sel12
Η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας, έπειτα από το βροντερό «Όχι» του ιταλικού λαού για την αλλαγή του συντάγματος, είναι η παλιά κυβέρνηση με μερικούς νέους υπουργούς. Δώδεκα μέλη της προηγούμενης κυβέρνησης επανέρχονται, μεταξύ των οποίων η Μαρία Έλενα Μπόσκι, η πρώην υπουργός Μεταρρυθμίσεων, από τους πρωτεργάτες της προσπάθειας για τη συνταγματική μεταρρύθμιση, η οποία είναι εκείνη που, συνεπώς, αποδοκιμάστηκε εντονότερα από τους εκλογείς και τώρα αναβαθμίζεται ως υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ. Δεν λείπει και ο υπουργός Εργασίας, Τζουλιάνο Πολέτι, ο δημιουργός του περίφημου νόμου για τα εργασιακά με το αγγλικό όνομα «Jobs Act», που διέλυσε παιδεία και υγεία και μονιμοποίησε την επισφάλεια της εργασίας, ένα νόμο για την ακύρωση του οποίου έχει προταθεί δημοψήφισμα από το συνδικάτο Cgil και αναμένεται η σχετική απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου.
Ο υπουργός δήλωσε στο ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων Ansa ότι το πιθανότερο σενάριο εκλογών είναι πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Αυτό που αποσιώπησε, όμως, είναι ότι σε περίπτωση εκλογών το δημοψήφισμα δεν μπορεί να γίνει πριν περάσει ένας χρόνος.
Οι ψήφοι εμπιστοσύνης στη Βουλή επιβεβαιώνουν μια κυβέρνηση φωτοαντίγραφο της προηγούμενης. Μόλις 10 ψήφοι λιγότερες στη Βουλή και ακριβώς οι ίδιες στη Γερουσία, με μη συμμετοχή στην ψηφοφορία των 5 Αστέρων, της Λέγκα του Βορρά και της Ala (Λαϊκή- Φιλελεύθερη Συμμαχία) του πολιτικού και τραπεζίτη Ντένις Βερντίνι και με αρνητική ψήφο της Forza Italia, της Ιταλικής Αριστεράς, των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (κεντροδεξιού κόμματος που σχηματίστηκε το 2015 από πρώην μέλη της Forza Italia).

Ο πρωθυπουργός

Ο νέος πρωθυπουργός, Πάολο Τζεντιλόνι, δημοσιογράφος από το 1990, δεν είναι γνωστός για το ιδιαίτερο πολιτικό του χάρισμα, αλλά είναι ένας πολιτικός που επιβιώνει εδώ και πολλά χρόνια σε διαφορετικές καταστάσεις. Η πολιτική του δράση άρχισε με το Φοιτητικό Κίνημα, πήρε μέρος στο μαοϊκό Κίνημα Εργαζομένων για τον Σοσιαλισμό, μέχρι που αυτό ενώθηκε με το Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας για τον Κομμουνισμό, εν συνεχεία έγινε εκπρόσωπος Τύπου του πρώην δημάρχου της Ρώμης, Φραντσέσκο Ρουτέλι, και το 2001 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με το Κόμμα Δημοκρατία και Ελευθερία-Μαργαρίτα, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Ρουτέλι. Το 2006 έγινε υπουργός Επικοινωνιών της κυβέρνησης Πρόντι και το 2007 εντάχθηκε στο Δημοκρατικό Κόμμα, με το οποίο εξελέγη βουλευτής το 2008 και το 2013.
Ο Τζεντιλόνι ήταν από τους πρώτους υποστηρικτές του Ματέο Ρέντσι. Στην κυβέρνηση Ρέντσι κατείχε το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών και είναι γνωστός για τον τριπλασιασμό επί της θητείας του των εξαγωγών όπλων, περνώντας από τα 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ το 2014, στα 6,2 δισεκατομμύρια το 2015, ένα νούμερο ρεκόρ μετά τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το υπουργείο του ενέκρινε όλες τις άδειες εξαγωγής όπλων το 2015. Από το 2014 στο σχετικό έγγραφο αναφοράς προς τη Βουλή δεν γίνεται λόγος για τις χώρες προορισμού των όπλων και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί η νομιμότητα των εξαγωγών.
Αυτή η κυβέρνηση, με αυτόν τον πρωθυπουργό, στη σύντομη, κατά τα λεγόμενά της, θητεία, θα έχει να διαχειριστεί πολύ σημαντικά θέματα. Ένα από αυτά είναι η τραπεζική κρίση, με μεγαλύτερο αγκάθι την υπόθεση της Monte dei Paschi di Siena, που δημιουργεί μεγάλο πονοκέφαλο, όχι μόνο στην ιταλική κυβέρνηση, αλλά και στην ΕΚΤ.

Η τράπεζα

Ο κατήφορος άρχισε το 2008 με την εξαγορά της τράπεζας Antonveneta, αξίας 10 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το 2012 εγκρίθηκε το νέο σχέδιο αναδιάρθρωσης της τράπεζας, το οποίο προέβλεπε μεγάλη μείωση του κόστους, κλείσιμο 400 υποκαταστημάτων και απολύσεις 4.600 εργαζομένων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τεράστια αντίδραση των εργαζομένων, με απεργίες και διαδηλώσεις σε όλη την Ιταλία. Το 2014 αποφασίζεται αύξηση κεφαλαίου κατά 5 δισεκατομμύρια, το οποίο πλήττει τους μικρούς μετόχους, ενώ το ίδιο έτος η MPS δεν περνά τα stress test της ΕΚΤ και αναγκάζεται να αποφασίσει νέα αύξηση κεφαλαίου 3 δισεκατομμυρίων και η μετοχή της αρχίζει να έχει πτωτική πορεία. Η ανακεφαλαιοποίηση τελειώνει τον Ιούνιο του 2015 και το ιταλικό κράτος γίνεται μέτοχος της τράπεζας με το 4% του κεφαλαίου.
Οι περιπέτειες, όμως, της τράπεζας δεν τελειώνουν εδώ. Έπειτα από την ανάληψη καθηκόντων και εν συνεχεία την παραίτηση  τεσσάρων προέδρων, τον Νοέμβριο 2016 αποφασίζεται από τη συνέλευση των μετόχων νέα αύξηση κεφαλαίου ίση με 5 δισεκατομμύρια ευρώ. Η άρνηση της ΕΚΤ να παραχωρήσει είκοσι ημέρες παράταση πέρα από την προθεσμία του τέλους Δεκεμβρίου για την αύξηση κεφαλαίου, οδηγεί σε πυρετώδεις διαβουλεύσεις για τη δημιουργία κρατικού σωσιβίου, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η συλλογή κεφαλαίων από την αγορά. Σύμφωνα με την εφημερίδα Repubblica, πρόκειται για ένα ποσό 15 δισεκατομμυρίων που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις αυξήσεις κεφαλαίου των πιο αδύναμων τραπεζών. Σ’ αυτά προστίθενται οι εγγυήσεις 80 δισεκατομμυρίων που υποστηρίζουν τις ενδεχόμενες κρίσεις ρευστότητας και η συλλογή κεφαλαίων στην αγορά.
Το θέμα είναι να αποφευχθεί ο κίνδυνος «κουρέματος» των καταθέσεων, που θα δημιουργήσει ένα προηγούμενο που πιθανά να ακολουθήσουν κι άλλες τράπεζες. Στη Σιένα, το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας συζητά αν θα πρέπει να ανοίξει την προσφορά μετατροπής του ομολόγου των 2,16 δισεκατομμυρίων (που λήγει το 2018), που είναι στα χέρια 40 χιλιάδων «μικρών» αποταμιευτών. Αναμένεται και η έγκριση της Consob (Εθνικής Επιτροπής για τις εταιρείες και το χρηματιστήριο) για τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Στο μεταξύ οι τίτλοι της τράπεζας αυξάνουν την αξία τους στο Χρηματιστήριο.
Οι δυσκολίες της MPS δεν οφείλονται μόνο σε ατυχείς επιχειρηματικές κινήσεις, αλλά και σε νόθευση των αγορών και παρεμπόδιση της χρηματοοικονομικής εποπτείας, αδικήματα για τα οποία δικάζονται τρεις πρώην πρόεδροι της ΜPS και πολλά διευθυντικά στελέχη (16 κατηγορούμενοι εν συνόλω). Στη δίκη εμπλέκονται στελέχη της Deutsche Bank και της Nomura International Plc.

Ο επιχειρηματικός κολοσσός

Ο δεύτερος μεγάλος πονοκέφαλος των ημερών για την κυβέρνηση είναι η αγορά από τον γάλλο επιχειρηματία, Βενσάν Μπολορέ, μεγάλου μέρους των μετοχών (20%) του επιχειρηματικού κολοσσού Mediaset του Μπερλουσκόνι (που ελέγχει το 58% των διαφημίσεων) και η αγορά αυτή θεωρείται «εχθρική» από τον τελευταίο. Η συνεργασία μεταξύ του γαλλικού ομίλου Vivendi και της Mediaset, που είχε συμφωνηθεί την άνοιξη, καταλήγει σε ανοιχτό πόλεμο.
Ο Μπερλουσκόνι υποβάλλει μήνυση για νόθευση της αγοράς, όμως οι μετοχές της γαλλικής εταιρείας αρκούν για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης και για την αντίστοιχη εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο.
Η κυβέρνηση, παράλληλα, δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως η κυβέρνηση που άνοιξε την πόρτα για την αποικιοποίηση της χώρας, διότι φοβάται ότι η επίθεση δεν θα σταματήσει εκεί, αλλά θα συνεχιστεί και με άλλες ιταλικές επιχειρήσεις. Όπως όμως γράφει σχετικά το Manifesto, εκπλήσσει το γεγονός ότι τα ίδια αυτά μέλη της κυβέρνησης δεν είχαν τις ίδιες ανησυχίες για άλλες μεγάλες επιχειρήσεις που εξαγοράστηκαν από το ξένο κεφάλαιο, ή για τη Fiat, που «αναχώρησε για άλλες όχθες».
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα όπου η εργασία γίνεται όλο και πιο επισφαλής, με 4,5 εκατομμύρια κάτω από το όριο της φτώχειας και όπου το 20% του πληθυσμού κινδυνεύει να πέσει κάτω από αυτό το όριο, όπου οι ανισότητες όλο και αυξάνονται.
Η νέα κυβέρνηση, ξεθωριασμένο φωτοαντίγραφο της παλιάς, δεν προβλέπεται να αλλάξει τίποτε από όλα αυτά τα σενάρια.
Ζητείται Αριστερά.



Τόνια Τσίτσοβιτς
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet