α­φε­τη­ρία αυ­τής της θε­σμι­κής ε­πι­λο­γής εί­ναι η ι­διο­τε­λής σκέ­ψη, ό­τι το μέ­γι­στο κόμ­μα με την ε­πι­κου­ρία του δεύ­τε­ρου θα ε­ξα­σφά­λι­ζε τα 4/5 των με­λών κά­θε α­νε­ξάρ­τη­της αρ­χής. Έτσι, φαί­νε­ται ό­τι ε­ντάχ­θη­κε και η α­να­θεω­ρη­τι­κή του Συ­ντάγ­μα­τος ε­πι­λο­γή, στο πλαί­σιο λει­τουρ­γίας του δι­κομ­μα­τι­κού συ­στή­μα­τος. Ας δού­με ποιοι το­πο­θε­τή­θη­καν ως Πρό­ε­δροι ή κα­τά πλειο­ψη­φία μέ­λη των αρ­χών αυ­τών, χω­ρίς να ση­μαί­νει ό­τι με­τα­ξύ αυ­τών δεν υ­πήρ­ξαν και κά­ποιοι ι­κα­νοί και ά­ξιοι.

Ακού­γα­με αυ­τές τις μέ­ρες σε εκ­πο­μπές ο­μι­λη­τές που έ­δι­ναν τε­ρά­στιες αρ­μο­διό­τη­τες στο ΕΣ­Ρ, πχ, να ο­ρί­ζει τον α­ριθ­μό των κα­να­λιών, την τι­μή εκ­κί­νη­σης κ.ά. Τό­τε τι μέ­νει για την Κυ­βέρ­νη­ση να ο­ρί­ζει;
Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι το άρ­θρο 15 α­φή­νει έ­να ευ­ρύ ερ­μη­νευ­τι­κό πε­δίο, να στη­ριχ­θούν και οι δυο α­πό­ψεις. Γι΄ αυ­τό και το α­πο­τέ­λε­σμα 14 – 11, με­τα­ξύ των με­λών του ΣτΕ. Εξάλ­λου, με­τά την α­πό­φα­σή του, που εί­ναι βέ­βαια δε­σμευ­τι­κή, με­τά την ε­πι­μο­νή της κυ­βέρ­νη­σης να συ­γκρο­τη­θεί το ΕΣ­Ρ, που ό­πως φαί­νε­ται θα φέ­ρει α­πο­τέ­λε­σμα, θα α­να­λά­βει πλέ­ον το ΕΣΡ τις αρ­μο­διό­τη­τες ε­κεί­νες που θα ο­ρί­σει ο νό­μος και ο ο­ποίος ό­πως πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ψη­φί­στη­κε χτες α­πό τη Βου­λή.

Κρί­νε­ται η δι­κα­στι­κή ε­ξου­σία;

Λοι­πόν μπο­ρού­με να κρί­νου­με α­πο­φά­σεις δι­κα­στη­ρίω­ν; Διό­τι αυ­τές τις μέ­ρες αμ­φι­σβη­τή­θη­κε κι αυ­τό.
Το Σύ­νταγ­μα προ­βλέ­πει ό­τι η δι­καιο­σύ­νη α­πο­νέ­με­ται α­πό τα δι­κα­στή­ρια, τα ο­ποία ο­ρί­ζει ως δι­κα­στι­κή ε­ξου­σία, κα­τά πά­για, δε, δη­μο­κρα­τι­κή αρ­χή κά­θε ε­ξου­σία, ά­ρα και η δι­κα­στι­κή, πρέ­πει να κρί­νε­ται. Αν ο έ­λεγ­χος γί­νε­ται για στή­ρι­ξη της α­ξιο­πι­στίας του θε­σμού ή για την αμ­φι­σβή­τη­σή του εί­ναι άλ­λο ζή­τη­μα. Σχε­τι­κά με αυ­τό υ­πάρ­χει με­γά­λη υ­πο­κρι­σία σε ό,τι α­φο­ρά τη σχέ­ση μι­ντια­κής, οι­κο­νο­μι­κής, πο­λι­τι­κής, αλ­λά και της εκ­κλη­σια­στι­κής ε­ξου­σίας με τη δι­κα­στι­κή. Στις δε­κα­ε­τίες που πε­ρά­σα­με ή­ταν κοι­νώς α­ντι­λη­πτή η πα­ντί τρό­πω πα­ρέμ­βα­ση ή διείσ­δυ­ση αυ­τών των ε­ξου­σιών στο δι­καιο­δο­τι­κό γί­γνε­σθαι. Συ­νε­πώς, αυ­τό που λέ­νε ό­τι η δι­καιο­σύ­νη εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­τη εί­ναι έ­νας κοι­νό­το­πος λό­γος που δεν πεί­θει. Το ελ­λη­νι­κό Σύ­νταγ­μα δια­σφα­λί­ζει την λει­τουρ­γι­κή και προ­σω­πι­κή α­νε­ξαρ­τη­σία των δι­κα­στών ό­σο κα­νέ­να άλ­λο στην Ευ­ρώ­πη. Τι ση­μαί­νει αυ­τό; Ότι οι δι­κα­στές ε­νερ­γούν και κρί­νο­νται για τις α­πο­φά­σεις τους. Κρί­νο­νται ό­χι στην ε­σω­τε­ρι­κή - δι­κο­νο­μι­κή λει­τουρ­γία του συ­στή­μα­τος με τα έν­δι­κα μέ­σα, αλ­λά και α­πό τη νο­μι­κή ε­πι­στή­μη, τη θεω­ρία και α­πό ό­λους που εί­ναι α­πο­δέ­κτες του δι­καιο­δο­τι­κού α­πο­τε­λέ­σμα­τος. Τα δι­κα­στή­ρια αν­τλούν ε­ρε­θί­σμα­τα α­π’ αυ­τή την κρι­τι­κή. Κα­τά συ­νέ­πεια, ό­ταν λέ­νε κά­ποιοι δι­κα­στές «α­φή­στε τη δι­καιο­σύ­νη α­νε­μπό­δι­στη», «α­φή­στε ή­συ­χη», «μην ε­πεμ­βαί­νε­τε στη δι­καιο­σύ­νη», νο­μί­ζω, ό­τι α­να­δει­κνύουν α­πλώς την α­να­σφά­λειά τους. Να μην λη­σμο­νού­με βέ­βαια, ό­τι και η δι­κα­στι­κή ε­ξου­σία δεν εί­ναι α­πο­κε­κομ­μέ­νη α­πό το σύ­νο­λο της κρα­τι­κής δο­μής, δια­συν­δέε­ται λει­τουρ­γι­κά με τις άλ­λες ε­ξου­σίες. Ωστό­σο, οι δι­κα­στές ο­φεί­λουν να υ­πε­ρα­σπι­στούν το κύ­ρος τους, ό­χι με τις ε­πα­να­λή­ψεις, ό­πως «η δι­καιο­σύ­νη εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­τη» κ.ά., αλ­λά να α­πο­δει­κνύουν ό­τι αυ­τοί εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­τοι και α­ξιό­πι­στοι στο δι­καιο­δο­τι­κό έρ­γο τους. Ανε­ξάρ­τη­τοι τό­σο στην ε­σω­τε­ρι­κή λει­τουρ­γία του δι­κα­στι­κού συ­στή­μα­τος -ό­που υ­πάρ­χει πρό­βλη­μα για την α­νε­ξαρ­τη­σία των δι­κα­στώ­ν- ό­σο και προς τα έ­ξω. Έτσι και μό­νο α­πο­κτά­ται α­ξιό­πι­στη σχέ­ση δι­κα­στι­κής ε­ξου­σίας και των κοι­νω­νών, που εί­ναι οι α­πο­δέ­κτες του δι­καιο­δο­τι­κού α­πο­τε­λέ­σμα­τος.

Πολ­λή συ­ζή­τη­ση έ­γι­νε για τη γνω­στή φρά­ση του Προέ­δρου του ΣτΕ για το ε­πι­κρα­τούν κλί­μα κτλ.
Εν ό­ψει έκ­δο­σης α­πό­φα­σης του ΣτΕ για τις ά­δειες υ­πήρ­ξαν συ­μπτώ­μα­τα με­γά­λης υ­πο­κρι­σίας. Έτσι, ε­νώ υ­ψω­νό­ταν φω­νή ό­τι δή­θεν η κυ­βέρ­νη­ση ε­πι­χει­ρεί να ε­πέμ­βει στη δι­καιο­σύ­νη, ή­ταν ο αρ­χη­γός της α­ξιω­μα­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης αυ­τός που προέ­βλε­πε την α­πό­φα­ση του ΣτΕ ή άλ­λα πρω­το­κλα­σά­τα στε­λέ­χη του κόμ­μα­τος αυ­τού ό­τι ο νό­μος θα κρι­θεί α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κός, κα­θώς και κά­ποιοι συ­νταγ­μα­το­λό­γοι ή άλ­λοι υ­πε­ρα­σπι­στές της α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας αυ­τού. Άρα, ό­ταν προέ­βλε­παν αυ­τοί το α­πο­τέ­λε­σμα, ή ή­ξε­ραν κά­τι που ε­μείς δεν ξέ­ρα­με, ή κά­τι σκέ­φτο­νταν να κά­νουν για να ε­πη­ρεά­σουν, που οι άλ­λοι δεν μπο­ρού­σαν.
Προ­σθέ­τω ό­τι, για να πο­λώ­σουν τους δι­κα­στές του ΣτΕ, έ­φτα­σαν οι α­ντί­πα­λοι της κυ­βέρ­νη­σης να προ­βάλ­λουν α­κό­μη και στοι­χεία του ι­διω­τι­κού βίου α­ντι­προέ­δρου του ΣτΕ.

Τα ε­πό­με­να βή­μα­τα

Πώς θα γί­νουν τώ­ρα τα ε­πό­με­να βή­μα­τα, έ­τσι που να μην υ­πάρ­ξουν ξα­νά ε­μπλο­κή, προ­σφυ­γή στο ΣτΕ κτλ; Έχει υ­πάρ­ξει δια­φω­νία αν μι­λά­με για «α­να­στο­λή» ή για «α­πό­συρ­ση».
Εάν η πλη­ρο­φο­ρία εί­ναι α­κρι­βής, ό­τι το ΣτΕ έ­κρι­νε α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κό νό­μο ε­πει­δή το άρ­θρο 2 Α του ν. 4339/2015 δεν ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται με το άρ­θρο 15 του Συ­ντάγ­μα­τος, δεν μπο­ρού­με, αυ­τή τη στιγ­μή, να σκε­φθού­με κά­τι άλ­λο α­πό το, α­φού συ­νέλ­θει το ΕΣ­Ρ, να προ­χω­ρή­σει αυ­τό στην προ­κή­ρυ­ξη του δια­γω­νι­σμού για τη χο­ρή­γη­ση α­δειών. Ήδη με τη διά­τα­ξη νό­μου που ψη­φί­στη­κε χθες ο­ρί­ζο­νται, ό­πως κα­λά γνω­ρί­ζεις, οι αρ­μο­διό­τη­τες του ΕΣΡ. Δεν εί­ναι ζή­τη­μα ση­μα­ντι­κό αν ο­ρί­ζε­ται ό­τι το άρ­θρο 2Α α­να­στέλ­λε­ται ή α­πο­σύ­ρε­ται, α­πό τη στιγ­μή που το ΕΣΡ θα α­να­λά­βει την ευ­θύ­νη έ­χει λή­ξει το ζή­τη­μα. Η α­πό­φα­ση, ε­πί­σης, θα μας δεί­ξει ποια α­πό τα άρ­θρα του νό­μου εί­ναι ε­φαρ­μο­στέα και ποια ό­χι. Όπως φαί­νε­ται, η α­πό­φα­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται στην αρ­μο­διό­τη­τα του ΕΣΡ. Κα­τά τα άλ­λα, εάν δεν προ­βλέ­πει ή δεν α­φή­νει δυ­να­τό­τη­τα πρό­βλε­ψης α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας άλ­λων άρ­θρων, ο νό­μος ι­σχύει, ε­φό­σον ρυθ­μί­ζει και άλ­λα θέ­μα­τα. Έτσι η α­παί­τη­ση του κόμ­μα­τος της α­ντι­πο­λί­τευ­σης να κα­ταρ­γη­θεί ο νό­μος ε­ντάσ­σε­ται στο πε­δίο της πο­λι­τι­κής α­ντι­πα­λό­τη­τας, για να φα­νεί δη­λα­δή ό­τι ητ­τή­θη­κε η κυ­βέρ­νη­ση και ό­χι ό­τι αυ­τό εί­ναι α­να­γκαίο για να ε­φαρ­μο­σθεί η α­πό­φα­ση του ΣτΕ.

Υπάρ­χει α­νά­γκη προ­σω­ρι­νού κα­θε­στώ­τος;
Εφό­σον συ­γκρο­τη­θεί το ΕΣ­Ρ, το ί­διο θα α­ντι­λη­φθεί την α­να­γκαιό­τη­τα, με τα­χύ, υ­πο­θέ­τω, ρυθ­μό, αν θα υ­πάρ­ξουν δια­δι­κα­σίες, ώ­στε να στα­μα­τή­σει το κα­θε­στώς λει­τουρ­γίας των προ­σω­ρι­νών α­δειών και αν θα ε­νταχ­θεί αυ­τό σε στα­θε­ρό πλαί­σιο νο­μι­μό­τη­τας. Κα­τά συ­νέ­πεια, δεν α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι αν υ­πάρ­χει πε­ρι­θώ­ριο χο­ρή­γη­σης προ­σω­ρι­νών α­δειών.

Πως ε­κτι­μάς τη λει­τουρ­γία των διοι­κη­τι­κών αρ­χώ­ν;
Θεω­ρεί­ται ό­τι αυ­τές α­πο­τε­λούν τα α­ντί­βα­ρα στην ά­σκη­ση της ε­ξου­σίας α­πό το κρά­τος, εί­ναι, δε, α­λή­θεια ό­τι α­πο­τε­λούν στα­θε­ρούς θε­σμούς σε ό­λες τις χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης και ό­χι μό­νο. Εί­ναι, ό­πως λέ­νε, μέ­ρος του ευ­ρω­παϊκού κε­κτη­μέ­νου. Όμως η ορ­θή λει­τουρ­γία τους ε­ξαρ­τά­ται α­πό πολ­λούς πα­ρά­γο­ντες, ό­πως με ποια κρι­τή­ρια ε­πι­λέ­γο­νται οι διοι­κή­σεις, ώ­στε να δεί­ξουν την α­νε­ξαρ­τη­σία τους για να ε­φαρ­μό­ζουν τον νό­μο χω­ρίς προ­κα­τα­λή­ψεις και πο­λι­τι­κές ε­πι­βα­ρύν­σεις. Γνω­ρί­ζω ό­τι υ­πάρ­χει και α­ντί­θε­τη δί­καιο-πο­λι­τι­κή ά­πο­ψη, σύμ­φω­να με την ο­ποία αυ­τές οι α­νε­ξάρ­τη­τες αρ­χές έρ­χο­νται να υ­περ­βούν αρ­μο­διό­τη­τες, δη­λα­δή δεν λει­τουρ­γούν προς ό­φε­λος του δη­μο­κρα­τι­κού πο­λι­τεύ­μα­τος και ό­τι υ­περ­βαί­νουν τις κα­τά το Σύ­νταγ­μα αρ­μο­διό­τη­τες της νο­μο­θε­τι­κής και κρα­τι­κής ε­ξου­σίας. Δεν συμ­φω­νώ. Έχω α­πο­τε­λέ­σει μέ­λος της Αρχής Προ­στα­σίας Δε­δο­μέ­νων Προ­σω­πι­κού Χα­ρα­κτή­ρα, γι’ αυ­τό και δια­τη­ρώ προ­σω­πι­κές α­πό­ψεις για τις δυ­να­τό­τη­τες και τις α­δυ­να­μίες των αρ­χών αυ­τών.




Αναδεικνύεται η συντηρητικοποίηση της εκκλησιαστικής ηγεσίας

 

Αυτές τις ημέρες με τη συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου άνοιξε ξανά το ζήτημα σχέσεων εκκλησίας – κράτους, αλλά και των απόψεων που επικρατούν στην κορυφή της πρώτης. Ποια η γνώμη σου για όλα αυτά;
Για το χωρισμό εκκλησίας και κράτους για δεκαετίες ολόκληρες έχουν γραφτεί πολλά, έχουν «χρεωθεί» κόμματα, πολιτικοί ή και διανοούμενοι, κάποιοι από τους οποίους δεν ανήκουν μάλιστα στον χώρο της Αριστεράς. Το ζήτημα μένει ανοιχτό. Μόνο που απαιτείται μακρύς διάλογος, να αναζητηθεί ο μέγιστος αριθμός συσπείρωσης κομμάτων, συλλογικοτήτων και πολιτών. Κυρίως ως μακρύς και υπεύθυνος διάλογος πρέπει να αναπτυχθεί με την ίδια την εκκλησία. Δεν συγχωρείται βιασύνη. Ας μην προστεθεί και αυτό ως ζήτημα μαζί με τόσα άλλα, τα οποία μάλιστα με πολύ μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι Έλληνες πολίτες. Όσο για τα θρησκευτικά, τα προγράμματα όλων των μαθημάτων είναι στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας, όταν, μάλιστα, αυτό προωθεί τις επιλογές του στηριζόμενο σε επιστημονικά δεδομένα και εφαρμοσμένα συστήματα σε άλλες χώρες. Έτσι δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αναδεικνύεται αυτό το ζήτημα ως μείζον συγκρουσιακό μεταξύ εκκλησίας και κυβέρνησης. Όπως, πολύ περισσότερο, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο η εκκλησία έβαλε στόχο τον υπουργό Παιδείας, Νίκο Φίλη, ένα τόσο καταρτισμένο ευρυμαθή και από τους πλέον επιτυχημένους Υπουργούς.
Ωστόσο και μετά την πρόσφατη συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου, που χαρακτηρίστηκε ως ολοκληρωτική στροφή από παλαιότερες θέσεις του, εκτιμώ ότι η αντίδραση της εκκλησίας για το μάθημα των Θρησκευτικών αποτέλεσε την αφορμή για τη ανάδειξη της συντηρητικοποίησης της ηγεσίας της με σαφή αντιπολιτευτική στάση κατά της κυβέρνησης. Ελπίζω να μην επηρεάστηκε και αυτή από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet