A member of forces loyal to Syria's President Bashar al-Assad stands with a civilian on the rubble of the Carlton Hotel, in the government controlled area of Aleppo, Syria December 17, 2016. REUTERS/Omar Sanadiki

Της Βιβής Κεφαλά

Το Χαλέπι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας και από τα σημαντικότερα πολιτισμικά κέντρα της περιοχής, όπως επίσης ήταν, πριν το 2011, η οικονομική πρωτεύουσα της χώρας. Μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης (η οποία σύντομα μετατράπηκε σε εμφύλιο, ο οποίος μεταλλάχθηκε σε πόλεμο δια αντιπροσώπων) το Χαλέπι –στο οποίο συνυπήρχαν σουνίτες, σιίτες, χριστιανοί, Άραβες και Κούρδοι- κυριεύθηκε από ποικίλες αντικαθεστωτικές ένοπλες οργανώσεις, τόσο κοσμικές όσο και ισλαμικές.

Η πτώση
    
Στα μέσα Δεκεμβρίου, μετά από σκληρή πολιορκία –στην οποία οι επιτιθέμενοι δεν παρέλειψαν να χρησιμοποιήσουν και το όπλο του λιμού- το συριακό καθεστώς και οι σύμμαχοι του, δηλαδή η Ρωσία, το Ιράν, αλλά και η Τουρκία, κατέλαβαν το Χαλέπι. Πρόκειται για μία τεράστιας σημασίας νίκη του καθεστώτος Άσαντ, μία από τις ελάχιστες εξάλλου, σε έναν πόλεμο που συνεχίζεται αδιάκοπα από το 2011 μέχρι σήμερα, έναν πόλεμο που έχει καταστρέψει την χώρα και έχει κοστίσει τη ζωή σε πάνω από τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους, ενώ πάνω από ένδεκα εκατομμύρια Σύριοι είτε έχουν εκτοπιστεί, είτε είναι πρόσφυγες.
Η πτώση του Χαλεπίου, που σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από σωρούς ερειπίων, σχολιάστηκε με τρόπο που εκφράζει με σαφήνεια και την πολιτική τοποθέτηση των σχολιαστών. Έτσι, για τη συντριπτική πλειοψηφία των δυτικών μέσων ενημέρωσης, το Χαλέπι έπεσε στα χέρια του σύρου δικτάτορα, με τη βοήθεια άλλων δικτατόρων, καθώς η Δύση ήταν προκλητικά απούσα, επιτρέποντας στους περιφερειακούς ολοκληρωτισμούς να κερδίσουν το Χαλέπι, προκαλώντας ταυτόχρονα μία πραγματική ανθρωπιστική και πολιτισμική καταστροφή στην πόλη αυτή. Από την άλλη πλευρά, οι νικητές θριαμβολογούν ότι απελευθέρωσαν το Χαλέπι από την ισλαμική τρομοκρατία, τονίζοντας παράλληλα ότι θα είναι οι εγγυητές της εκκένωσης του Χαλεπίου, η οποία βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Επίσης, μετά το πέρας της τριμερούς συνάντησης που έγινε στη Μόσχα στις 20 Δεκεμβρίου, δηλαδή μία ημέρα μετά τη δολοφονία του ρώσου πρεσβευτή στην Άγκυρα, η Ομοσπονδία της Ρωσίας, το Ιράν και η Τουρκία, με κοινή τους δήλωση εμφανίστηκαν ως οι εγγυήτριες δυνάμεις των ειρηνευτικών συνομιλιών (οψέποτε αυτές γίνουν).

Η επόμενη μέρα

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Η Δύση εγκατέλειψε τη Μέση Ανατολή; Βρισκόμαστε κοντά στη λήξη του πολέμου στην Συρία; Ποια θα είναι η νέα Συρία; Ποιες θα είναι οι επιδράσεις στα γειτονικά υποσυστήματα; Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα δημιουργούνται την επαύριον της πτώσης του Χαλεπίου, ερωτήματα στα οποία είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς με βεβαιότητα, λόγω της πολυπλοκότητας της συρο– ιρακινής κρίσης, αλλά και της πολλαπλότητας των περιφερειακών και διεθνών, κρατικών και μη κρατικών δρώντων, που έχουν αναμειχθεί στην κρίση αυτή.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι ότι στη Συρία, αυτήν την στιγμή, η πλάστιγγα φαίνεται να γέρνει προς την πλευρά του καθεστώτος Άσαντ, το οποίο απολαμβάνει της σταθερής και απαρέγκλιτης υποστήριξης της Ρωσίας και του Ιράν, όπως επίσης και της όψιμης υποστήριξης της Τουρκίας. Κατά συνέπεια, το συριακό καθεστώς και οι σύμμαχοι του ενισχύονται, αφού έχουν σαφείς και συγκεκριμένους στόχους, πράγμα που δεν ισχύει για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Ωστόσο, η υποστήριξη αυτή δεν προδιαγράφει και την πορεία της κρίσης ούτε, πολύ περισσότερο, σηματοδοτεί την «αρχή του τέλους» της. Αυτό συμβαίνει διότι η συμμαχία Μόσχας – Τεχεράνης – Άγκυρας είναι μάλλον εύθραυστη, τουλάχιστον όσον αφορά το τουρκικό σκέλος της, δεδομένου ότι τα τρία μέρη της συμμαχίας αυτής δεν έχουν, μακροπρόθεσμα, κοινά συμφέροντα, όπως επίσης και διότι είναι δύσκολο να βρεθεί μία κοινά αποδεκτή πολιτική λύση από τις αντιμαχόμενες πλευρές στην κατακερματισμένη Συρία.
Πράγματι, για τη Μόσχα ο στόχος είναι διττός: να διατηρήσεις τις βάσεις που έχει στη Συρία και να εδραιώσει το καθεστώς της μεγάλης δύναμης. Προς τούτο, της αρκεί η δημιουργία της λεγόμενης χρήσιμης Συρίας, δηλαδή η διατήρηση της επιρροής της στο τμήμα εκείνο της χώρας που θα συμπεριλαμβάνει τα παράλια και το οποίο –σε οποιαδήποτε πολιτειακή μορφή είτε η Συρία μετατραπεί σε ομοσπονδία, κατά το πρότυπο του Ιράκ, είτε διαμελιστεί- θα ελέγχεται από τις σημερινές δυνάμεις του κυβερνώντος Μπάαθ, που στηρίζεται στη συμμαχία χριστιανών, αλαουιτών και στρατού.
Το Ιράν από την πλευρά του, επιδιώκει τη διατήρηση της επιρροής του στη Συρία –ή σε ένα τμήμα της χώρας που θα ελέγχεται από τους σημερινούς του συμμάχους- ώστε να αναδείξει την ισχύ του στη Μέση Ανατολή, πράγμα που ενδυναμώνει εσωτερικά το καθεστώς, το οποίο εμμένει στη θέση ότι αποτελεί απελευθερωτική δύναμη για τους απανταχού καταπιεσμένους μουσουλμάνους σιίτες ή μη. Έτσι, το Ιράν δέχθηκε την εκκένωση του Χαλεπίου από τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις υπό τον όρο ότι εκείνες θα άρουν την πολιορκία πολλών σιιτικών χωριών. Επί πλέον, η διατήρηση της επιρροής του Ιράν στη Μέση Ανατολή το προστατεύει από ενδεχόμενη υπαναχώρηση του νέου αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τράμπ από τους όρους της συμφωνίας της 15ης Ιουλίου 2015, με βάση την οποία αίρονται σταδιακά οι πολλαπλές κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Τεχεράνη.
Όσο για την Τουρκία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά εσωτερικά και περιφερειακά προβλήματα, έκανε έναν τακτικό ελιγμό στο συριακό ζήτημα, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσει να ελέγξει κατά το δυνατόν τις εξελίξεις, τουλάχιστον όσον αφορά το Κουρδικό στη Συρία. Έτσι, η Άγκυρα –η οποία συνεχίζει να επιμένει στην πτώση του Μπασάρ άλ Άσαντ και να ενισχύει ισλαμικές ένοπλες οργανώσεις- συμμετείχε στη μάχη του Χαλεπίου, ζητώντας όμως ως αντάλλαγμα τον έλεγχο της πόλης Αλ Μπαμπ, ώστε να διακοπεί η συνέχεια των εδαφών που ελέγχουν οι Κούρδοι της Συρίας.
Όπως προκύπτει, επομένως, οι στόχοι Μόσχας, Τεχεράνης και Άγκυρας συγκλίνουν μόνο βραχυπρόθεσμα, ενώ η Τουρκία έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται ως αξιόπιστος σύμμαχος, δεδομένης της επαμφοτερίζουσας πολιτικής της. Επί πλέον, στη συριακή σύγκρουση παρεμβαίνουν και άλλοι περιφερειακοί δρώντες, πράγμα που σημαίνει ότι τμήματα της λεγόμενης συριακής αντιπολίτευσης μπορούν να συνεχίσουν να μάχονται παρά τις προτροπές Ρωσίας, Τουρκίας, Ιράν για κατάπαυση πυρός.

Η Δύση

Τέλος, όσον αφορά τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι σαφές ότι η αδράνεια τους στη συριακή κρίση δεν σημαίνει ότι «εγκαταλείπουν» τη Μέση Ανατολή, δεδομένου ότι το ευρύ αυτό υποσύστημα όχι μόνο είναι σημαντικό για τα συμφέροντά τους, αλλά και διότι στην παρούσα συγκυρία αποτελεί εστία πολλών και σημαντικών απειλών και για τη δυτική ασφάλεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση των δυτικών χωρών μπορεί να εξηγηθεί αφενός από το γεγονός ότι δεν έχουν ούτε σαφείς, αλλά ούτε και κοινούς στόχους, σε αντίθεση με τη Ρωσία και το Ιράν, που δεν δίστασαν να πάρουν πρωτοβουλίες στη συριακή κρίση, οι οποίες απέβησαν προς όφελος τους. Αφετέρου, διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει μία βαθύτατη και πολύπλευρη κρίση που της αφαιρεί και τα λίγα μέσα παρέμβασης που μπορεί να διέθετε, ενώ τόσο οι ΗΠΑ όσο και οι λεγόμενες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται σε περίοδο μετάβασης, αφού στην Ουάσιγκτον αναμένεται αλλαγή προέδρου και η Γαλλία και η Γερμανία βρίσκονται ήδη σε προεκλογική περίοδο.
Όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα αποδεικνύουν ότι διανύουμε μία αβέβαιη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το τέλος ή την εξέλιξη της συριακής κρίσης, λόγω του πλήθους των μεταβλητών και των πολλαπλών συγκρούσεων που εμπεριέχει. Αντίθετα, με τα υπάρχοντα δεδομένα, το μόνο που φαίνεται βέβαιο είναι το ότι η κρίση δεν πρόκειται να τερματιστεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet