Η απειλή και ο φόβος της βίας στοχεύουν κυρίως τις γυναίκες.
Καλωσήρθατε σε μια νέα περίοδο αντιφεμινισμού

antifeminismos

Της Άντζελα ΜακΡόμπι

Οταν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ήταν πρωθυπουργός της Ιταλίας, πήραμε μια πρόγευση όσων θα επακολουθήσουν στις ΗΠΑ. Μεγιστάνας των μίντια και σόουμαν, ο Μπερλουσκόνι είναι ένας άνδρας που αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως φυσικά κατώτερα όντα από εκείνον, ως ένα κομμάτι κρέας. Αντιπάλεψε με όλο του το είναι την ανεξαρτησία των γυναικών. Ήθελε να γυρίσει το χρόνο πίσω, τότε που οι γυναίκες «ήξεραν τη θέση τους» και ήταν υποταγμένες μητέρες, γιαγιάδες, ερωμένες, αισθησιακά κορίτσια. Όταν υποχρεώθηκε να συνδιαλλαγεί με μια ισχυρή γυναίκα της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής, όπως η γερμανίδα καγκελάριος Άντζελα Μέρκελ, ο Μπερλουσκόνι φέρθηκε σαν γελωτοποιός, που διασκεδάζει εις βάρος της, που φέρεται σαν σχολιαρόπαιδο δίπλα της και κάνει γκριμάτσες πίσω από την πλάτη της, για να την υποτιμήσει, σαν να είναι μια «γυναικούλα», που δεν αξίζει σεβασμό.
Ακόμα, ήρθε αντιμέτωπος με το φεμινιστικό κίνημα, υιοθετώντας ταυτόχρονα μια μεταφεμινιστική στάση: πρόσβαλε και χαρακτήριζε τις φεμινίστριες ως μη ελκυστικές γυναίκες, γριές και αηδιαστικές, ενώ ταυτόχρονα προωθούσε σε θέσεις ευθύνης γυναίκες που υπηρετούσαν το προφίλ της εντυπωσιακής, χωρίς προσόντα, φιγούρας. Και ύστερα ως νεοφασίστας εκτόξευε ύβρεις και φρικτές κατηγορίες εναντίον της αριστεράς, ενώ με όπλο του το λαϊκισμό, κινείτο στα όρια της νομιμότητας.

Ο αμετανόητος σεξισμός του Τραμπ

Βρισκόμαστε πια λίγα χρόνια αργότερα, και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα. Ο αμετανόητος σεξισμός του Τραμπ ξυπνά από το λήθαργο την πάλαι ποτέ επικρατούσα πατριαρχία, που με νέα πνοή αυτοπεποίθησης προσπαθεί να αναδυθεί. Γι’ αυτό έχε το νου σου Άντζελα Μέρκελ, Τερέζα Μέι και Νίκολα Στέρτζον. Οι ύβρεις και προσβολές χαμηλού επιπέδου, που καταργούν κάθε υπόνοια πολιτικού πολιτισμού, στοχεύουν στην απαξίωση των γυναικών, ανεξάρτητα της πολιτικής τους τοποθέτησης.
Από τις 8 Νοεμβρίου 2016, πολλές φεμινίστριες προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα υψηλά ποσοστά ψήφων προς τον Τραμπ από λευκές γυναίκες. Είναι ενδεικτικά ενός νέου μισογυνισμού των γυναικών; Ένα μεγάλο μέρος αυτών των γυναικών έδειξαν την οργή τους στη Χίλαρι Κλίντον, ως μια πολιτικό που επέδειξε «ελιτίστικο λευκό φεμινισμό», ενώ απέτυχε να συνδεθεί με τις εργαζόμενες γυναίκες των ΗΠΑ. Ωστόσο, υψηλά ποσοστά μαύρων γυναικών ή μεταναστριών ψήφισαν την Κλίντον, όχι μόνο για να καταγγείλουν το ρατσισμό του Τραμπ, αλλά και γιατί δεν εκφράζονται από το μεταφεμινισμό, που βλέπει τη γυναίκα ως ένα πλάσμα που πρέπει να τύχει της προστασίας του κουβαλητή συζύγου ή πατρός της. Η εργατική τάξη δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει αυτό το μοντέλο, επομένως έμοιαζε εκτός πραγματικότητας η επιστροφή στο αρχέτυπο πρότυπο της νοικοκυράς του 1950.
Σε κάθε περίπτωση, το επιχείρημα πως η Κλίντον δεν μπόρεσε να συνδεθεί με τις ψηφοφόρους που δεν είδαν αυξήσεις στο εισόδημά τους για δεκαετίες, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το λόγο που αρκετές από αυτές προτίθεντο να ψηφίσουν τον άντρα που διατείνεται τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους και επομένως της δυνατότητάς τους να συμμετέχουν ισότιμα στην αγορά εργασίας. Αυτό το φαινόμενο ερμηνεύεται μονάχα αν αποδεχτούμε τον παράγοντα του μεταφεμινισμού.

Ο παράγοντας του μεταφεμινισμού

Παρότι ο αντιφεμινισμός συνεχώς παραλλάσσεται, είναι πάντα παρών. Όπως υποστήριξε η συγγραφέας και ακτιβίστρια Σούζαν Φαλούντι στο βιβλίο της “Backlash” [ΣτΜ: «Πισωγύρισμα: Ο ακήρυχτος πόλεμος κατά των γυναικών στις ΗΠΑ», το βιβλίο εκδόθηκε το 1991 και κατήγγειλε τον πόλεμο της αντίδρασης εναντίον των κεκτημένων του φεμινισμού], ένα αντιδραστικό και οργισμένο κίνημα οπαδών της «ηθικής πλειοψηφίας» γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάπτυξη του φιλελεύθερου και σοσιαλιστικού φεμινισμού στις ΗΠΑ. Στο βιβλίο μου «Ο απόηχος του φεμινισμού», εντόπισα την πολυπλοκότητα που έχει αυτός ο πόλεμος, ο οποίος εμφανίζεται να έχει μια λιγότερο επαχθή και περισσότερο προοδευτική, ακόμα και υποστηρικτική των γυναικών δυναμική.
Το κίνημα αυτό υιοθέτησε μια νέα μορφή προάσπισης των γυναικών, και ιδιαίτερα των νέων γυναικών, υπό την προϋπόθεση πως θα αποκήρυσσαν το φεμινισμό ως μια ιδέα αναχρονιστική και βαθιά απεχθή, που κρατά ομήρους τις γυναίκες στο παρελθόν, και θα υιοθετούσαν την ανεξαρτησία των γυναικών ως μια ευκαιρία που πρέπει να αδράξουν. Πρόκειται για το μεταφεμινισμό, που προτάσσει τις «γυναίκες αρπακτικά», οι οποίες είναι φιλόδοξες και ανταγωνιστικές και μπορούν να ικανοποιήσουν τους στόχους τους στη νέα αξιοκρατία, χωρίς τη στήριξη του φεμινισμού.
Κατά τη διακυβέρνηση του Τόνι Μπλερ στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό το ήθος διέπνευσε τον πολιτικό και λαϊκό πολιτισμό. Ο φεμινισμός κλειδώθηκε στο συρτάρι και οι γυναίκες έπρεπε να μοιάζουν με τα «γυναικάκια του Μπλερ» [ΣτΜ: Ως «τα γυναικάκια του Μπλερ» (Blair’s Babes) χαρακτηρίστηκαν οι 101 βουλεύτριες του Εργατικού κόμματος, οι οποίες εκλέχθηκαν το 1997 και φωτογραφήθηκαν τη μέρα της ορκωμοσίας τους στα σκαλιά της εκκλησίας με τον Τόνι Μπλερ], που εμφανίζονταν πάντα χαμογελαστές και πειθήνιες.

Ο φεμινισμός απέναντι στον αντιφεμινισμό

Γυναίκες όπως η Νάνσι Φρέιζερ έχουν κατηγορήσει ορισμένες φεμινίστριες πως ταυτίστηκαν με τη νεοφιλελεύθερη αρχή, όταν συνηγόρησαν υπέρ της «γυναικείας χειραφέτησης», καθώς παραβίασαν τις αρχές τους εναντίον του καπιταλισμού διεκδικώντας «μια θέση στον ήλιο». Ο φιλελεύθερος φεμινισμός καθοδηγήθηκε ως ιδέα από την αγορά και τον ανταγωνισμό στο όνομα της «επιτυχίας»,  αν και ακόμα και αυτή η μορφή φεμινισμού αποτέλεσε ανάθεμα της κοσμοθεωρίας του Τραμπ.
Ταυτόχρονα, πτυχές του φεμινισμού αναγεννήθηκαν, και τις είδαμε να αποκαλύπτονται σε σειρά καμπανιών και δρώμενων που διοργανώθηκαν. Η καμπάνια «Κάθε μέρα σεξισμός» [ΣτΜ: πρόκειται για μια πλατφόρμα που καταγράφει περιστατικά σεξισμού μέσα στην καθημερινότητα] είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του πόσο χρειαζόμαστε σήμερα το φεμινισμό. Εξίσου σημαντικός είναι και ο διαδικτυακός ακτιβισμός, που ανθεί την τελευταία δεκαετία, όπως το FWord του Ηνωμένου Βασιλείου [ΣτΜ: διαδικτυακό περιοδικό για το σύγχρονο φεμινισμό], που ανέδειξε τα σχόλια του Τραμπ πως «αρπάζει τις γυναίκες από το μουνί».
Αυτό που αυτές τις μέρες αιφνιδίασε τις φεμινίστριες είναι το επίπεδο βίας που ασκήθηκε και δηλητηρίου που χύθηκε σε αυτή την αντιπαράθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την ανάδειξη του Τραμπ. Ο αντιφεμινισμός έχει πια φτάσει σε άλλο επίπεδο επιθετικότητας. Αυτή η εχθρότητα βρήκε στέγη στο διαδίκτυο, και από εκεί εξαπλώθηκε στους δρόμους, όπως έδειξε και ο τραγικός θάνατος της βουλεύτριας Τζο Κοξ. Φαινομενικά η Κοξ δολοφονήθηκε επειδή προσπαθούσε να ανακόψει την εχθρότητα απέναντι στους μετανάστες και αιτούντες άσυλο. Ωστόσο, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ήταν γυναίκα. Ο κατάλογος γυναικών ακτιβιστριών, πολιτικών και σχολιαστών που έχουν γίνει αποδέκτριες απειλών κατά της ζωής τους και έχρησαν αστυνομικής προστασίας έχει αυξηθεί κατακόρυφα το τελευταίο έτος. Δυστυχώς, η Κοξ δεν πρόλαβε να αιτηθεί προστασίας.
Η απειλή και ο φόβος βίας έχουν συγκεκριμένη στόχευση, τις γυναίκες, οι οποίες διαφέρουν σημαντικά από τους άντρες που κονταροχτυπιούνται. Ο Μπερλουσκόνι άνηκε στη σφαίρα των ταινιών «Ο Νονός», στις οποίες οι γυναίκες χαστουκίζονταν γιατί τόλμησαν να αμφισβητήσουν τον άντρα του σπιτιού. Ο Τραμπ είπε, μεταξύ άλλων, τις τελευταίες μέρες, πως δεν εκφοβίζεται από τις γυναίκες που παίρνουν θέση απέναντι σε αυτό το πισωγύρισμα. Ο πυρήνας των δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν όσον αφορά την αντισύλληψη και την έκτρωση απειλείται με κατάργηση. Οι γυναίκες είναι εκείνες που θα υποχρεωθούν να υπερασπιστούν τις ελευθερίες, που κατακτήθηκαν από το «δεύτερο κύμα» του φεμινισμού.
Δεν είμαστε ακόμα σε θέση να αποτιμήσουμε την απειλή, όμως το πισωγύρισμα που καταγράφεται αυτές τις μέρες αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη οι γυναίκες να ρίξουν τα τείχη της ταξικότητας και της εθνικότητας και όλες μαζί να αναζητήσουν νέους τρόπους να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, για το δικό τους καλό, αλλά και για το καλό των κόρων τους, όπως και των συζύγων τους, πατεράδων τους ή γιων τους. Θα πρέπει να τους υπενθυμίσουμε πώς ο φεμινισμός έδωσε ώθηση στις ζωές μας και πώς θα συνεχίσει να τις ενισχύει.

* Η Άντζελα Μακ Ρόμπι είναι καθηγήτρια Επικοινωνίας στο Goldsmiths του Λονδίνου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο opendemocracy.net στις 28 Νοεμβρίου.

Μετάφραση: Ιωάννα Διαλεισμά
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet