off-side

Οπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτή  τη χώρα, από τις αναφορές του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου για τη στάση των θεσμών έναντι της Ελλάδας, προβλήθηκε και συζητήθηκε η πιο θεαματική και επιφανειακή πλευρά. Δηλαδή, εκείνη που αφορά την οξυμένη αντίδραση του έλληνα υπουργού στα όσα εξυφαίνονται σε βάρος της ελληνικής πλευράς πίσω από την πλάτη της.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά, τουλάχιστον εξίσου σημαντική. Ο έλληνας υπουργός, με όλο το βάρος της ευθύνης που απορρέει από τη θέση του ως βασικού διαπραγματευτή, εξέθεσε με συντομία αλλά και με σαφήνεια, δημόσια και όχι με διαρροές, πολιτικές πλευρές της διαπραγμάτευσης, που συνήθως μένουν στο ημίφως. Το έπραξε σε μια κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας, προφανώς για να μπορεί να αποδοθεί καλύτερα στον καθένα ο ρόλος που έχει εκ των πραγμάτων, πέρα από το εύπεπτο σχήμα του «καλού» και του «κακού» εταίρου.
Έκανε, όμως, και κάτι άλλο. Περιέγραψε πώς λειτουργεί ο ιμπεριαλισμός της εποχής μας, όπου την πολιτική των κανονιοφόρων ή των ληστρικών ανταλλαγών έχει αντικαταστήσει η πολιτική τής λιτότητας, της εσωτερικής υποτίμησης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ως μέσων για την αποκατάσταση σε «αξιοπρεπές» ύψος τής διαρκώς μειούμενης ικανότητας κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Εξασφάλιση ζωτικού χώρου

Αν ήθελε κάποιος να συνοψίσει, από αυτή τη σκοπιά, με απλά λόγια τις αναφορές του Ευκλείδη Τσακαλώτου στους θεσμούς, θα έλεγε ότι όλη η έγνοια τους είναι πώς θα διασφαλίσουν τα συμφέροντα των δανειστών ισορροπώντας τις εσωτερικές αντιθέσεις τους σε βάρος του πιο ή των πιο αδύνατων και δυσχεραίνοντας κατά το δυνατόν τις διεξόδους διαφυγής για την Ελλάδα. Η πρόταση-πρόκληση προς τους θεσμούς να μειώσουν έστω κατά μία μονάδα τα προβλεπόμενα για μετά το 2018 πρωτογενή πλεονάσματα, υποδείκνυε με πειστικό τρόπο ότι υπάρχουν λύσεις, αν υπάρχει θέληση για διαφορετική πολιτική επιλογή. Αυτή, όμως, απουσιάζει υπό τις δεδομένες συνθήκες και τους δεδομένους συσχετισμούς στην Ευρώπη. Εκείνο που τους νοιάζει, όπως φαίνεται, είναι να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να εξασφαλίσει η ελληνική κυβέρνηση περιθώρια κινήσεων για τις δικές της πρωτοβουλίες.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν παύει, βέβαια, να έχει σημασία τι θα αποφασιστεί αύριο στο Γιούρογκρουπ, ούτε παύει να έχει αξία η προσπάθεια να είναι η απόφασή του η καλύτερη δυνατή για την ελληνική πλευρά. Όμως, δεν πρέπει να υπερτιμήσουμε τις δυνατότητες, ούτε να καλλιεργήσουμε υπερβολικές προσδοκίες ακόμη και από μια επιτυχή σχετικά έκβαση αυτής της μάχης. Θα είναι πάρα πολύ καλό να έχουμε ένα κλείσιμο της αξιολόγησης χωρίς τραυματικές υποχωρήσεις και ένα σχέδιο ελάφρυνσης του χρέους με συγκεκριμένα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα μέτρα. Θα είναι επίσης πάρα πολύ βοηθητικό για την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και την ανάκτηση του χαμένου εδάφους να μπούμε στην ποσοτική χαλάρωση.

Αναζητώντας με ρεαλισμό το αδύνατο

Ωστόσο, δεν θα είναι τόσο εύκολο να εξασφαλίσουμε τους όρους για μια γρήγορη και σταθερή οικονομική μεγέθυνση, ικανή μάλιστα να επιδράσει θεαματικά στη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της ζήτησης. Ιδίως σε ένα ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον όπου η ύφεση βασιλεύει και η εγκληματικά πλεονασματική γερμανική οικονομία (και λογική) κυριαρχεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραδοθούμε σε μια καταστροφική μοιρολατρία. Η ψυχή της πολιτικής είναι η ασίγαστη πάλη για την αλλαγή των συσχετισμών, η οποία συνήθως διεξάγεται υπό δυσμενείς όρους για τους «από κάτω». Όσα ελπίζουμε και βάσιμα προσδοκούμε να αποφέρουν οι προσπάθειες της κυβέρνησης, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να είναι λιγότερα από αυτά που καλλιεργούνται ως προσδοκία στη συνείδηση των λαϊκών τάξεων.
Αυτή ήταν η λογική που υποσχέθηκε ότι θα ακολουθήσει η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015. Διέφερε σημαντικά από τη λογική του Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Και δεν είχε καμία σχέση με λογικές «αφηγημάτων επιτυχίας» ή με λογικές «ιδιοκτησίας του προγράμματος». Με προωθητικό και όχι μοιρολατρικό ρεαλισμό αναζητούσε τις ρωγμές και τα περιθώρια, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε ένα ασφυκτικά πιεστικό περιβάλλον. Έτσι ώστε, πρώτον, να στηριχτούν άμεσα όσοι πλήττονται περισσότερο από την κρίση, δεύτερον, να ανακτηθεί σταδιακά το χαμένο έδαφος κάτω από τα πόδια των ευρύτερων λαϊκών τάξεων, με πρώτο στόχο να ανακοπεί ο κατήφορος και, τρίτον, να μπει σε εφαρμογή ένα παράλληλο πρόγραμμα –αντίστιξη στην επιβεβλημένη συμφωνία.

Η ρητορική της επιτυχίας

Η ρητορική των τελευταίων μηνών αποκλίνει από αυτή τη λογική. Επιλέγει ως κεντρικό σημείο την επιδίωξη της εξόδου από την κρίση μέσω της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της κυβέρνησης έναντι των δανειστών. Με την ελάφρυνση του χρέους η ανάπτυξη προβλέπεται να έρθει σχεδόν ανεμπόδιστα. Έτσι, μετατίθεται το κέντρο βάρους στα θετικά αποτελέσματα από τη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, ή από την εφαρμογή των δεσμεύσεων, ενώ υποτιμάται η παραπληρωματική δράση τής κυβέρνησης.
Η διαφορά δεν είναι λεπτή και ασήμαντη. Εκτός αν προσχωρήσουμε στη θεωρία ότι με συνταγές λιτότητας και ύφεσης μπορεί να έχουμε αποτελέσματα αυτόματης ανάπτυξης. Όσο δίκαιη κι αν κατορθώσουμε να είναι αυτή η ανάπτυξη, δεν θα είναι αρκετή, εκ των πραγμάτων, για να οροθετήσει τη διαδρομή τής κυβέρνησης με σηματοδότες που θα τη χαρακτηρίζουν αριστερή, ριζοσπαστική, διαφορετική σε κάθε περίπτωση από μια συντηρητική νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση.
Και τέτοιους σηματοδότες δεν έχει πολλούς ως τώρα η κυβέρνηση. Αντίθετα, έχει ανησυχητικά σημάδια μειωμένης ικανότητας να δράσει αποτελεσματικά και έγκαιρα, ακόμα και σε πεδία όπου τα μνημονιακά εμπόδια δεν μοιάζουν ανυπέρβλητα. Αρκεί να θυμηθούμε, για παράδειγμα, τα διαφυγόντα κέρδη από άστοχους χειρισμούς στη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών.


Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet