Του Κωστή Γιούργου

Τα βλέμματα όλων είναι  στραμμένα στο δημοψήφισμα που διεξάγεται σήμερα στην Ιταλία. Αν  ο Ματέο Ρέντσι χάσει, όπως είναι το πιο πιθανό, και ο ίδιος αποχωρήσει από την ιταλική πολιτική σκηνή, όπως έχει δεσμευτεί, οι εξελίξεις θα θέσουν επ’ αμφιβόλω την παραμονή της Ιταλίας στην ευρωζώνη. Το ενδεχόμενο αποχώρησης του Ρέντσι απειλεί την τρίτη σε μέγεθος οικονομία της ευρωζώνης με πολιτικό χάος και εκθέτει την Ευρώπη στον άμεσο κίνδυνο της αποσύνθεσης.
Ωστόσο, το πιο σημαντικό από τα βαθύτερα αίτια του ενδεχόμενου ιταλικού εκτροχιασμού δεν είναι αυτό καθαυτό το δημοψήφισμα, αλλά η πτωτική τροχιά της ιταλικής οικονομίας από τότε που η χώρα υιοθέτησε το ευρώ. Επιπλέον της καταστροφικής παράλειψης της Ευρώπης να απαντήσει στην κρίση της ευρωζώνης το 2010-2012 οικοδομώντας μια ανθεκτική και αλληλέγγυα οικονομική και τραπεζική ένωση, επιλέγοντας, αντιθέτως –με ευθύνη της Γερμανίας– να υιοθετήσει πολιτικές λιτότητας, με συνέπεια την εκτίναξη της ύφεσης και της ανεργίας.
Με αποτέλεσμα, μετά τους ανέργους, να είναι τώρα η σειρά των περίφημων αγορών να βιώσουν την ανασφάλεια. Ενδεικτικό του ότι οι επενδυτές μπορεί να αντιδράσουν ως εάν να τελειώνει το παιχνίδι, είναι το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις των μεγάλων τραπεζών σε ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα μειώνονται σταθερά, κάτι που δημιουργεί υπόνοιες ότι οι αγορές προεξοφλούν περίοδο αστάθειας και υψηλού ρίσκου. Πιθανότατα οι αγορές εκτιμούν ότι το κύμα ευρω-αμφισβήτησης δεν θα περιοριστεί  στην Ιταλία, αλλά θα πλήξει την Ευρώπη, ανοίγοντας τις πύλες της γαλλικής προεδρίας στην Μαρίν Λεπέν, η οποία έχει δεσμευτεί ότι θα θέσει στη δημοψηφισματική κρίση των Γάλλων την παραμονή ή όχι της χώρας τους στην ΕΕ. Αν οι Γάλλοι επιλέξουν έξοδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει θα θεωρείται παρελθόν. Και μαζί της το ευρώ.

Βεβαρυμένο παρελθόν

Το ευρωπαϊκό νόμισμα έχει βεβαρυμένο παρελθόν. Ξεκίνησε ως εργαλείο ενοποίησης και κατέληξε να ρηγματώσει την Ευρώπη, με την ευρωζώνη διασπασμένη σε χώρες πλεονασματικές και σε χώρες ελλειμματικές, σε Βορρά και σε Νότο, σε Γερμανία και στους υπόλοιπους. Για πρώτη φορά από το τέλος του πολέμου  τα  κράτη της Ευρώπης αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο με τόση εχθρότητα. Εξαιτίας του κοινού νομίσματος, τις ελπίδες για μια ευρωπαϊκή Γερμανία αντικατέστησε ο φόβος για μια γερμανική Ευρώπη.
Το ευρώ, ως κοινό νόμισμα —σωστότερα, ως καθημερινή νομισματική μονάδα– τέθηκε σε κυκλοφορία την 1η Ιανουαρίου 2002. Αν σήμερα, 16 χρόνια μετά, αναδεικνύεται σε παράγοντα διακινδύνευσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, οφείλεται, κυριότατα, στο ότι δεν σχεδιάστηκε στην προοπτική μιας Ευρώπης προσανατολισμένης στην ολοκλήρωση –προοπτική που τέθηκε νωρίς στο περιθώριο– αλλά στη λογική της ευθυγράμμισης με το γερμανικό μοντέλο, της συμμόρφωσης με τους σχεδιασμούς του Βερολίνου. Απόδειξη το γεγονός ότι οι σχεδιασμοί της γερμανικής πολιτικής ελίτ κινούνται έκτοτε παράλληλα και αλληλένδετα με τους ρυθμούς αυξανόμενης κατίσχυσης του ευρώ. Δεν χρειάστηκαν παρά τρία χρόνια από την κυκλοφορία του για να επιβεβαιωθεί έμπρακτα αυτή η σχέση. Στις 10 Οκτωβρίου 2005 συμφωνήθηκε ο μεγάλος συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και Χριστιανοκοινωνιστών  (CSU). Και ακούστηκε για πρώτη φορά ευρέως το όνομα Άνγκελα Μέρκελ. Που παρέμεινε έκτοτε, επί 11 χρόνια μέχρι σήμερα, συνδεδεμένο άρρηκτα με τη νέα, γερμανόστροφη τροπή του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Μετά από έντεκα χρόνια συνεχούς παραμονής της κ. Μέρκελ στην Καγκελαρία –και μόλις πριν δέκα μέρες, στις 17 Νοεμβρίου στο Βερολίνο–, ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να αποσοβήσει τους κινδύνους τους οποίους θεωρεί ότι εγκυμονεί για  την στρατιωτική (βλέπε ΝΑΤΟ) και την οικονομική συμμαχία (βλέπε ΤΤΙΡ) η προεδρία Τραμπ, εμπιστεύτηκε τη συνέχεια της πολιτικής του στη γερμανίδα καγκελάριο. Η  κ. Μέρκελ αποδέχτηκε πρόθυμα τον αναβαθμισμένο ρόλο και ανταπέδωσε τη γενναιόδωρη χειρονομία –την οποία, και δικαίως, αλοίμονο, ερμήνευσε ως επιβράβευση της γερμανικής διαχείρησης της Ευρώπης...– υπενθυμίζοντας στον κ. Ομπάμα ότι η χώρα της επέλεξε το αμερικανικό πρότυπο για την ανοικοδόμησή της μεταπολεμικά. Στο ζήλο της, μάλιστα, να βεβαιώσει για την απόφασή της να προωθήσει το συγκεκριμένο πρότυπο διεθνώς,  επέτρεψε στον εαυτό της να το περιγράψει με τη δυσοίωνη έκφραση «γερμανική τάξη πραγμάτων»...

Δύο συν ένας λόγοι...

Μια έμπειρη πολιτικός δεν θα εκστόμιζε κάτι τέτοιο παρά μ��νο για δυο λόγους. Είτε γιατί δεν έχει αντιληφθεί σε ποιο βαθμό αμφισβητείται σήμερα το ευρωπαϊκό εγχείρημα –αλλά και η ίδια τη χώρα της από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους– είτε επειδή θέλησε να δρέψει πολιτικά οφέλη εν όψει της νέας υποψηφιότητας της για την Καγκελαρία.
Αλλά, ίσως υπάρχει και ένα τρίτος, ακόμη πιο σοβαρός λόγος που εκφράστηκε τόσο απερίφραστα: Η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς, να σημαίνει, μαζί με το   Brexit, «την αρχή του τέλους» του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης. Αν αυτός είναι ο λόγος που η γερμανίδα καγκελάριος, αποδεχόμενη το νέο ρόλο της, σπεύδει να κλείσει για την ίδια και τη χώρα της μια καλή θέση στη διαφαινόμενη νέα διεθνή πραγματικότητα, τότε η ευρωπαϊκή ενοποίηση όπως την γνωρίζουμε μάλλον έχει ημερομηνία λήξεως. Μπορεί να σημαίνει ότι η κ. Μέρκελ, και μαζί της η Γερμανία, προεξοφλεί ανομολόγητα ότι,  στη σκιά της προεδρίας Τραμπ, η σημερινή ευρωπαϊκή συσπείρωση θα παραχωρήσει, αργά ή γρήγορα, τη θέση της σε μια ολιγομελέστερη λέσχη, που η Γερμανία πρέπει να είναι έτοιμη να αναλάβει την κηδεμονία της – όπως, εξάλλου, προετοιμάζεται από καιρό να κάμει...
Θα είναι μια κεντροευρωπαϊκή Ευρώπη όμοια, τηρουμένων όλων των  αναλογιών, με τις μοιραίες γερμανόφωνες κεντροευρωπαϊκές αυτοκρατορίες των δύο προηγούμενων αιώνων;
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet