Την ώρα που η προσοχή όλων είναι στραμμένη στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης για την εφαρμογή του προγράμματος που μας επιβλήθηκε, μια άλλη αξιολόγηση συντελείται καθημερινά, που αφορά την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης στην εφαρμογή μιας πολιτικής που η ίδια κατά βάση έχει επιλέξει. Αν για κάποιους λόγους η αποκαλούμενη δεύτερη αξιολόγηση είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη, κυρίως, των οικονομικών παραμέτρων, η άλλη, η εσωτερική αξιολόγηση, όπως θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε, είναι εκείνη που θα δώσει θετικό ή αρνητικό πρόσημο στο σύνολο της κυβερνητικής δράσης.
Από την πρώτη σχεδόν στιγμή που ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση, βρέθηκε αντιμέτωπη με το οξυμένο πρόβλημα των προσφυγικών ροών. Και από την πρώτη στιγμή έδωσε σ’ αυτό τον τομέα ένα ριζικά διαφορετικό στίγμα πολιτικής, ανεξάρτητα από το βαθμό επιτυχίας με την οποία κάθε φορά αυτή η πολιτική γινόταν πράξη. Στην πραγματικότητα, έφερε μια ανατροπή, όχι μόνο στην εφαρμοζόμενη ως τότε πρακτική των κρατικών αρχών απέναντι στους απελπισμένους πρόσφυγες, αλλά και στις συνειδήσεις των πολιτών, απελευθερώνοντάς τις, ώστε να οδηγήσουν σε μια δράση με ανθρωπιά και αποτελεσματικότητα, που μόνο σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές έχουμε γνωρίσει.
Αυτό θα είναι υποχρεωμένος να της το αναγνωρίσει κάθε αντικειμενικός παρατηρητής, παρά τις σοβαρές αδυναμίες, τους δισταγμούς και τις καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν και παρά τις υποχωρήσεις που σημειώθηκαν κατά την προσχώρηση στη συμφωνία ΕΕ–Τουρκίας. Κάθε σημαντική μεταβολή σ’ αυτό το πεδίο, σε όποιες αιτίες κι αν οφείλεται, έχουμε χρέος να την επισημαίνουμε, γιατί δεν αφορά μια οποιαδήποτε δευτερεύουσα πτυχή της κυβερνητικής πολιτικής, απειλεί να νοθεύσει την εικόνα μιας αριστερής σκοπιάς στην άσκηση κυβερνητικού έργου.

Απαράδεκτη εικόνα

Από αυτή την οπτική γωνία και με τόση αυστηρότητα οφείλουμε να κρίνουμε κάθε τι που σχετίζεται με το προσφυγικό. Γι’ αυτό και είδαμε να σημειώνεται τέτοια αντίδραση για τα συσσωρευμένα προβλήματα που εντοπίζονται και αναγνωρίζονται ως υπαρκτά (και όχι για τα κατασκευασμένα από την αντιπολιτευτική προπαγάνδα) στους προσφυγικούς καταυλισμούς.
Η εικόνα των προσφύγων που αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τον δριμύτατο χιονιά μέσα σε ατομικά αντίσκηνα, όσο κι αν αυτοί αποτελούν μικρό αριθμό μέσα στο σύνολο των 60.000 ανθρώπων, δεν μπορεί να ερμηνευτεί, πολύ περισσότερο να δικαιολογηθεί, με τον τρόπο που επιχειρήθηκε. Οι απαράδεκτες αντιδράσεις συγκεκριμένων τοπικών παραγόντων, όπως των ξενοδόχων και των αρχόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης, που δεν δέχτηκαν να συμβάλουν πρόθυμα στην αποκατάστασή τους, δεν μπορούν να καθορίζουν την κυβερνητική δράση. Όπου δεν πίπτει (ορθός) λόγος, πίπτει νόμος. Μια κυβέρνηση σαν τη σημερινή θα έπρεπε να έχει αντιδράσει διαφορετικά μπροστά στις απαράδεκτες από ανθρωπιστική σκοπιά πρακτικές τους. Υπάρχουν νόμιμοι και κοινωνικά θεμιτοί τρόποι για να αρθούν τέτοιου τύπου προσκόμματα. Η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου θα στήριζε μια τέτοια αποφασιστική στάση απέναντί τους.
Αλλά πριν φτάσουμε στο παρά πέντε, υπάρχει συνήθως ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα, που είναι ζήτημα πολιτικής ευαισθησίας και πρόνοιας να αξιοποιηθεί, ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο οι ανεπιθύμητες συνέπειες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Παρότι, με την έναρξη του χειμώνα, υπήρξαν πρώιμες ενδείξεις για το τι μπορεί να συμβεί. Και ενώ μπορεί η κυβέρνηση να πιστωθεί την, χωρίς σοβαρές παρενέργειες, εξάλειψη του απάνθρωπου καταυλισμού της Ειδομένης, σε ένα πολύ μικρότερης έκτασης πρόβλημα, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Δεν πρέπει να υπάρξει μια επαρκής εξήγηση για το τι συνέβη; Οφείλεται σε κόπωση του μηχανισμού; Και αν ναι, πώς αντιμετωπίστηκε; Σε ελλείψεις της οικονομικής και τεχνικής υποδομής; Σε έλλειψη εγρήγορσης και ενεργού πολιτικής βούλησης; Οι απαντήσεις οφείλουν να είναι πολιτικά πειστικές.

Υπάρχει πρόβλημα

Αν η κυβέρνηση, και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, θεωρεί ότι υπάρχει πρόβλημα, είτε πρέπει να το αντιμετωπίσει ως κυβερνητικό πρόβλημα, είτε να επιμερίσει την πολιτική ευθύνη. Στην πράξη, πάντως, ήδη ο πρωθυπουργός, με την ανακοίνωση η οποία γνωστοποιεί πως με δική του πρωτοβουλία έφτασε αρματαγωγό στη Λέσβο, για να επιλύσει προσωρινά το οξυμένο πρόβλημα, έχει κάνει στην πράξη έναν πρώτο επιμερισμό ευθυνών. Δεν θα μπορούσε να φροντίσει για κάτι ανάλογο ο αρμόδιος υπουργός αντί του πρωθυπουργού;

Φαίνεται, όμως, ότι τα ερωτήματα που αφορούν το αρμόδιο υπουργείο, δεν είναι μόνο τέτοιου τύπου, είναι και γενικότερα. Θα θυμάστε τη ρήξη που είχε σημειωθεί με τον τότε υφυπουργό Γ. Βουδούρη. Ένας από τους λόγους ήταν ότι δεν του είχαν ανατεθεί συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Τώρα, μετά από τόσους μήνες, ούτε ο νέος υφυπουργός Γ. Μπαλάφας έχει, εξ όσων γνωρίζουμε, συγκεκριμένες αρμοδιότητες, ώστε και ο ίδιος να αξιοποιηθεί στο έπακρο, και ο υπουργός να μειώσει το φόρτο του.

Ξέρουμε ότι σε τέτοιες στιγμές ελλοχεύει ο κίνδυνος της αφ’ υψηλού κριτικής από τη θαλπωρή του δημοσιογραφικού γραφείου. Δεν έχουμε δείξει, όμως, τέτοια δείγματα ως «Εποχή». Αυτό που πιστεύουμε ότι χρειάζεται, είναι ανάληψη της πολιτικής ευθύνης με ό,τι συνεπάγεται. Κι αυτό δεν είναι θέμα προσωπικό. Κάθε ανάληψη ευθύνης έχει σκοπό να επιτρέψει στην κυβέρνηση στο εξής να αποδίδει στο μέγιστο βαθμό και με τον καλύτερο τρόπο στην εφαρμογή της πολιτικής που επιλέγει. Από αυτό θα την κρίνουν οι πολίτες. Και θα την κρίνουν συνολικά.

Χ. Γεωργούλας
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet