Το ρόλο του τοποτηρητή των «θεσμών» και, για την ακρίβεια, των πιο σκληρών εκπροσώπων τους, ΔΝΤ και Σόιμπλε, στην υπό επιτροπεία χώρα, φαίνεται να επιλέγει για τον εαυτό του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην προσπάθειά του να γίνει κάποτε πρωθυπουργός. Η επιλογή αυτή είναι, βεβαίως, συμβατή με τον «πούρο» νεοφιλελευθερισμό που ο ίδιος και το περιβάλλον του ευαγγελίζεται, από κοινού με άλλους ομοϊδεάτες, και όχι ασήμαντους παράγοντες της δημόσιας ζωής, όπως ο ΣΕΒ και η Τράπεζα της Ελλάδος, δια του διευθυντή της κ. Στουρνάρα. Η ομάδα αυτή επηρεασμού των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων της χώρας, φαίνεται να πιστεύει πως η αυθεντική και αυτόβουλη υιοθέτηση της σκληρής νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, που ζητούν οι δανειστές, είναι πιο αξιόπιστο διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στους τελευταίους, και κατά συνέπεια πιο ισχυρό επιχείρημα υπέρ της αποτελεσματικότητας μιας κυβέρνησης που προέρχεται απ’ αυτό τον ιδεολογικό χώρο, σε σχέση με τη σημερινή.
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η επιλογή απέβη καταστροφική για την κυβέρνηση Σαμαρά, πριν από δυο μόλις χρόνια. Και τίποτε δεν δείχνει ότι οι ψηφοφόροι είναι πρόθυμοι να «δώσουν» κι άλλα αφειδώς, από τη σάρκα και το αίμα τους πλέον, όσο κι αν η εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση έχει τρωθεί σε οριακό σημείο. Η έρευνα της Prorata, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην «Εφημερίδα των Συντακτών», και κατά την οποία το 70% των ερωτηθέντων κρίνει θετικά το μέτρο της βοήθειας προς τους συνταξιούχους, παρότι αναγνωρίζουν ότι η πρωτοβουλία αυτή θα φέρει προβλήματα στη διαπραγμάτευση (41%), δεν θεωρούν ότι το μέτρο αυτό αντανακλά το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (41%) και παρόλ’ αυτά δεν επιθυμούν πρόωρες εκλογές (62%), είναι ενδεικτική.

Η παράδοξη θέση της κυβέρνησης

Από την άλλη πλευρά, και η θέση της κυβέρνησης είναι τουλάχιστον παράδοξη. Η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη, για λόγους του εσωτερικού πολιτικού τοπίου, να συγκρουστεί με τους «θεσμούς» υποστηρίζοντας την επιλογή της για μια κάποια κοινωνική πολιτική, έστω και υπό τη μορφή χριστουγεννιάτικου μποναμά, προκειμένου να φέρει εις πέρας, χωρίς μεγάλους τριγμούς, την τρέχουσα αξιολόγηση, που παρά τη θετική υπέρβαση ως προς το πλεόνασμα, δεν μοιάζει να οδηγεί ούτε στην ελάφρυνση των δυσβάστακτων μέτρων, ούτε στη μείωση του χρέους. Τα δε εργασιακά και ασφαλιστικά καραδοκούν, ως ανεπίλυτα ζητήματα, με το ΔΝΤ να παίζει το ρόλο του «κακού» σ’ αυτό το παιχνίδι εκβιασμών που, από την άποψη των ηθικών κωδίκων και των διλημμάτων των πρωταγωνιστών του, ελάχιστα διαφέρει από ένα κλασικό «νουάρ».
Συγκροτούν όλ’ αυτά ένα προεκλογικό τοπίο; Η απάντηση είναι ίσως κι αυτό είναι μάλλον οριστικό! Αν το σύστημα πάει σε εκλογές, θα πάει, με τα μέχρι τούδε δεδομένα, χωρίς διακριτό διακύβευμα για τον πολύ κόσμο, εκτός από την κακή ή χειρότερη διαχείριση της μοίρας του. Και κάτι τέτοιο, σε συνθήκες απόγνωσης, μπορεί να φέρει στην επιφάνεια ακροδεξιές τερατογενέσεις, όπως ήδη συμβαίνει σε όχι και τόσο μακρινές ευρωπαϊκές χώρες. Το μαρτύριο της συνεχούς διαπραγμάτευσης είναι, μάλλον, η πιο σώφρων λύση, αρκεί βέβαια να την επιλέξουν και οι θεσμικοί εταίροι, στο βαθμό που όντως επιδιώκουν την επιβίωση και όχι τον ανταγωνιστικό κατακερματισμό της πάλαι ποτέ ενωμένης Ευρώπης.

Μάρω Ευαγγέλου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet