ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

 

Η επικαιρότητα μιας βαθιάς εξομολόγησης

 

«De profundis» του Όσκαρ Ουάιλντ, στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας Β΄ Σκηνή

 

Κέντρο του αμαρτωλού πηλού μου εσύ, φτωχή ψυχή,

Κατάστικτη απ’ τις άγριες δυνάμεις που σε ντύνουν,

Σαίξπηρ, Σονέτο 146

(μτφρ. Λένια Ζαφειροπούλου)

theatis-1

Τι είναι το De profundis του Όσκαρ Ουάιλντ; Τυπικά είναι ένα γράμμα πίκρας και οργής που απευθύνει ο έγκλειστος συγγραφέας στον εραστή του Άλφρεντ Ντάγκλας. Στην πραγματικότητα, είναι ένα έργο στο οποίο ο Ουάιλντ καταθέτει το όραμά του για την τέχνη και το σκοπό της, είναι επίσης ένα κοινωνικό μανιφέστο ενάντια στη βία, τον αυταρχισμό, την παραβίαση στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων με εκπορθητικό κριό την υποκριτική ηθική της βικτωριανής Αγγλίας που, μετουσιωμένη σε ποινικό νόμο, ελέγχει και ορίζει την ερωτική επιθυμία και τη διαχείριση του σώματος. Είναι ακόμη μια ερωτική ελεγεία, για τον πόνο της προδομένης αγάπης, για την εγκατάλειψη.

 

H υπόθεση και η εποχή

 

Η υπόθεση έχει ως εξής: τον Μάιο του 1895 ο Ουάιλντ μηνύει τον πατέρα του Α. Ντάγκλας για συκοφαντία. Σύντομα η κατηγορία θα γυρίσει μπούμεραγκ και στο εδώλιο θα βρεθεί ο συγγραφέας κατηγορούμενος για σοδομία, που είναι πράξη κολάσιμη σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο της εποχής. Ο Ουάιλντ είναι επιτυχημένος συγγραφέας, με διεθνή αναγνώριση, ευκατάστατος, με σύζυγο και παιδιά. Για την ακρίβεια βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή της ζωής του. Το σπινθηροβόλο πνεύμα του και η παροιμιώδης ετοιμολογία του είναι αντικείμενα θαυμασμού από την αγγλική κοινωνία, μολονότι σοκάρει πολλούς με το ελεύθερο πνεύμα του και την παρορμητικότητά του. Το ταλέντο του στο θέατρο είναι αναγνωρισμένο, τα δοκίμιά του συζητιούνται πολύ, πολύ συζητιέται επίσης το μοναδικό μυθιστόρημά του, το περίφημο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι».

Η δίκη τον βρίσκει αυτήν ακριβώς τη στιγμή της δόξας και της αναγνώρισης. Χάνει τη δίκη και καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλάκιση και καταναγκαστικά έργα. Καταλήγει στη φυλακή του Ρέντιγκ (που θα του εμπνεύσει το τελευταίο του έργο «Την μπαλάντα της φυλακής»). Εκεί το άμαθο στη χειρωνακτική εργασία σώμα του υποφέρει, αλλά περισσότερο υποφέρει η ψυχή και το μυαλό του. Σύμφωνα με τους αγγλικούς νόμους της εποχής, ο κατάδικος δεν έχει δικαίωμα να διαβάζει και να γράφει –εκτός από επιστολές.

 

Από την αφήγηση

ως την εξομολόγηση

 

Αυτό το «παραθυράκι» είναι η αιτία που έχουμε στα χέρια μας σήμερα το De profundis. Όταν ο στρατιωτικός Τζέιμς Νέλσον αναλαμβάνει τη φυλακή, μέσα σε ένα πνεύμα εξανθρωπισμού (μόλις δύο χρόνια μετά ένας νέος νόμος θα αλλάξει πολλά στις φυλακές, αλλά ο Ουάιλντ δεν πρόλαβε) θα επιτρέψει στον συγγραφέα να διαβάζει βιβλία και αυτός θα έχει την ιδέα της επιστολής –στο κάτω - κάτω κανένας νόμος δεν περιόριζε την έκταση ενός γράμματος.

Το De profundis γράφτηκε χωρίς δεύτερη ματιά. Ο λόγος παίζει από την ήρεμη λογική αφήγηση ως την ασθματική, σπαρακτική εξομολόγηση, οι αιτιάσεις που απευθύνει στον Μπόζι (χαϊδευτικό του Άλφρεντ) άλλοτε είναι αληθινές και άλλοτε υπερβολικές, ωστόσο πίσω από όλα αυτά κρύβεται η ανάγκη της εκλογίκευσης του πόνου –πόνος για την απώλεια του έρωτα, της κοινωνικής θέσης, των παιδιών του και της τέχνης του– πόνου επίσης γιατί ο άνθρωπος για τον οποίο υφίσταται όλ’ αυτά δεν τον έχει επισκεφτεί μια φορά στη φυλακή όλον αυτόν τον καιρό.

Ο τίτλος είναι δανεισμένος από τον 130ο Ψαλμό που αρχίζει με τα λόγια «Εκ βαθέων εκέκραξα σοι, Κύριε». Χωρίς να ξαναβρίσκει την πίστη, ο άθεος Ουάιλντ αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Ιησού τον υπέρτατο καλλιτέχνη και ταυτίζεται με το χριστικό πάθος και τον άφατο πόνο που οδηγεί στη δημιουργία. Η τέχνη συναντά την αλήθεια στην ενότητα μορφής και περιεχομένου, όταν το φαντασιακό παίρνει την υλική υπόσταση του καλλιτεχνήματος, όταν το πνεύμα διαποτίζει την ύλη.

 

Θέματα που ακόμα

δεν έχουμε λύσει

 

Το De profundis, ανεξαρτήτως από τον εξομολογητικό αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του, που ζωντανεύει μπροστά μας ένα συμπαγή χαρακτήρα και σκιαγραφεί –υποκειμενικά έστω– με πληρότητα μια ιστορία, μας κάνει να σκεφτούμε πως 120 χρόνια μετά συζητάμε ακόμη πολλά από τα θέματα που θίγει. Ίσως με άλλους όρους αλλά πάντως τα συζητάμε, που σημαίνει πως δεν τα έχουμε λύσει. Το αντίθετο, η συντηρητική στροφή της κοινωνίας, τα τελευταία χρόνια, εξαναγκάζει σε διαρκείς κινητοποιήσεις για να διαφυλαχθούν τα αυτονόητα: το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, η ερωτική ελευθερία όταν πρόκειται για συναινούντες ενήλικους, το σωφρονιστικό σύστημα, οι συνθλιπτικές νομικές γενικεύσεις. Έτσι, είναι ένα έργο πολύ επίκαιρο και δυνατό. Ο Ουάιλντ παρακαλούσε να του δοθεί η χάρη να γράψει ένα σημαντικό έργο που να διαλύσει «το δηλητήριο της φαυλότητας», την ίδια ώρα που το ευχόταν, το έγραφε ήδη.

 

Άφατες συγκινησιακές εκπλήξεις

 

Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου διάβασε το έργο στην εφηβική της ηλικία και από τότε είχε κατά νου να το δραματοποιήσει. Διάλεξε καίρια σημεία του έργου για να τα φέρει στη σκηνή, έτσι που να ζωντανέψει με ενάργεια το πρόσωπο που γράφει και η τραγικότητα της κατάστασης. Κατέφυγε σε ένα τέχνασμα: μια αναψηλάφηση της δίκης. Ένας δικηγόρος διαβάζει δημόσια την επιστολή για να ζητήσει μια νέα ετυμηγορία για τον συγγραφέα. Σύντομα η φωνή του συγγραφέα αναδύεται και σκεπάζει τον δικηγόρο, τα δύο πρόσωπα συμφύρονται σε ένα. Μέσα σε ένα ελαχιστοποιημένο σκηνικό περίγυρο (μια πολυθρόνα δικαστηρίου που μπορεί να φιλοξενήσει τον δικαστή και τον κατηγορούμενο) και τυπωμένα φύλλα –εφημερίδες που μας πηγαίνουν στη δημοσιοποίηση του προσωπικού, στο σκάνδαλο επίσης που προκάλεσε η συγκεκριμένη δίκη αλλά και στη συγγραφική διάσταση του Ουάιλντ (τα σκηνικά, όπως και τα γλαφυρά φώτα επιμελήθηκε ο Λευτέρης Παυλόπουλος) στέκει ή κινείται καθαρή, δωρική η ανθρώπινη φιγούρα. Χωρίς ψιμύθια, χωρίς υπερβολές. Η μόνη ένστασή μας στη μουσική επένδυση, μάλλον άτοπη, που επιμελήθηκε η σκηνοθέτρια. Θα ταίριαζε περισσότερο κάτι πιο υποβλητικό, μια μουσική με υπόγειους, πυκνούς κραδασμούς και κορυφώσεις.

Ο μονόλογος, και μάλιστα ένας τέτοιος μονόλογος που ο ηθοποιός πρέπει να ισορροπήσει το τραγικό της προσωπικής περίπτωσης με όλο το θεωρητικό μιας σκέψης που τρέχει ελεύθερη και δημιουργεί θεωρία, πρέπει να υπηρετηθεί από άξιο και έμπειρο ηθοποιό. Βρήκε στο πρόσωπο του Νίκου Νίκα ιδανικό ερμηνευτή. Η ερμηνεία του στηρίζεται σε σπουδαία αίσθηση του μέτρου, σχεδιασμένες στην τελευταία λεπτομέρεια και καλά μελετημένες αντιδράσεις και κινήσεις. Κι όμως παρά τη γεωμετρική αξιοπρέπεια της ερμηνείας δεν χάνεται στιγμή το σκοτεινό πάθος. Αντιθέτως, μας οδηγεί, μέσα από μια σειρά άφατες συγκινησιακές εκπλήξεις, στο ταξίδι σε μια ταραγμένη ψυχή που βιώνει την τραγική πτώση και ελπίζει να βρει τον εαυτό του στην άκρη του δύσκολου δρόμου που ακολουθεί.

 

Μαρώ Τριανταφύλλου

maro33@otenet.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet