Οι επιτυχίες και οι προκλήσεις του εγχειρήματος

plaza2

«Η διαμονή μας στο City Plaza είναι πολύ καλή. Έχουμε καταφέρει να ζούμε όλοι μαζί σαν οικογένεια και ας είμαστε από διαφορετικά μέρη ο καθένας», περιγράφει στην «Εποχή» την εμπειρία του ο Μαλίκ από το Πακιστάν, κάτοικος της κατάληψης από το ξεκίνημά της.
Το εγχείρημα της κατάληψης του ξενοδοχείου μετράει τώρα έξι μήνες ζωής και οι διαμένοντες και εθελοντές του χώρου διοργάνωσαν αυτή τη βδομάδα τετραήμερο εκδηλώσεων, ώστε να συζητήσουν για το τι διδάχθηκαν από αυτό, για το παρόν και το μέλλον τόσο του χώρου όσο και γενικότερα του προσφυγικού ζητήματος. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα αυτών των εκδηλώσεων, με πραγματοποίηση ανοιχτής γενικής συνέλευσης στις 11 πμ.
«Το City Plaza είναι μια πρωτοφανής εμπειρία για όλες τις συλλογικότητες που συμμετέχουν. Παρότι το αντιρατσιστικό κίνημα έχει πολλά παραδείγματα αγώνων και κινητοποιήσεων, και εμπειρίες από δράσεις αλληλεγγύης, ποτέ άλλοτε δεν είχε δημιουργηθεί ένας χώρος μόνιμης στέγασης», εξηγεί ο Γιώργος Μανιάτης, εθελοντής του χώρου.
Μέχρι τώρα οι αντίστοιχου τύπου καταλήψεις είχαν τη μορφή πιο βραχείας στέγασης των προσφύγων και των μεταναστών, καθώς όσο ήταν ανοιχτά τα βαλκανικά σύνορα η Ελλάδα θεωρούταν ως χώρα τράνζιτ. Μετά το κλείσιμο, όμως, των συνόρων και τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας η κατάσταση άλλαξε και απαιτεί διαφορετικές παρεμβάσεις.
«Οι περισσότεροι κάτοικοι του χώρου βρίσκονται εδώ και τους έξι μήνες. Πρόκειται, δηλαδή, για μακρά διαμονή, το οποίο ήταν και ο στόχος μας, καθώς με τη συμφωνία της ντροπής και τους καταυλισμούς φιλοξενίας των προσφύγων που έφτιαχνε η κυβέρνηση, καταλάβαμε αμέσως πώς θα χειριζόταν την κατάσταση. Σαν να πρόκειται για μια έκτακτη ανάγκη, σαν φυσική καταστροφή, με μαζικά στρατόπεδα», υπογραμμίζει ο εθελοντής για την πολιτική του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Πολιτική αποτροπής

Ακόμα, όμως, και αν η κατάσταση μπορούσε να θεωρηθεί σαν έκτακτη ανάγκη όταν έκλεισαν αρχικά τα σύνορα με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προχειρότητα στις συνθήκες διαβίωσης και την τήρηση των δικαιωμάτων των προσφύγων- τώρα πια έχουν περάσει πολλοί μήνες για να διατηρείται η ίδια πολιτική, με ανθρώπους να μένουν ακόμα σε σκηνές ή στην καλύτερη σε κοντέινερ, αποκομμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία σε καταυλισμούς.
Η συνέχεια αυτής της πολιτικής δεν είναι τυχαία για τον Γιώργο Μανιάτη, αλλά πρόκειται για εναρμονισμό της ελληνικής κυβέρνησης με τη γραμμή της ΕΕ για αποτροπή των προσφυγικών ροών. «Μαζί με την πολιτική των κλειστών συνόρων, έχουμε και την αντιμετώπιση της στέγασης στη λογική της αποτροπής. Ακόμα και αν υπάρχει χρηματοδότηση και εναλλακτικές λύσεις, οι ευρωπαίοι και έλληνες ιθύνοντες προσέχουν ο τρόπος στέγασης και τήρησης των δικαιωμάτων να μην γίνουν αιτία προσέλκυσης προσφύγων. Έτσι έχουμε δύο ζώνες εγκλωβισμού, μία στα νησιά του Αιγαίου, που παραμένουν για πολύ μεγάλο διάστημα, και μία στην ηπειρωτική Ελλάδα με τις κακές συνθήκες των καταυλισμών. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να θεωρηθεί αριστερή αντίληψη της προσφυγιάς, ότι δηλαδή οφείλεται στην ύπαρξη κινήτρων-αντικινήτρων. Αυτή είναι μια τεχνοκρατική προσέγγιση, με τον αγριανθρωπισμό στο πυρήνα της».

Το αντιπαράδειγμα

Ενάντια σε αυτή την πολιτική, η κατάληψη του City Plaza επιζητά να λειτουργήσει ως αντιπαράδειγμα τρόπου στέγασης. «Αν μπορούμε να φτιάξουμε κάτι τέτοιο εμείς, που πέραν της καλής οργανωτικής κατάστασης του αντιρατσιστικού κινήματος και της προσωπικής προσπάθειας δεν είχαμε κάτι άλλο, ούτε χρηματοδότηση ούτε υποδομές, φανταστείτε τι θα μπορούσε να κάνει το κράτος με τα όσα μέσα διαθέτει», σημειώνει.
Αυτή τη στιγμή στο χώρο διαμένουν περίπου 400 πρόσφυγες, προερχόμενοι κυρίως από το Αφγανιστάν και τη Συρία, που είχαν φθάσει στην Ελλάδα πριν τη συμφωνία και διέμεναν στην πλατεία Βικτωρίας, ώσπου έγινε η κατάληψη. Κάποιοι ήρθαν μετά τον περασμένο Μάρτη, αλλά κατάφεραν να βρεθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα, καθώς ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες.
Μετακινήσεις των διαμενόντων σε άλλους χώρους έχουν γίνει ελάχιστες και είτε πρόκειται για μεταστέγαση σε διαμερίσματα της Ύπατης Αρμοστείας, είτε για επανένωση με την οικογένειά τους στην Ευρώπη, ενώ κάποιοι πιο απελπισμένοι έφυγαν για τις βόρειες χώρες ξαναπέφτοντας στα χέρια των διακινητών. Η πλειονότητά τους, όμως, έχοντας περάσει από την προκαταγραφή, συνεχίζουν να διαμένουν στην κατάληψη, περιμένοντας απάντηση είτε για άσυλο είτε για μετεγκατάσταση, καθώς λόγω έλλειψης προνοιακής πολιτικής, αλλά και της οικονομικής κρίσης, λίγοι επιθυμούν να παραμείνουν εδώ.
Η γειτονιά, αν και περιοχή έντονης δράσης της ακροδεξιάς, φαίνεται να έχει δεχθεί την παραμονή τους και δεν έχουν υπάρξει ρατσιστικά επεισόδια. Γεγονός που οφείλεται και στην επικοινωνία των εθελοντών με τους κατοίκους πριν γίνει η κατάληψη, μέσω φυλλαδίων που εξηγούσαν πως η καταπάτηση των δικαιωμάτων των προσφύγων και η αστεγία τους στην πλατεία Βικτωρίας, πέραν του ότι βάλλει κατά της ζωής αυτών των ανθρώπων, είναι και εις βάρος των γηγενών.
«Έξι μήνες τώρα δεν είχαμε σημαντικές αντιδράσεις. Βέβαια έχουμε 24ωρη περιφρούρηση, γιατί φοβόμαστε για δράσεις φασιστικών ομάδων, όπως ήταν η επίθεση στην κατάληψη της Νοταρά. Θα μπορούσαμε και εμείς να γίνουμε στόχος ακροδεξιών, καθώς η γειτονιά έχει υψηλά ποσοστά χρυσαυγιτών. Παρόλα αυτά θα ήταν λάθος να τη δούμε σαν μια ακροδεξιά περιοχή μόνο. Στην πραγματικότητα είναι πολωμένη και για αυτό δεν θα πρέπει να αφεθεί στα χέρια του φασισμού», σημειώνεται από τον αλληλέγγυο.
Ο φόβος, όμως, δεν περιορίζεται στους τραμπούκους της Χρυσής Αυγής, αλλά αφορά και τη στάση του δημάρχου Γ. Καμίνη, που με αφορμή την κατάληψη δημοσίου χώρου για να παρεμποδιστεί η ανέγερση του τεμένους στο Βοτανικό από το νεοναζιστικό κόμμα, δήλωσε πως «η άποψή μου για τις καταλήψεις είναι γνωστή», εξισώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την αλληλεγγύη με τις πράξεις μίσους.

Το ζήτημα της αυτοοργάνωσης

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις, όμως, που έχει να αντιμετωπίσει το εγχείρημα, βρίσκονται μέσα σε αυτό. Η κατάληψη του City Plaza ξεκίνησε έχοντας ως στόχο την αυτοδιαχείριση του χώρου από τους πρόσφυγες και να σπάσει τη συνήθη σχέση σε αυτές τις καταστάσεις, υποστηρικτή-επωφελούμενου.
Για το λόγο αυτό από την αρχή δημιουργήθηκαν ομάδες εργασίας για την κουζίνα, την υποδοχή, την ιατρική περίθαλψη, την εκπαίδευση, τη μετάφραση, τον καθαρισμό και την αποθήκη, οι οποίες λειτουργούν από κοινού με εθελοντές και πρόσφυγες, όπως περιγράφει και ο 29χρονος Κέσα από την ομάδα της κουζίνας. Για τον προγραμματισμό των δουλειών δύο φορές την εβδομάδα συνεδριάζει το συντονιστικό, στο οποίο μετέχουν περισσότερο οι εθελοντές από τις διάφορες οργανώσεις αλληλεγγύης και όχι οι πρόσφυγες, αν και ανοιχτό για όλους, καθώς των προβλημάτων που παρουσιάζονται με τη μετάφραση. Σίγουρα, όμως, μια φορά το μήνα γίνεται η λεγόμενη συνέλευση του σπιτιού όπου μετέχουν όλοι, έχοντας παράλληλες μεταφράσεις σε όλες τις γλώσσες.
Ένα ακόμα στοιχείο για την άρση της σχέσης φιλανθρωπίας συνιστά και το γεγονός πως επωφελούμενοι είναι και οι ίδιοι οι εθελοντές. «Είναι μια εμπειρία που για εμένα ισοδυναμεί με το πανεπιστήμιο. Είναι πολύ σημαντικό παράδειγμα το πώς μια τόσο πολυεθνική κοινότητα, με διαφορετική προσωπική ιστορία ο καθένας, που πολλές φορές δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε και χρησιμοποιούμε το google translate, καταφέρνουμε και ζούμε αρμονικά. Διευρύνεται η αντίληψή σου», τονίζει ο Ζίαντ, εθελοντής από την Τυνησία, της οργάνωσης «Alarm phone». Ένας από τους πολλούς διεθνείς εθελοντές που έχουν έρθει να βοηθήσουν και να λάβουν γνώσεις από το εγχείρημα.
Ταυτόχρονα, γίνεται προσπάθεια σύνδεσης της έμπρακτης αλληλεγγύης με την πολιτική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των προσφύγων, καθώς το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπίζονται σαν ευάλωτες ομάδες, αλλά ως συμπολίτες μας. Για αυτό και επιδιώκεται η κινητοποίηση και ο συσχετισμός των ίδιων των προσφύγων με τα σωματεία εκπαίδευσης και υγείας με στόχο την από κοινού διεκδίκηση.
«Γενικά οι πρόσφυγες συμμετέχουν πολύ ενεργά σε σύγκριση με άλλες εμπειρίες που είχαμε μέχρι τώρα. Η αυτοοργάνωση, βέβαια, δεν είναι κάτι που κερδίζεται και τελειώνει. Είναι μια συνεχής διαδικασία, οπότε το ζήτημα αφορά στο πώς φτιάχνεις τη λειτουργία του χώρου. Πρέπει να είναι ανοιχτή στη συμμετοχή και να στεκόμαστε συνεχώς κριτικά στις τυχόν σχέσεις εξουσίας που δημιουργούνται, γιατί μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο με συνθήκες διαχωρισμού, ανισότητα δικαιωμάτων κτλ. Η κατάληψη του City Plaza μπορεί να μην είναι μια αποκομμένη νησίδα από την υπόλοιπη κοινωνία, ωστόσο είναι ένας συνεργατικός, αμεσοδημοκρατικός χώρος», περιγράφεται από τον Γιώργο Μανιάτη.
Παρόλα αυτά, κομβικό σημείο παραμένει, όπως και πάντοτε στις κοινωνικές σχέσεις, το ζήτημα της οικονομικής εξάρτησης, με κάποιους πρόσφυγες να λαμβάνουν εμβάσματα από τους συγγενείς τους που έχουν φθάσει στις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά με τους περισσότερους να βασίζονται πλήρως σε ό,τι προσφέρει η κατάληψη για την επιβίωσή τους, γεγονός που μειώνει τη δυνατότητα πλήρους αυτοδιαχείρισης του χώρου από τους πρόσφυγες.

Το ζήτημα της ένταξης

Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα, λοιπόν, του εγχειρήματος, που θα έπρεπε να απασχολεί προφανώς και γενικότερα την μεταναστευτική πολιτική, είναι η ένταξη των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία. Ένα από τα απαραίτητα στοιχεία για αυτήν είναι και η εύρεση εργασίας. Τόσο ώστε οι πρόσφυγες να είναι όσο το δυνατόν πιο οικονομικά ανεξάρτητοι, όσο και για να συναναστραφούν με την υπόλοιπη κοινωνία ως κομμάτι της. Οι δυνατότητες, βέβαια, για κάτι τέτοιο είναι πολύ μικρές. Από την κατάληψη, σύμφωνα με τον Μαλίκ, ελάχιστοι έχουν καταφέρει να κάνουν κάποια μεροκάματα εδώ και εκεί, με τους περισσότερους να είναι άνεργοι και εγκλωβισμένοι σε μια χώρα που τους δίνει λίγες προοπτικές.
Σε καλύτερο δρόμο βρίσκεται η ένταξη των παιδιών, με τα 70 προσφυγάκια της κατάληψης να πηγαίνουν κανονικά στο δημόσιο σχολείο, γεγονός που υποδέχθηκαν μάλιστα με ιδιαίτερη χαρά. Μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας ελληνικών, αλλά και αγγλικών προσφέρονται βέβαια και από τον χώρο τόσο στα παιδιά, όσο και στους ενήλικες, ώστε να βοηθήσουν και από μεριάς τους στο ζήτημα της ένταξης.
«Δεν θέλουμε απλά φαγητό και στέγη. Όλοι οι άνθρωποι θέλουν κάτι περισσότερο από αυτό για τη ζωή τους. Εδώ δεν υπάρχει δουλειά, είναι δύσκολο μέχρι και για εσάς να βρείτε εργασία και εμείς δεν θέλουμε να σας γίνουμε βάρος. Άρα πρέπε�� να βρεθεί μια λύση. Ή να μας αφήσουν να πάμε στην Ευρώπη, εκεί που έχουμε την οικογένειά μας και υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες ή η Ευρώπη να χρηματοδοτήσει θέσεις εργασίας εδώ για όλους, πρόσφυγες και Έλληνες», προτείνει ο Σερόν, επισκέπτης ενός διαμένοντος στην κατάληψη, που περιμένει εδώ και μήνες να επανενωθεί με τον αδερφό του στο Παρίσι.


Τζέλα Αλιπράντη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet