Του Κωστή Γιούργου

Η συνεδρίαση του Euroworking Group της περασμένης Πέμπτης περατώθηκε χωρίς να ορίσει ημερομηνία επιστροφής στην Αθήνα των επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων των θεσμών και επανέναρξης των προσπαθειών για έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η επίκληση της ανάγκης «να υπάρξει περισσότερη πρόοδος» ήταν το φύλλο συκής. Ο λόγος ήταν να κερδηθεί χρόνος υπέρ των σχεδιασμών του Βερολίνου.
Στο κλίμα των εκβιαστικών διλημμάτων και πιέσεων που καλλιεργήθηκε όλο το αμέσως προηγούμενο διάστημα με υποκινητή τον γερμανό υπουργό Οικονομικών, ελάχιστοι είναι όσοι εκπλήσσονται από την παράλειψη αυτή του EwG.
Ακόμα λιγότεροι είναι όσοι δεν βλέπουν δάκτυλο Σόιμπλε. Ίσως γιατί δεν έπεσε στην αντίληψή τους η πρόσφατη (4 Ιαν.) συνέντευξη στην Frankfurter Allegemeine Zeitung του επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Μελετών (Ifo), όπου ο κ. Κλέμενς Φυστ ζητά από την ΕΚΤ να εγκαταλείψει «την επεκτατική νομισματική πολιτική της», δηλαδή το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ή επειδή ενδεχομένως αγνοούν ότι την άποψη αυτή συμμερίζεται ο επικεφαλής του Κέντρου Προγνώσεων του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου, κ. Στέφαν Κόοτς. Ή γιατί έχουν ίσως ξεχάσει τα μηνύματα του κ. Σόιμπλε προς την ΕΚΤ τον Νοέμβριο, αλλά και πολύ νωρίτερα, να περιορίσει τη χαλαρή νομισματική πολιτική της. «Δεν θα κουραστώ», είχε πει, «να επαναλαμβάνω ότι θα προτιμούσα να ξεκινούσαμε το συντομότερο δυνατό» –κι αυτό λίγες μόλις ημέρες αφότου ο Μάριο Ντράγκι, μιλώντας στη γερμανική Βουλή, είχε υπεραμυνθεί της άποψης ότι, αγοράζοντας ευρωζωνικά κρατικά ομόλογα, η ΕΚΤ διοχετεύει στην αγορά χρήμα που αναθερμαίνει την οικονομία και την απομακρύνει από την παγίδα του αποπληθωρισμού.
Όχι τυχαία –και όχι άσχετα με το επί θύραις, τότε, Euroworking Group– με τον καινούριο χρόνο το Βερολίνο έρχεται, με νέες δηλώσεις αξιωματούχων του, να εντείνει τις πιέσεις προς την ΕΚΤ να εγκαταλείψει την ποσοτική χαλάρωση και να ανεβάσει τα επιτόκια. Με τις επιτακτικές προτροπές των κ.κ. Φυστ και Κόοτς για «τερματισμό της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής το συντομότερο δυνατό», ένωσαν τις φωνές τους, μεταξύ άλλων, η κ. Σνάμπελ, οικονομική σύμβουλος της κ. Μέρκελ και εκ των «σοφών» της γερμανικής οικονομίας, ο κ. Φράτσερ, πρόεδρος του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Ερευνας (DIW), και ο κ. Μπίλμαϊερ, επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας DZ Bank.

Ο μύχιος φόβος

Αξιοπρόσεκτα, οι εκτιμήσεις της DZ Bank που συνοδεύουν τις προτροπές του επικεφαλής οικονομολόγου της αποκαλύπτουν τι πραγματικά υποκινεί την πολεμική εναντίον του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και των «μηδενικών» επιτοκίων που η ΕΚΤ έχει δεσμευτεί να εφαρμόζει τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2017. Ο μύχιος φόβος του «συστήματος Σόιμπλε» δεν είναι αυτός που επικαλούνται, ότι, δηλαδή, αν εγκαταλειφθούν οι πολιτικές της δημοσιονομικής πειθαρχίας η ευρωζωνική οικονομία θα εκτροχιαστεί. Είναι ότι η καθήλωση των επιτοκίων κατατρώει τις περιουσίες των μεγαλοκαταθετών, για τους οποίους κυρίως ενδιαφέρονται. Κατά τις εκτιμήσεις της DZ Bank, αν στα τέλη του 2017 ο πληθωρισμός αγγίξει στη Γερμανία το 1,78% και τα επιτόκια δεν αυξηθούν, τα σημερινά 100 ευρώ θα αξίζουν 98,28 ευρώ –και οι γερμανικές καταθέσεις, που φτάνουν σήμερα τα 2,24 τρισ. ευρώ, θα μειωθούν κατά 36 δισ. ευρώ.
Στο «χρονικό άνοιγμα» που δημιούργησε ο Μάριο Ντράγκι επεκτείνοντας το πρόγραμμα «ενέσεων ρευστότητας» στις ευρωζωνικές οικονομίες μέχρι το τέλος του 2017, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απαντά, όπως το συνηθίζει, με παρελκυστικές κινήσεις που ορθώνουν εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή του. Στις συνήθεις πρακτικές του συγκαταλέγονται οι «παγίδες χρόνου», τις οποίες, χάρη στην προϊούσα γερμανοποίηση της ΕΕ, μπορεί να στήνει στη διαδρομή ανάπτυξης πολιτικών οι οποίες δεν είναι της αρεσκείας του.
Αντιβαίνει στους σχεδιασμούς του κ. Σόιμπλε η προοπτική να μπορέσει η Ελλάδα να επωφεληθεί από την «ανάσα» της ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, που προϋπόθεσή της είναι η επιτυχής αξιολόγηση, που αυτή τη στιγμή εμποδίζεται εξαιτίας του «παγώματος» των διαπραγματεύσεων με ευθύνη της Γερμανίας.

Πικρές εμπειρίες

Μια προσφιλής στον κ. Σόιμπλε «παγίδα χρόνου» είναι οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις στα όρια της πιστωτικής ασφυξίας. Η Ελλάδα έχει πικρή πείρα επ’ αυτού. Όπως το συνηθίζει, ο γερμανός υπουργός Οικονομικών «χτυπά» σήμερα, ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση επιχειρεί να ιδρύσει εντός της ΕΕ «σχέσεις κατανόησης» που θα επιτρέψουν να ξεπεραστεί το αρνητικό κλίμα από το «πάγωμα» των διαπραγματεύσεων: Η «παράλειψη» του Euroworking Group να ορίσει ημερομηνία επιστροφής στην Αθήνα των επικεφαλής των τεχνικών κλιμακίων των θεσμών...
Για να ακολουθήσει, την επόμενη κιόλας ημέρα, Παρασκευή και 13, η ιδέα που ο κ. Σόιμπλε κατέθεσε σε συνέντευξή του στην Süddeutsche Zeitung, για μετεξέλιξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕSM) σε «ευρωπαϊκό ΔΝΤ», με την ευθύνη της εκπόνησης των μελετών βιωσιμότητας χρέους για τα κράτη-μέλη που ζητούν οικονομική βοήθεια. Ανοίγει έτσι ένα παράθυρο αποχώρησης του ΔΝΤ από την Ευρώπη και την Ελλάδα, κλείνει, όμως, ερμητικά κάθε οδό διαφυγής από την προοπτική μια «νέας τάξης» πραγμάτων, σε μια ευρωζώνη με μια Κομισιόν «περιορισμένης ευθύνης» και υπό γερμανικής εμπνεύσεως και εφαρμογής κανόνες σιδηράς δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η ιδέα μπορεί να μην ευωδοθεί. Μπορεί, όμως, κάλλιστα, αν έστω γίνει αποδεκτό να τεθεί άμεσα προς συζήτηση μεταξύ των εμπλεκομένων, να αποδειχθεί «παγίδα χρόνου» για τις προσπάθειες να απεμπλακεί η Ελλάδα από τα αδιέξοδα που μαστίζουν την Ευρώπη. Η κυβέρνηση οφείλει να επιδείξει μεγάλη προσοχή.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet