ellinokyprios1

Ο Τάκης Χατζηδημητρίου, πρόεδρος του Ιδρύματος Κοινωνικοοικονομικών Μελετών στην Κύπρο, τίμησε με την παρουσία του τη Δευτέρα την εκδήλωση της Εποχής, της Αυγής και του Transform! Europe για το «Κυπριακό: Η ώρα της λύσης;», εκθέτοντας τις εμπειρίες και τα αιτήματα των Κυπρίων και των δύο πλευρών, και υπενθυμίζοντας ότι το ποια λύση θα αποφασιστεί αφορά τους ίδιους και όχι τις επιθυμίες των άλλων κρατών. Συνομιλητές του στην εκδήλωση ήταν οι Σία Αναγνωστοπούλου, καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, βουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ, ο Μουράτ Κανατλί, μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου του κόμματος «Νέα Κύπρος» και του Εκτελεστικού Γραφείου του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς και ο Νίκος Φίλης, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ.
Σε αυτό το φύλλο δημοσιεύουμε την ομιλία του Τάκη Χατζηδημητρίου για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να τον ακούσουν στην εκδήλωση:

Του Τάκη Χατζηδημητρίου

«Η συνάντηση μας συμπίπτει με τη σύνοδο των ηγετών των δυο κοινοτήτων, Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντσί, στη Γενεύη σε μια νέα προσπάθεια για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Ενός τοπικού, αλλά και διεθνούς προβλήματος.
Για πάνω από 60 χρόνια βρίσκεται στα πλαίσια του ΟΗΕ και για 52 χρόνια απασχολεί Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ.
Σε αλληλοδιάδοχες ένοπλες συγκρούσεις από το 1955 ως σήμερα χάθηκαν χιλιάδες άνθρωποι. Την ένοπλη αναμέτρηση με την αποικιακή δύναμη διαδέχτηκε η διακοινοτική σύγκρουση, τρία χρόνια μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αργότερα είχαμε την εμφύλια διαμάχη με την ελληνική χούντα, το Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β΄, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, και έκτοτε την κατοχή του 37% της Κύπρου. Κοινός παρονομαστής των συγκρούσεων και των εντάσεων μετά την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας υπήρξε ο ανεδαφικός εθνικιστικός εξτρεμισμός. Στο υπόβαθρο της κυπριακής κρίσης βρίσκεται η αδυναμία αντίληψης των όσων ριζικά είχαν αλλάξει με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, τόσο από ελληνοκυπριακής όσο και από τουρκοκυπριακής πλευράς. Με το βάρος της ευθύνης να ποικίλλει από φορά σε φορά. Άλλη η ελληνοκυπριακή ευθύνη μετά το 1963 και άλλη η τουρκική μετά το 1974.
Το Κυπριακό δεν είναι απλά ένα πολιτικό πρόβλημα, ούτε μόνο ζήτημα αριθμών. Ό,τι συνέβη το 1963 με τις διακοινοτικές συγκρούσεις και αργότερα το 1974 με το πραξικόπημα και την εισβολή είναι μια ανθρώπινη τραγωδία και μια πρωτοφανής καταστροφή. Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή επήλθε ολική ανατροπή της ζωής των ανθρώπων, της κοινωνίας, της σύνθεσης του πληθυσμού και της εσωτερικής γεωγραφικής του κατανομής. Πρωτοφανής και αδιανόητη είναι η διαίρεση σε βορρά και νότο και μαζί της η διακοπή της συνέχειας της μακραίωνης ιστορίας της. Άλλη η Κύπρος πριν το 1974 και άλλη η Κύπρος μετά το 1974. Όπως ακριβώς το προ Χριστού και μετά Χριστό για την ανθρωπότητα.
Έκτοτε όλοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, ζούμε μέσα σε κλίμα ανασφάλειας, κοινωνικής αποδιοργάνωσης, απώλειας προσανατολισμού και κρίσης ταυτότητας. Όσο και να συγκαλύπτεται από κάποια ευμάρεια, αυτή η ευρύτερη κρίση είναι εκεί, παρούσα, και επηρεάζει καθοριστικά τους ανθρώπους. Τους καθιστά ευάλωτους και επιρρεπείς σε ακραίες και απόλυτες και διχαστικές προσεγγίσεις. Υπάρχουν και στις δυο κοινότητες ακόμη κι εκείνοι που ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με τη διαιώνιση της διαίρεσης. Καταστάσεις, δηλαδή, που δυσχεραίνουν τις προσπάθειες για συνεννόηση και συνδιαλλαγή.

Διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία

Όταν συζητούμε όρους επίλυσης του Κυπριακού η πραγματικότητα δεν επιτρέπει επιλογές που να ικανοποιούν πλήρως τις όποιες αντιλήψεις περί κράτους έχουμε. Αναζητούμε διέξοδο από ένα απαράδεκτο στάτους κβο. Υπάρχουν ζητήματα που πρέπει κατά προτεραιότητα να αντιμετωπισθούν, και κυρίως η κατοχή, η παρουσία του τουρκικού στρατού, η αποστέρηση των σπιτιών και της περιουσίας των ανθρώπων, η αποξένωσή μας από τους χώρους της ιστορίας και της παράδοσης μας, ο τερματισμός του διαχωρισμού της Κύπρου σε βορρά και νότο. Επειδή η επιστροφή στην προ του ‘74 κατάσταση είναι αδύνατη, κύρια επιδίωξή μας είναι να ξαναγίνουμε όλοι Κύπριοι ολόκληρης της Κύπρου, με μία ιθαγένεια, με διασφαλισμένη μία και μόνη νομική προσωπικότητα και με διαφύλαξη της αναλογίας της δημογραφικής σύνθεσης του πληθυσμού. Με την εφαρμογή των συμφωνημένων τεσσάρων ελευθεριών δεν θα γίνει το βόρειο τμήμα της Κύπρου άλλη Σμύρνη ή Αττάλεια. Η δυνατότητα επιστροφής, εγκατάστασης και άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας θα είναι ανοικτή για όλους τους κατοίκους του νησιού, σε όλη του την έκταση. Πάμε, δηλαδή, να πετύχουμε την απομάκρυνση του κατοχικού στρατού και την ανασύσταση του κυπριακού κράτους, σε όλη του την επικράτεια, με τη μέθοδο των συνομιλιών και της διπλωματίας. Αυτό δεν θα γίνει κατορθωτό με πομπώδεις δηλώσεις, αλλά με συμφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών που δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από συμβιβαστικές. Τώρα πια είναι η ώρα των ηγετών. Ύστερα από διαπραγματεύσεις που κράτησαν 46 χρόνια, από τα οποία τα 42 μετά το 1974, ήρθε η ώρα της λήψης σοβαρών αποφάσεων, γι’ αυτό και η σύνοδος της Γενεύης έχει τόσο μεγάλη σημασία. Οι αποφάσεις των ηγετών θα είναι καθοριστικές. Ώρα μεγάλη, δύσκολη και δραματική. Τελικά, θα επιφορτιστούν μόνοι την ευθύνη των αποφάσεών τους. Όμως εκεί είναι που θα αποδείξουν τον ηγετικό τους ρόλο, με οποιοδήποτε κόστος τούτο συνεπάγεται, αλλά θα δρέψουν και την τιμή της ιστορικής καταξίωσης.
Οι ηγέτες γνωρίζουν ότι τη μελλοντική λύση δεν θα την βρούμε σε όσα ξέραμε μέχρι τώρα. Ούτε ένωση, ούτε διχοτόμηση, ούτε ελληνικό κράτος του νότου, ούτε προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία. Στόχος η οικοδόμηση μιας, όσο είναι δυνατό, ανεξάρτητης Κύπρου, που να ενώνει το λαό της και να βάζει για όλους τους κατοίκους της κοινούς στόχους και προσανατολισμούς. Η διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα παρέχει, μέσα στα σημερινά δεδομένα, αυτή τη δυνατότητα. Μια δεσμευμένη ανεξαρτησία; Ναι! Γιατί αφετηρία μας είναι η ίδια η Συμφωνία Ζυρίχης – Λονδίνου και με όσα στο μεταξύ την επιβαρύναμε, που κάποτε θεωρούσαμε προδοτική, ενώ σήμερα φαντάζει ως ιδανική.
Ήρθε η στιγμή που άρχισε να γίνεται κατανοητό τόσο από τους Έλληνες όσο και Τούρκους της Κύπρου, ότι η επιβίωσή τους στο νησί θα εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να ζήσουν μαζί σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Τούτο είναι ένα βασικό μήνυμα που η κυπριακή ηγεσία θα πρέπει να μεταφέρει κυρίως προς την Ελλάδα και την Τουρκία. Είναι κρίμα που αυτό δε γίνεται ακόμη κατανοητό από κάποιους στην Ελλάδα. Τελευταία, εφημερίδα της Αθήνας δημοσίευσε δημοσκόπηση που φέρει το 40% των Ελλήνων να υποστηρίζει διχοτόμηση. Άλλη δημοσκόπηση αναφέρεται σε 52% που πιστεύει ότι δεν θα λειτουργήσει η λύση κι ένα άλλο 74,1% που δεν «βλέπει» λύση. Ποια, όμως, λύση θα δεχτεί ο κυπριακός λαός στο σύνολό του δεν είναι ερώτημα που θα απαντήσει ο οποιοσδήποτε τρίτος, είτε ΜΜΕ, είτε πολιτική δύναμη. Μπορεί ο καθένας να έχει την προσωπική του άποψη, δεν μπορεί, όμως, μια κοινωνία να υπαγορεύει ή να ορίζει κανόνες για το μέλλον μιας άλλης και μάλιστα πολυεθνικής. Ποια δικαίωση μπορεί να έχει η υποστήριξη της διχοτόμησης από ελληνικό, μάλιστα, κοινό, όταν διαγράφει εδάφη, εθελοντικά αυτή τη φορά; Και με ελληνικούς όρους ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τι άλλο σημαίνει από νέα συρρίκνωση του ελληνισμού;

Νέα πραγματικότητα αλληλοσεβασμού

Τώρα καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια για έξοδο από μια τεράστια καταστροφή. Αν αμέσως μετά το 1974 οι φωτιές του πολέμου δεν επέτρεπαν σκέψεις για επίλυση του προβλήματος και για ειρηνική συμβίωση στο νησί, σήμερα, ύστερα από 42 χρόνια, υπάρχουν πια νέα δεδομένα. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι ανακάλυψαν την Κύπρο ως κοινή πατρίδα. Μια νέα πραγματικότητα αλληλοαναγνώρισης κι αλληλοσεβασμού άρχισε να αναπτύσσεται μεταξύ τους. Αυτό γίνεται φανερό σε διάφορά επίπεδα. Διανοούμενοι, λογοτέχνες, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, συνδικαλιστές, οικονομικοί παράγοντες κάνουν κοινά σχέδια για το μέλλον. Η συνεργασία δεν περιορίζεται μόνο σε μια ελίτ, επεκτείνεται και σε λαϊκό επίπεδο. Απλοί άνθρωποι συναντιούνται, συνδιαλέγονται και κάνουν από κοινού όνειρα. Λέγουν τον πόνο τους, που τελικά είναι ο πόνος της Κύπρου. Μια νέα κουλτούρα συμβίωσης και κοινών στόχων άρχισε να αναπτύσσεται στην Κύπρο. Αυτή μπορούμε να την θερμάνουμε και να την αναπτύξουμε, όπως μπορούμε και να την σκοτώσουμε. Είναι θέμα επιλογής και εξαρτάται απόλυτα από την επίλυση του προβλήματος.
Γνωρίζουμε ότι δεν πλέουμε σε πελάγη ομοψυχίας και ενότητας. Η δυσπιστία, σε πολιτικό και σ’ ένα βαθμό σε ανθρώπινο επίπεδο, εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά την ατμόσφαιρα της λύσης. Η μάχη και η αναμέτρηση με εθνικιστικά και ακραία στοιχεία, που τον τελευταίο, μάλιστα, καιρό πήρε σοβαρές διαστάσεις, συνεχίζεται. Η διαφορά, όμως, από πριν είναι ότι παράλληλα εκδηλώνεται με σαφήνεια κι έμπρακτα διάθεση συνεργασίας σε διάφορα επίπεδά, για την από κοινού αντιμετώπιση των προβλημάτων. Άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, φιλειρηνική είναι και η προσέγγιση των ανθρώπων. Στα δεκατρία χρόνια που άνοιξαν τα οδοφράγματα και πραγματοποιήθηκε η επικοινωνία, δεν υπήρξαν πάρα ελάχιστα επεισόδια και αυτά αντιμετωπίσιμα.
Η δήλωση των ηγετών των κοινοτήτων, Αναστασιάδη και Ακιντσί, ότι σε περίπτωση συμφωνίας η στήριξή της και η διαφώτιση του λαού θα αναληφθεί από κοινού, είναι ενδεικτική της σύγχρονης αντίληψης που επικρατεί. Αυτό δεν έγινε το 1960. Σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει ο διαχωρισμός και ο ανταγωνισμός του 1960, όταν χωριστά, και για διαφορετικούς λόγους, πανηγύριζαν οι Έλληνες και Τούρκοι του νησιού. Ένα νέο πνεύμα ενότητας και κοινών στόχων αρχίζει να προβάλλει στον ορίζοντα. Οι ηγέτες θα πρέπει να προχωρήσουν ένα βήμα περαιτέρω, να δώσουν ένα νέο όραμα. Το ζητούμενο είναι μια νέα ευκαιρία για μια νέα αρχή στην ιστορία.

Η πορεία προς τη Γενεύη

Η πορεία προς τη Γενεύη δεν είναι απομονωμένο συμβάν, αλλά αποκορύφωμα των διεργασιών, που στην τελευταία τους φάση χρονολογούνται από το 1990 με τις προτάσεις του Μπούτρος Γκάλι, τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ και του σχεδίου του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, μετά το 2002. Η τωρινή «Κυπριακής Ιδιοκτησίας Διαδικασία» μας οδηγεί σε νέες οριακές και πρωτόγνωρες καταστάσεις.
Γίνονται πολλές συζητήσεις αν τώρα είναι ο κατάλληλος ή όχι χρόνος για την επίλυση του Κυπριακού. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τώρα άνοιξε μια δυνατότητα λόγω τοπικών και διεθνών συγκυριών, που οφείλουμε να την αδράξουμε με όλες μας τις δυνάμεις. Ο χρόνος είναι καθοριστικός παράγοντας και εφόσον το πρόβλημα παραμένει άλυτο, λειτουργεί προς όφελος της κρατούσας κατάστασης και εμβαθύνει τη διαίρεση. Ο συνταγματολόγος Γιώργος Παπαδημητρίου, για τη σημασία του χρόνου, έλεγε: «Και ο χρόνος δημιουργεί δίκαιο».
Λέγουν πολλοί, και ίσως μάλιστα να έχουν δίκαιο, ότι οι πρόνοιες των όσων μέχρι σήμερα έχουν συμφωνηθεί, είναι καλύτερες από εκείνες του σχεδίου Ανάν. Υπάρχουν όμως και αισθητές διαφορές που πρέπει να λογαριάσουμε. Τότε το 2004 οι Τουρκοκύπριοι προσέβλεπαν με εμπιστοσύνη προς τους Ελληνοκύπριους για μια κοινή πορεία στην Ευρώπη και τον κόσμο. Μετά, όμως, από την απόρριψη του σχεδίου, η εμπιστοσύνη αυτή κλονίστηκε. Εκείνο που σήμερα επικρατεί είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων προς αμοιβαίο όφελος, που για την επίλυσή τους θα πρέπει να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια και ακόμη περισσότερη για να εξηγηθούν στους ενδιαφερόμενους πολίτες.
Τότε, το 2004, η κατάσταση επί του εδάφους επιδεχόταν μεταβολές. Σήμερα, όμως, υπάρχουν κτίσματα και αναπτύξεις, τουριστικές και άλλες εγκαταστάσεις. Τότε μπορούσαν πιο εύκολα να μετακινηθούν οι άνθρωποι από επιστρεφόμενες περιοχές. Δώδεκα χρόνια μετά, θα χρειαστούν, στο βαθμό που θα γίνει επιστροφή, διαφορετικές και πιο δεσμευτικές διευθετήσεις.
Η διάσκεψη της Γενεύης με την παρουσία των ηγετών των κοινοτήτων, των αντιπροσώπων των εγγυητριών δυνάμεων, του νέου γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας και της ηγεσίας της ΕΕ, αποτελεί ένα εξαιρετικό γεγονός που προδιαθέτει για μια αποτελεσματική συνάντηση. Όλες αυτές οι συμμετοχές τονίζουν το ευρύτερο διεθνές ενδιαφέρον για τη διασφάλιση της κυπριακής ανεξαρτησίας σε μια ταραγμένη περιοχή.
Οι κύπριοι ηγέτες, που στο μεταξύ εργάστηκαν σκληρά και πέτυχαν συγκλίσεις στα πλείστα των ζητημάτων, επιφορτίζονται με πολύ μεγάλη ευθύνη για ολοκλήρωση των συνομιλιών τους με τα εναπομείναντα θέματα: Το εδαφικό και τις εγγυήσεις. Παραμένουν, επίσης, ζητήματα σχετικά με την πολιτική ισότητα, όπως η εκ περιτροπής προεδρία που, όμως, συνδέεται από ελληνοκυπριακής πλευράς με το εδαφικό και την ασφάλεια. Σημαντικό ενοποιητικό στοιχείο και μεγάλη αλλαγή αποτελεί η συμφωνία για εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου από ενιαίο εκλογικό σώμα, κάτι που για πρώτη φορά γίνεται στη ιστορία τη Κύπρου. Στη εκλογή του τουρκοκύπριου αντιπροέδρου θα μετέχουν και οι Ελληνοκύπριοι, με σταθμισμένη στο 20% της εκλογικής τους δύναμης. Ανάλογη θα είναι και η επιρροή των Τουρκοκυπρίων στην εκλογή του ελληνοκύπριου προέδρου. Το μέτρο τούτο διασφαλίζει την αντιπροσωπευτικότητα του προέδρου στα πλαίσια προοπτικής για εκ περιτροπής προεδρία.

Εδαφικό και εγγυήσεις

Για την επίτευξη συμφωνίας στο εδαφικό και τις εγγυήσεις απαιτείται ευρηματικότητα και ελαστικότητα στους χειρισμούς. Το εδαφικό, όπως και η ακτογραμμή, βρίσκονται σε σημείο που επιτρέπει την ύπαρξη συμφωνίας. Σε ό,τι αφορά το περιουσιακό, τα συμφωνηθέντα κριτήρια και τα μέσα θεραπείας που προσφέρονται διασφαλίζουν διεξόδους, τόσο στον ιδιοκτήτη όσο και στον χρήστη.
Οι εγγυήσεις είναι ένα ακόμα θέμα στο οποίο η διαπραγμάτευση θα πρέπει να προσφέρει ικανοποίηση, τόσο στους Ελληνοκύπριους, όσο και στους Τουρκοκύπριους. Υπάρχουν τραύματα και στις δυο πλευρές.
Οι Τουρκοκύπριοι θυμούνται τα όσα συνέβησαν από το Δεκέμβρη 1963 μέχρι το 1974 και οι Ελληνοκύπριοι την τραγική κατάσταση που επακολούθησέ με την εισβολή και κατοχή.
Κατάργηση των εγγυήσεων προϋποθέτει αποδοχή της πρότασης από όλους τους συνυπογράψαντες της Συνθήκης Εγγυήσεως. Τούτο, όμως, δεν πρόκειται να συμβεί. Όχι μόνο γιατί δεν θα το παραχωρήσει η Τουρκία, αλλά και γιατί δεν το θέλουν ούτε οι Τουρκοκύπριοι. Όμως και η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να δεχτεί ούτε τη διατήρηση του όρου για μονομερή επέμβαση, ούτε την επ’ αόριστο παραμονή στην Κύπρο τουρκικής στρατιωτικής δύναμης.
Απόλυτες και ακραίες θέσεις πάνω στο θέμα των εγγυήσεων δεν τις ακυρώνουν, αντίθετα επιτρέπουν τη συντήρησή τους μαζί με το μονομερές δικαίωμα επέμβασης και την παραμονή επ’ άπειρο του κατοχικού στρατού.

Κορύφωση των εξελίξεων

Εάν και εφόσον βρεθεί συμβιβαστική λύση στο θέμα των εγγυήσεων, τότε τα εναπομένοντα θέματα πιο εύκολα θα μπορούν να αντιμετωπισθούν και μετά τη Γενεύη.
Η Γενεύη συνεκλήθει για να έχει απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η στάση της Τουρκίας θα είναι καθοριστική και ο Ερντογάν θεωρείται απρόβλεπτος. Όμως ούτε κρίση του λείπει, ούτε άπειρος είναι για εκτίμηση καταστάσεων. Γι’ αυτό θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι δεν θα θελήσει να επωμισθεί τις ευθύνες μιας κατάρρευσης. Πέραν τούτου είναι σε θέση να καταλαβαίνει το πόσο θα βγει ωφελημένος από μια ρύθμιση του Κυπριακού, διπλωματικά, γεωπολιτικά και οικονομικά.
Τα όσα λέγονται για εμπλοκή του Κυπριακού στα εκλογικά της Τουρκίας είναι εκτός πραγματικότητας, όχι μόνο γιατί είναι πολύ χαμηλά στα ενδιαφέροντα της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα τώρα, αλλά και γιατί την όποια διευθέτηση θα μπορεί να την εμφανίσει με τρόπο που να σημαίνει εξυπηρέτηση των ευρύτερων τουρκικών συμφερόντων.
Έτσι όσοι νομίζουν ότι θα γυρίσουμε άπρακτοι πίσω στα σπίτια μας από τη Γενεύη για να συνεχίσουμε νέο ατέρμονα κύκλο συνομιλιών ή για να αναμένουμε μια νέα Γενεύη, θα πρέπει να επανεκτιμήσουν τις απόψεις τους.
Η Γενεύη είναι αποκορύφωση εξελίξεων και όχι μια ακόμη φάση του Κυπριακού, που μπορούμε να την προσπεράσουμε και να συνεχίσουμε συνομιλίες χωρίς τέρμα και χωρίς λήψη αποφάσεων.
Η Γενεύη θα είναι καμπή είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι προς το καλύτερο».
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet