tonia

Η μάχη για το ιταλικό δημοψήφισμα της 4ης Δεκέμβρη με στόχο τη συνταγματική αναθεώρηση γίνεται όλο και δριμύτερη. Σ’ αυτήν εμπλέκονται όχι μόνο οι ιταλοί πολίτες, αλλά μοιάζει να έχει συγκεντρώσει την προσοχή ολόκληρης της υφηλίου. Δεν είναι μυστικό ότι όλες οι ισχυρές εξουσίες και τα μίντια που τις υποστηρίζουν τα δίνουν όλα τις τελευταίες εβδομάδες για τη νίκη του «Ναι». Σύμφωνα με τον γερμανό υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο ιταλός πρωθυπουργός «φαίνεται να μπορεί να κάνει μεταρρυθμίσεις περισσότερο από άλλους». Εξηγείται, λοιπόν, γιατί ο υπουργός δεν δίστασε να δηλώσει πως αν ήταν ιταλός θα ψήφιζε «Ναι» και να τονίσει ότι «αν ο Ρέντσι χάσει, δεν πρέπει να αποσυρθεί από την πολιτική και πρέπει να συνεχίσει την προσπάθειά του για να βελτιώσει την Ιταλία». Το ίδιο ισχύει και για τον γερμανό υπουργό Εξωτερικών Σταινμάγιερ, ο οποίος είναι βέβαιος για την «αναγκαία επιτυχία» του Ρέντσι.
Αναρωτιέται κανείς, γιατί οι αξιωματούχοι της ΕΕ, ο Ομπάμα, μεγάλες εφημερίδες ανά τον κόσμο, αλλά και οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές, ανησυχούν τόσο πολύ για μια συνταγματική αναθεώρηση. Αναρωτιέται γιατί η Goldman Sachs υπογραμμίζει τους κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα της Ιταλίας σε περίπτωση νίκης του «Όχι», φθάνοντας στο σημείο να υποθέτει μια έξοδο της Ιταλίας από το ευρώ. Ακολουθούν οι Financial Times, που μιλάνε για κίνδυνο πτώχευσης μέχρι και οκτώ ιταλικών τραπεζών. Όλες αυτές οι κραυγές που αφορούν το ιταλικό δημοψήφισμα μοιάζουν να θέλουν να τρομοκρατήσουν τους ιταλούς πολίτες ώστε να μην ψηφίσουν «Όχι».

Προς τι ο εκφοβισμός;

Όμως, η λέξη που επανέρχεται συνεχώς σε όλες αυτές τις τοποθετήσεις είναι η λέξη «μεταρρυθμίσεις». Πριν λίγες μέρες, ο Economist υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί πως σε περίπτωση αποτυχίας της συνταγματικής αναθεώρησης θα επέλθει το χάος είναι λανθασμένοι, αλλά ότι είναι αναγκαίες συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις και εκεί πρέπει να στραφεί η προσοχή.
Στη μάχη υπέρ του «Ναι» έχει ριχτεί και το «βαρύ πυροβολικό» της ιταλικής πολιτικής. Εκτός από τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, και ο πρώην επίτροπος ΕΕ και πρώην πρωθυπουργός Ρομάνο Πρόντι δήλωσε ότι νιώθει πως έχει χρέος να δημοσιοποιήσει το «Ναι» του, «παρότι η μεταρρύθμιση δεν έχει την αναγκαία βαθύτητα και σαφήνεια, με την ελπίδα ότι αυτό θα ενισχύσει τους δημοκρατικούς κανόνες, κυρίως μέσα από τον εκλογικό νόμο».
Ο εκλογικός νόμος, που αρχικά προέβλεπε διπλό γύρο βουλευτικών εκλογών σε περίπτωση μη ύπαρξης της αναγκαίας πλειοψηφίας, ήταν το μεγάλο αγκάθι μεταξύ του Ματέο Ρέντσι και της μειοψηφίας του κόμματός του. Ένα τμήμα των βουλευτών του δέχτηκε να ψηφίσει «Ναι», έπειτα από τη διαβεβαίωση του πρωθυπουργού για την αλλαγή του εκλογικού νόμου μετά το δημοψήφισμα.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα Corriere della Sera, ο Ματέο Ρέντσι, σε ερώτηση του δημοσιογράφου, που του επισημαίνει το γεγονός ότι χωρίς δεύτερο γύρο, με τους τρεις πόλους που έχουν πλέον δημιουργηθεί, υπάρχει φόβος να μην επιτευχθεί απόλυτη πλειοψηφία και να σχηματιστεί κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, απαντά υπεκφεύγοντας και λέγοντας ότι «μ’ αυτό θα ασχοληθούμε μετά το δημοψήφισμα. Ας επικεντρωθούμε τώρα στο ερώτημα του δημοψηφίσματος».
Στη συνέχεια πλέκει το εγκώμιο στον ιταλικό νόμο Σταθερότητας, που θα πρέπει να ψηφιστεί από τη Βουλή, διότι «η οικονομία πάει καλύτερα και υπάρχει ανάπτυξη πάνω από το 1%» και, επομένως, «δεν υπάρχει καμία υπόθεση προσωρινής άσκησης του νόμου».
Στη συνέχεια, ο Ρέντσι δηλώνει  ότι  δεν έχει ανάγκη να προσθέσει «μια γραμμή στο βιογραφικό του» και ότι είναι διατεθειμένος να παραμείνει μόνο αν η Ιταλία μπορεί να εξακολουθήσει να αλλάζει. «Αν όμως», τονίζει, «πρόκειται απλά να υπεκφύγουμε και να επιπλεύσουμε, υπάρχουν άλλοι ικανότεροι από μένα».
Και καταλήγει: «Αν νικήσουμε, μπορούμε να καθορίσουμε το παιχνίδι στην Ευρώπη, αρχίζοντας από την πρόκληση που αφορά στη μετανάστευση και στην ανάπτυξη».

«Όχι» στον περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας

Όμως, παρόλη την προσπάθεια του Ρέντσι να πείσει ότι στο δημοψήφισμα η πλάστιγγα θα γείρει τελικά υπέρ του «Ναι», με τον ισχυρισμό μάλιστα ότι οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια μετατόπιση του «Όχι» προς το «Ναι», μοιάζει μάλλον να συμβαίνει το αντίθετο.
Το μέτωπο του «Όχι» δέχεται κατηγορίες ότι έχει συνασπιστεί με τις λαϊκιστικές δυνάμεις και με τη δεξιά, όμως ο πρώην γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος, Λουίτζι Μπερσάνι, που ανήκει στη μειοψηφία και επιμένει στην άποψη του «Όχι», δηλώνει ότι βλέπει μεγάλο μέρος της αριστεράς σ’ αυτό το «Όχι», οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, την Ένωση Αντιστασιακών, το μεγαλύτερο συνδικάτο της Ευρώπης, την CGIL, και πολλούς απλούς ανθρώπους που ψήφισαν το Δημοκρατικό Κόμμα και δεν έχουν πειστεί γι’ αυτή την αναθεώρηση. Για το μέτωπο του «Όχι» είναι ξεκάθαρος ο επιδιωκόμενος περιορισμός της λαϊκής κυριαρχίας και ψευδής ο ισχυρισμός περί μείωσης του κόστους της πολιτικής, καθώς και ο ισχυρισμός κατάργησης της Γερουσίας, διότι όχι μόνο θα εξακολουθήσει να υπάρχει, αλλά θα αποτελείται από διορισμένους δημάρχους και περιφερειάρχες.
Στους οπαδούς του «Όχι» συγκαταλέγεται και ο γνωστός ενενηντάχρονος συγγραφέας Αντρέα Καμιλέρι, ο οποίος, τυφλός πλέον, δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να υποστεί δύο οφθαλμολογικές εξετάσεις προκειμένου να πάει να ψηφίσει.
Στο μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων που μέσω του «Όχι» επιδιώκουν να υπερασπίσουν τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία απέναντι στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, προστίθεται ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων θυμωμένων με την πολιτική της κυβέρνησης Ρέντσι και τις «μεταρρυθμίσεις» της στις συντάξεις, στην παιδεία, στην υγεία, στη μείωση των κοινωνικών δαπανών και στην απορρύθμιση της εργασίας που τόσο «επιτυχημένα» επέβαλε.
Αυτό αποδεικνύεται και από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις που δημοσιεύτηκαν την 18η Νοεμβρίου (στην Ιταλία υπάρχει απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων για δεκαπέντε μέρες πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, προς αποφυγή επηρεασμού των ψηφοφόρων).

Οι δημοσκοπήσεις

Μια από αυτές τις δημοσκοπήσεις, του Ινστιτούτου Piepoli, δείχνει ότι στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει εκρηκτική, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε διάσπαση, σε συνέδριο ή και σε παραίτηση του Ματέο Ρέντσι από τη θέση του γραμματέα. Το 34% των Ιταλών πιστεύει ότι μετά το δημοψήφισμα είναι πιθανό να σταθεροποιηθεί η γραμματεία, με τη βάση, όμως, να έχει κριτική στάση απέναντι στον Ματέο Ρέντσι, ενώ το 40% πιστεύει ότι θα υπάρξει σαφής διαχωρισμός μεταξύ της πλειοψηφίας που θέλει το «Ναι» και της μειοψηφίας που θέλει το «Όχι». Το 26% δεν έχει γνώμη ή είναι αναποφάσιστο.
Πάντως, στις δημοσκοπήσεις μέχρι την 18η Νοεμβρίου η αποχή παραμένει υψηλή (42%), οι αναποφάσιστοι μεταξύ «Ναι» και «Όχι» είναι γύρω στο 17%, ενώ σε όσους δηλώνουν αποφασισμένοι εμφανίζεται σαφής διαφορά υπέρ του «Όχι», που φθάνει από τη μια έως τις δώδεκα μονάδες. Εννέα διαφορετικές εταιρείες δημοσκοπήσεων  (Demos&Pi/Demetra, Ixé, Index Research, Ipr Marketing, Tecnè, Demopolis, Emg Acqua, Scenari Politici/Winpoll e Eumetra Monterosa) καταγράφουν (χωρίς τους αναποφάσιστους και τους απέχοντες) ότι εκείνοι που είναι αντίθετοι με την αναθεώρηση κυμαίνονται μεταξύ του 50,6 και του 55,2% του συνόλου, ενώ οι ψηφοφόροι που είναι υπέρ της αναθεώρησης κυμαίνονται μεταξύ του 44,8 και του 49,6%.
Αναμφίβολα, οι δημοσκοπήσεις στην Ιταλία δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη επιτυχία και γι’ αυτό πρέπει γενικά να διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας.
Είναι πάντως βέβαιο ότι την επομένη της 4ης Δεκεμβρίου, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, δεν θα έχει έρθει το τέλος του κόσμου. Ίσως όμως να είναι η απαρχή μιας νέας μεγαλύτερης εμπλοκής του λαϊκού παράγοντα και της αριστεράς στην πολιτική ζωή της Ιταλίας και η απαρχή για την οικοδόμηση μιας δημοκρατικότερης Ευρώπης, όπως εύχεται και ελπίζει η ιταλική αριστερά που, ασφαλώς, ανήκει στο μέτωπο του «Όχι».

Τόνια Τσίτσοβιτς
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet