kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Η απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 στην Τουρκία, φαίνεται ότι αποτέλεσε για τον πρόεδρο της χώρας μία θαυμάσια ευκαιρία να κατατροπώσει τους εσωτερικούς του αντιπάλους, δηλαδή όλους εκείνους οι οποίοι δεν είναι αναφανδόν υπέρ του, όπως επίσης και να προωθήσει τα σχέδια του για περιφερειακή ηγεμονία της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή. Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για την επίτευξη των στόχων αυτών είναι οι απηνείς διωγμοί των εσωτερικών του αντιπάλων, καθώς και η στρατηγική των αυξανόμενων προκλήσεων και απειλών προς τις γειτονικές χώρες. Παράλληλα, ο τούρκος πρόεδρος ακολουθεί τη δική του ατζέντα, ερχόμενος σε αντίθεση με όλους του τους συμμάχους σωρεύοντας τη δυσαρέσκεια τους.

Τουρκικές προκλήσεις

Πράγματι, τους τελευταίους μήνες ο πρόεδρος της Τουρκίας απειλεί ανοικτά την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ κάνει επίδειξη δύναμης στο Ιράκ και την Συρία, προσπαθώντας να επιβάλλει τη χώρα του ως μέρος της λύσης της συρο – ιρακινής κρίσης. Στήριγμά του κατά την περίοδο αυτή αποτελεί η Ομοσπονδία της Ρωσίας, με την οποία η Άγκυρα φρόντισε να αναθερμάνει τις σχέσεις της, πράγμα που κατέστη δυνατόν με βάση τη λογική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου».
Η κατάσταση αυτή έχει συμβάλλει στην αναβίωση φοβικών συνδρόμων στην Ελλάδα και δεν είναι λίγοι εκείνοι –ευτυχώς όχι σε επίπεδο ηγεσίας- που φοβούνται μία ένοπλη επίθεση της Τουρκίας εναντίον των ελληνικών νησιών του Αιγαίου ή ακόμα και εναντίον της Κύπρου, αφού όχι μόνο ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αμφισβητεί συστηματικά την Συνθήκη της Λωζάννης (1923) -δηλώνοντας ότι η Συνθήκη αυτή αδικεί την Τουρκία- αλλά και διεκδικεί απροσχημάτιστα ελληνικά νησιά και βραχονησίδες, μη αρκούμενος στις «γκρίζες ζώνες». Επί πλέον, οι τουρκικές προκλήσεις πολλαπλασιάζονται και επεκτείνονται στην Κύπρο, με στόχο τη νομιμοποίηση της παράνομης κατοχής της Βόρειας Κύπρου από τουρκικά στρατεύματα, με μοχλό την ύπαρξη του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα. Προφανώς ο τούρκος πρόεδρος θεωρεί ότι οι διεθνείς πιέσεις για επίλυση του Κυπριακού, σε συνδυασμό με τις συνεχείς απειλές της Άγκυρας, θα κάμψουν την Αθήνα και την Λευκωσία, κάνοντάς τες να αποδεχθούν τους εκβιασμούς της.
Εκ πρώτης όψεως, η θέση του τούρκου πρόεδρου μοιάζει ισχυρή: η Κύπρος είναι μία μικρή χώρα χωρίς ιδιαίτερες δυνατότητες αντίστασης στον τουρκικό επεκτατισμό, η Ελλάδα μαστίζεται από μία πολύπλευρη κρίση, όπως επίσης και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ενώ ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ έχει δώσει την εντύπωση ότι είναι φίλα προσκείμενος προς την Άγκυρα. Επί πλέον, η Τουρκία έχει την υποστήριξη της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, διαθέτει το όπλο των προσφύγων έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατέχει μία σημαντική γεωστρατηγική θέση την οποία χρειάζονται οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Τα φαινόμενα απατούν

Παρά ταύτα, τα φαινόμενα απατούν. Κατ΄αρχήν η προσέγγιση Μόσχας – Άγκυρας παραμένει επισφαλής όχι μόνο διότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν έχει ξεχάσει την κατάρριψη του μαχητικού της αεροσκάφους τον Νοέμβριο του 2015, αλλά και διότι τα συμφέροντα των δύο χωρών στο μείζον ζήτημα της συριακής κρίσης αποκλίνουν: η Τουρκία στηρίζει τις ισλαμικές οργανώσεις και επιδιώκει την εκμηδένιση των Κούρδων –τουλάχιστον της Συρίας- ενώ η Ρωσία επιδιώκει την ισχυροποίηση του καθεστώτος Άσαντ, ώστε να εξασφαλίσει την παραμονή της στις βάσεις που έχει στην Συρία διασφαλίζοντας έτσι τα στρατηγικά της συμφέροντα στην Μεσόγειο.
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι η ωμή και συνεχής καταπάτηση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων αποτελεί μείζον εμπόδιο για την συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, όπως επίσης ανυπέρβλητο εμπόδιο αποτελεί και η παράνομη κατοχή της Βόρειας Κύπρου, πολύ περισσότερο που η Κύπρος είναι μέλος της Ε.Ε. Ως εκ τούτου, η Άγκυρα δηλώνει ότι δεν χρειάζεται την ΕΕ και δεν την ενδιαφέρει η ενταξιακή διαδικασία. Ωστόσο, η τουρκική οικονομία χωλαίνει όλο και περισσότερο και είναι σαφές ότι η Τουρκία έχει ανάγκη την ευρωπαϊκή οικονομική στήριξη. Επομένως, παρά τα όσα ισχυρίζεται, η Τουρκία δεν μπορεί να διακόψει τις σχέσεις της με τις Βρυξέλλες ούτε μπορεί να «πνίξει την Ευρώπη με τους πρόσφυγες» αφενός διότι αυτό δεν μπορεί να γίνει από την μία μέρα στην άλλη και αφετέρου διότι αυτό θα της κοστίσει πολύ ακριβά.

Σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας

Αναφορικά με την αμερικανική στάση στην μετά-Ομπάμα εποχή τα δεδομένα που υπάρχουν είναι αντιφατικά και ασαφή, δεδομένου ότι ο Ντόναλντ Τράμπ, μέχρι στιγμής, έχει υπαναχωρήσει αρκετές φορές από προεκλογικές του δηλώσεις. Το βέβαιο είναι ότι η Τουρκία είναι ένας σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ, επειδή κατέχει μία σημαντική γεωστρατηγική θέση. Όμως, ένας σύμμαχος είναι σημαντικός στον βαθμό που η πολιτική του δεν δυναμιτίζει την πολιτική και τα συμφέροντα του μεγάλου του συμμάχου. Κατά συνέπεια, ή η Άγκυρα θα πρέπει να αλλάξει πολιτική στο συριακό ζήτημα και στα ελληνο-τουρκικά ή η Ουάσιγκτον υπό την νέα κυβέρνηση θα πρέπει να ευθυγραμμίσει την πολιτική της με αυτήν της Τουρκίας.
Αυτό το τελευταίο ενδεχόμενο θα πρέπει να θεωρηθεί απίθανο όχι μόνο για λόγους γοήτρου αλλά και διότι τα συμφέροντα των δύο άνισων αυτών συμμάχων είναι αποκλίνοντα. Στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, οι ΗΠΑ δεν είναι δυνατόν ούτε να επιστρέψουν στον απομονωτισμό τους, ούτε βέβαια να εγκαταλείψουν την ευρύτερη Μέση Ανατολή, όπου διακυβεύονται ζωτικής σημασίας συμφέροντα τους αν όχι η ίδια τους η ασφάλεια. Η αμερικανική ασφάλεια, όμως, πλήττεται από τη στήριξη που παρέχει η Τουρκία στο ΙΣΙΣ, την καταστροφή του οποίου επιδιώκουν οι ΗΠΑ, αντίφαση που δημιουργεί –εκ προοιμίου- ένα ακανθώδες πρόβλημα στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις. Επιπλέον, οι ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν τις πολλαπλές κρίσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής χρειάζονται συνοχή και σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, περιοχή που καλύπτεται από την Ελλάδα και την Τουρκία.

Ψυχραιμία και αποφασιστικότητα

Με αυτά τα δεδομένα, μία τουρκική επίθεση στο Αιγαίο ή την Κύπρο είναι κάτι που ένας λογικός διεθνής δρών θα απέφευγε, πολύ περισσότερο που στην σύγχρονη εποχή το ζεύγος κόστος –ωφέλεια όσον αφορά την έναρξη πολέμου είναι απαγορευτικό. Στην απευκταία –και απίθανη- περίπτωση που η Άγκυρα θα επιχειρούσε να καταλάβει ελληνικά νησιά ή έστω βραχονησίδες, το μόνο που θα κέρδιζε θα ήταν αυξημένες αμερικανικές και ευρωπαϊκές πιέσεις -ή ακόμα και κυρώσεις- ώστε να σταματήσει τις επιθετικές της κινήσεις. Επίσης, η Τουρκία δεν έχει κανέναν λόγο να κάνει μία νέα στρατιωτική επίθεση στην Κύπρο, δεδομένου ότι αυτό θα στρεφόταν εναντίον της χωρίς να έχει κανένα πραγματικό όφελος, αφού ήδη κατέχει –παρανόμως- το βόρειο τμήμα της χώρας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από αυξημένη ρευστότητα, αβεβαιότητα και πολλαπλούς κινδύνους. Σε μία τέτοια περίοδο όμως –και με δεδομένους τους συσχετισμούς δυνάμεων- τα ισχυρότερα όπλα που διαθέτει η Ελλάδα είναι η ψυχραιμία, η αποφασιστικότητα και οι στοχευμένοι διπλωματικοί χειρισμοί. Χειρισμοί που θα αναδείξουν τη σημασία της Ελλάδας ως πόλο περιφερειακής σταθερότητας έναντι μιάς ασταθούς και επιθετικής Τουρκίας και θα υπογραμμίσουν τα σημεία σύγκλησης των ελληνικών και συμμαχικών συμφερόντων. Και αυτό είναι κάτι που έχει αποδειχθεί πολλές φορές επωφελές για την Ελλάδα, στην ταραγμένη ιστορία της χώρας.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet