Δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο της Ανίτα Μπρούκνερ, κάπου στο μυαλό μου την είχα κατατάξει αόριστα ως συγγραφέα κοινωνικών μυθιστορημάτων και δεν είχα δείξει ενδιαφέρον. Όμως, την περασμένη άνοιξη, βρισκόμουν σε ιδιότυπη κατάσταση: εξαντλημένη από τα παρατεταμένα συμπτώματα της ίωσης που με ταλαιπωρούσε, έλαβα τα μαντάτα για την άσχημη εξέλιξη της υγείας πολυαγαπημένης φίλης και άρχισα να αναμασάω τις δικές της περιπέτειες των τελευταίων χρόνων· τη φυγή από ένα χρόνια δυσλειτουργικό και βασανιστικό γάμο, την απρόσμενη αμήχανη έως εχθρική αντίδραση των φίλων, δια της σιωπηλής απομάκρυνσης και της συγκαταβατικής ευγένειας. Βέβαια, όταν αλλάζουν τα δεδομένα μιας παρέας φίλων, όλοι ξεβολεύονται, οι σχέσεις και οι ρόλοι επαναπροσδιορίζονται· πάντως η εξουθένωση της/του άλλης/ου δια της ήσυχης και σιωπηλής απομάκρυνσης της/του από την κοινότητα, μέσω της οποίας προσδιορίζεται, αποτελεί αποτελεσματικό και αναίμακτο όπλο που τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν από την προσχολική ηλικία και τελειοποιούν μέχρι την ενηλικίωση· είναι απλό γιατί βασίζεται στο βαθύ φόβο του εκτοπισμού, και είναι θανατερό και δόλιο γιατί αυτοί που τον επιβάλλουν δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των θέσεων τους, και ο άνθρωπος που τον υφίσταται, επειδή δεν μπορεί να αντικρούσει μια επίθεση που υποτίθεται δεν δέχεται, αμύνεται με το να καμώνεται πως τάχα δεν τον νοιάζει, σωματοποιώντας μ’ αυτό τον τρόπο το θυμό και τη θλίψη του.

Έντουαρντ Χόπερ, "Automat" (1927)

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Δεν ξέρω αν όντως τα κατάλληλα βιβλία βρίσκονται στο δρόμο σου όταν τα χρειάζεσαι, αλλά η δική μου προσοχή, έτσι ευάλωτη, ψυχικά και σωματικά, όπως ήμουν, σκάλωσε σε ένα από τα πολλά δημοσιεύματα, τον περασμένο Μάρτιο, με αφορμή το θάνατό της Ανίτα Μπρούκνερ: Όταν το 1984 είχε κερδίσει το βραβείο Μπούκερ για το μυθιστόρημά της Hotel du lac, η συνήθης γκρίνια ήταν εντονότερη καθώς στη βραχεία λίστα ήταν επίσης το Μικρός που είναι ο κόσμος του Ντέιβιντ Λοτζ και, κυρίως, Η αυτοκρατορία του ήλιου του Τζέιμς Γκρέιαμ Μπάλαρντ που ήταν το επικρατέστερο βιβλίο για το βραβείο. Ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας Μάλκολμ Μπράντμπερι είχε αποκαλέσει το μυθιστόρημα της Μπρούκνερ «επαρχιώτικο», ενώ οι φεμινίστριες συγγραφείς διαμαρτύρονταν γιατί το ριζοσπαστικό βιβλίο της Άντζελα Κάρτερ Nights at the Circus δεν είχε φτάσει καν στη βραχεία λίστα.
Αυτό που παραξένεψε εμένα όμως ήταν ότι η ίδια η συγγραφέας είχε χαρακτηρίσει το βιβλίο της «αρκετά καλό αλλά ασήμαντο», το ταλέντο της ως μυθιστοριογράφου συμβατικού γούστου και περιορισμένο ενώ κι αυτή επικροτούσε την άποψη ότι το βραβείο το άξιζε ο Μπάλαρντ. Δεδομένου ότι την εποχή του βραβείου ήταν ήδη προ πολλού καταξιωμένη ιστορικός τέχνης και καθηγήτρια σε δύο κορυφαίες βρετανικές δομές, το Κέιμπριτζ (εξαιρετικά ανδροκρατούμενο ακόμη το ’60 όταν άρχισε να διδάσκει εκεί) και το Courtault Institute of Art στο Λονδίνο, η έλλειψη, όπως φάνηκε σε μένα, αυτοεκτίμησης τράβηξε το ενδιαφέρον μου και βάλθηκα ν’ αναζητώ απαντήσεις διαβάζοντας άρθρα και συνεντεύξεις της και, σπεύδοντας, στη συνέχεια, ν’ αγοράσω βιβλία της.

Αποκομμένοι, εύθραυστοι άνθρωποι

Η Ανίτα Μπρούκνερ είχε γεννηθεί το 1928 στο Λονδίνο από γονείς πολωνοεβραίους πρόσφυγες, σε μια μεγάλη οικογένεια με γιαγιά, θείους και θείες, ξαδέλφια και ανίψια, «αποκομμένους, εύθραυστους ανθρώπους» τους είχε χαρακτηρίσει η ίδια, που θεωρούσε, κι οι ίδιοι προσδοκούσαν, ότι έπρεπε να τους προστατεύει. «Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενηλικιωθώ πολύ γρήγορα και παραδόξως να μη μεγαλώσω ποτέ» θα πει σε μια συνέντευξή της. Ωστόσο, σπούδασε ιστορία της τέχνης και ακολούθησε μια λαμπρή καριέρα με αντικείμενο τη γαλλική τέχνη του 18ου και 19ου αιώνα. Η γαλλική τέχνη και κουλτούρα του 19ου αιώνα θα αποτελέσουν διαρκή σημεία αναφοράς στα λογοτεχνικά βιβλία της, κυρίως ο Μπαλζάκ, του οποίου η ηθική ακεραιότητα -αλλά και όλων των μεγάλων συγγραφέων όπως ο Τολστόι ή ο Καμί- αποτελούν τη σταθερά των χαρακτήρων της. Το 1981, σε ηλικία 53 ετών, γράφει το πρώτο μυθιστόρημα, το αυτοβιογραφικό A start in life από το Un debut dans la vie (Ξεκίνημα στη ζωή) του Μπαλζάκ, σε μια περίοδο, όπως είχε πει η ίδια, εξαιρετικά σκληρή. Αυτό το μυθιστόρημα, όπως το βραβευμένο Hotel du lac και το Κοίταξέ με, αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα: πολύτιμες αλλά ντροπαλές γυναίκες που συνθλίβονται από τις συμβάσεις που τους επιβάλλει ένα περιβάλλον κυνικών και αδιάφορων ανθρώπων.

Κοίταξέ με

Το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα αρχίζει με την περιγραφή πινάκων που απεικονίζουν τη μελαγχολία, που αποτελούν μέρος του φωτογραφικού αρχείου του οποίου είναι υπεύθυνη η Φράνσις Χίντον, στη βιβλιοθήκη ενός ινστιτούτου ιατρικών ερευνών ειδικευμένου στη μελέτη των προβλημάτων της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως, για παράδειγμα, η μελαγχολία και η ψύχωση· «μια εγκυκλοπαίδεια αρρώστιας και θανάτου» το χαρακτηρίζει η ίδια. Ζει στο τεράστιο σπίτι που έχει κληρονομήσει από τους γονείς της, στο οποίο κάθε φορά που επιχειρεί ν’ αλλάξει κάτι, η Νάνσυ, η υπηρέτρια που κατοικεί σ’ αυτό από πάντα, σπεύδει αμέσως να επαναφέρει στη πρωθύστερη κατάσταση. Την ασφαλή της ρουτίνα συμπληρώνουν η Ολίβια, μια φίλη από τη δουλειά και λίγες παλιές οικογενειακές σχέσεις. «Εύχομαι μερικές φορές να ήμουνα διαφορετική […]θα ήθελα να ήταν πιο εύκολη η ζωή μου. Γι’ αυτό γράφω, όταν νιώθω να με κυριεύει η μοναξιά [...] να με κάνει στην πραγματικότητα αθέατη, το γράψιμο είναι ο τρόπος μου για να ακούγεται η φωνή μου. Για να θυμίζω στον κόσμο ότι υπάρχω», εξομολογείται. Η συναναστροφή της με ένα συνάδελφό της και τη γυναίκα του, που ζουν μια «κανονική», ανέμελη ζωή, θα αλλάξουν την καθημερινότητά της αφού από αυτούς θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί κάποιον με τη δική της συστολή. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη κι έτσι μέσα από το βλέμμα της Φράνσις παρακολουθούμε τη ζωή της, την πίεση που υφίσταται, χωρίς η ίδια να το ξέρει ακόμη, όταν δεν ακολουθεί και δεν υιοθετεί αυτά που ως κανονικότητα της προβάλλουν και της επιβάλλουν οι νέοι της φίλοι, καταστρέφοντας στη συνέχεια την εύθραυστη ευτυχία της με τον ίδιο εγωκεντρισμό με τον οποίο τη βοήθησαν να τη δημιουργήσει: σαν παιχνίδι συναναστροφής. Στις πολλές σπαρακτικές σελίδες που η Φράνσις προσπαθεί να κατανοήσει τα γεγονότα, δεν τους κατακρίνει ποτέ, τους θεωρεί αθώους: «Έπαιρναν απλούστατα αυτό που ήθελαν, αυτός είναι ο νόμος»· οι πιο σκληρές σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που η Φράνσις, προκειμένου να αποφύγει τη μοναξιά που της φαίνεται πλέον αφόρητη, είναι διαθέσιμη να ενδώσει, χωρίς απαιτήσεις, σε αυτούς που σαδιστικά την απέρριψαν.

Hotel du lac

Περισσότερο χειραφετημένη η Ίντιθ Χόουπ, διάσημη συγγραφέας αισθηματικών μυθιστορημάτων, που στην εμφάνιση θυμίζει πολύ τη Βιρτζίνια Γουλφ, εγκαταλείπει την ημέρα του γάμου της τον μέλλοντα σύζυγό της, που θα παντρευόταν για να εκπληρώσει την επιθυμία του περίγυρού της, και τον παντρεμένο εραστή της και καταφεύγει στην Ελβετία σε ένα παλιομοδίτικο ξενοδοχείο, διαθέσιμη κοινωνικά σε θεατρικά παράδοξους ή και ανατριχιαστικούς επισκέπτες, όπως η κα Πιούζεϊ και η προσκολλημένη σε αυτήν νεαρή κόρη της που στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι είναι μεσήλικη -απορρίπτοντας τελικά μια άλλη βασισμένη σε κυνική λογική πρόταση γάμου, θα κάνει μια επιλογή μοναξιάς και θα επιστρέψει στον παντρεμένο εραστή.

Οι πρωταγωνίστριές της Ανίτα Μπρούκνερ δεν αποτελούν πρότυπα από τα οποία θα εμπνευστείς τις υπερβάσεις σου, αντίθετα είναι ο καθρέφτης των χαρακτηριστικών εκείνων και των αντιφάσεων που φοβάσαι ότι μπορεί να έχεις και μισείς. Οι πρωταγωνίστριές της ζουν σε έναν αφιλόξενο κόσμο, με μια διαρκή αίσθηση εκτοπισμού και αποξένωσης. Ενώ είναι οικονομικά αυτόνομες και επαγγελματικά καταξιωμένες αυτό δεν τους εξασφαλίζει και τη συναισθηματική ανεξαρτησία. Η ζωή τους αποτελεί σπουδή πάνω στη μοναξιά και τη στέρηση της ερωτικής εκπλήρωσης. Η Ανίτα Μπρούκνερ δεν υπήρξε φεμινίστρια, όμως έδωσε βήμα σε αυτές, τις «αθέατες» γυναίκες, για να ακουστεί η φωνή τους. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

Βιβλιοαναφορές

«Κοίταξέ με», μτφ Έρη Κανδρή, Ωκεανίδα, 1987
Ανίτα Μπρούκνερ, «Hotel du lac», μτφ Μαρία Φωστιέρη, Ωκεανίδα, 1988
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet