balibar_2-1

Της Βιβής Κεφαλά

Στις 20 Ιανουαρίου 2017 ανέλαβε τα καθήκοντά του ο 45ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ. Η αλλαγή ηγεσίας στον Λευκό Οίκο γίνεται σε μία περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλά προβλήματα στο εσωτερικό και συσσωρευμένες κρίσεις στο εξωτερικό, που απειλούν ζωτικά της συμφέροντα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτές που συγκλονίζουν το μεσανατολικό υποσύστημα.
Σε σχέση με την εξωτερική πολιτική ο Ντόναλντ Τραμπ τοποθετείται στον αντίποδα του προκατόχου του, Μπάρακ Ομπάμα, δεδομένου ότι ο απελθών πρόεδρος προσπάθησε, μεταξύ άλλων, να επιτύχει τη διεθνή συνεργασία, εγκαταλείποντας τη μονομέρεια που χαρακτήριζε την πολιτική Μπους του νεώτερου, καθώς και την επίτευξη σταθερότητας στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, επιδιώκοντας από την αρχή της πρώτης του θητείας να επιλύσει το επίκεντρο των προβλημάτων της Μέσης Ανατολής, δηλαδή το Παλαιστινιακό. Προσπάθησε, επίσης, να εξομαλύνει μακροχρόνιες –και ανώφελες- διενέξεις που έβλαπταν τα αμερικανικά συμφέροντα, όπως αυτή με το Ιράν, πράγμα που, όπως και στην περίπτωση του Παλαιστινιακού, εξόργισε το Ισραήλ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, αντιθέτως, ήδη από την περίοδο της προεκλογικής του εκστρατείας, επεδίωξε να κινητοποιήσει υπέρ του το εθνικό ακροατήριο με λαϊκιστικά συνθήματα τύπου «Πρώτα η Αμερική», ενώ σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά θέματα φάνηκε διατεθειμένος να προκαλέσει χώρες όπως την Κίνα, να προσεγγίσει αντιπάλους, όπως την Ομοσπονδία της Ρωσίας, να περιφρονήσει τους διεθνείς θεσμούς, αλλά και να ανατρέψει τη μεσανατολική πολιτική του προκατόχου του, η οποία ούτως ή άλλως είχε πενιχρά αποτελέσματα.
Πράγματι, ο Ντόναλντ Τραμπ, από τις μέχρι τώρα δηλώσεις του, μοιάζει σαν να θέλει να επιστρέψει στο 2001, δηλαδή στην εποχή που οι ΗΠΑ ήταν η μοναδική και αδιαφιλονίκητη υπερδύναμη, που θεωρούσε τον εαυτό της ικανό και αποφασισμένο να διαμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τα συμφέροντα της ή, διαφορετικά, να επιστρέψει στον απομονωτισμό της. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι δηλώσεις Τραμπ αποκτούν συνοχή, δεν παύουν, όμως, να προκαλούν σοβαρές ανησυχίες για περαιτέρω κλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων ή και τη δημιουργία νέων κρίσεων.

Ανησυχητική στροφή στο Παλαιστινιακό

Όσον αφορά τη Μέση Ανατολή, οι δηλώσεις Τραμπ, όπως ότι θα μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ ή ότι θα επανεξετάσει τη συμφωνία σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία για πολλούς λόγους.
Ο πρώτος λόγος αφορά την κατάφωρη περιφρόνηση των κανόνων του Διεθνούς δικαίου και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αιχμή του δόρατος αυτής της τάσης αποτελεί όχι μόνο η έλλειψη καταδίκης στους συνεχόμενους ισραηλινούς εποικισμούς στα κατεχόμενα, οι οποίοι είναι παράνομοι επειδή είναι παράνομη η ίδια η στρατιωτική κατοχή αυτών των εδαφών. Για το λόγο αυτό το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε την απόφαση 242 (1967), με την οποία ζητείται από το Ισραήλ να αποσύρει τα στρατεύματα του στα προ της 5ης Ιουνίου 1967 σύνορά του. Επί πλέον, η μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ παραβιάζει –και πάλι- την απόφαση 242, δεδομένου ότι η Ανατολική Ιερουσαλήμ ανήκει στα εδάφη που κατέκτησε στρατιωτικά το Ισραήλ κατά τον πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Επίσης παραβιάζει και την απόφαση 181 (1948) του Σ.Α. του ΟΗΕ με βάση την οποία αποφασίστηκε η δημιουργία δύο κρατών και η Ανατολική Ιερουσαλήμ προοριζόταν να γίνει η πρωτεύουσα του αραβικού κράτους της Παλαιστίνης.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η επιστροφή στην πάγια αμερικανική πολιτική της άνευ όρων στήριξης της ισραηλινής πολιτικής θα εντείνει ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις στη Μέση Ανατολή γενικότερα και στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη ειδικότερα. Αυτό σημαίνει ότι, κατά πάσα πιθανότητα, οι αραβικές κυβερνήσεις θα αρκεστούν σε φραστική καταδίκη αυτής της απόφασης της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, οι αραβικές κοινωνίες, όμως, θα έχουν έναν ακόμα λόγο να στραφούν εναντίον των ΗΠΑ και της Δύσης εν γένει. Προφανώς, μία τέτοια εξέλιξη ευνοεί τις τρομοκρατικές ισλαμικές οργανώσεις, που θα ενδυναμωθούν εκμεταλλευόμενες τη λαϊκή οργή και αγανάκτηση. Επίσης, είναι πολύ πιθανό η μεταφορά αυτή να πυροδοτήσει μία τρίτη Ιντιφάντα στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, καθώς το Παλαιστινιακό έχει περάσει στο περιθώριο του διεθνούς ενδιαφέροντος, παρά το γεγονός ότι η επίλυση του θα αποτελούσε ζωτικής σημασίας παράγοντα για τη σταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής.

Επανεξέταση και επανακλιμάκωση

Σε σχέση με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει τη δυσαρέσκεια του για τη συμφωνία του 2015, την οποία χαρακτήρισε ως «την χειρότερη στην Ιστορία» και την οποία υποσχέθηκε ότι θα «επανεξετάσει». Πρόκειται για μια συμφωνία η οποία επιτρέπει στο Ιράν να επανέλθει ουσιαστικά στη διεθνή σκηνή, μετά από δεκαετίες οικονομικού και διπλωματικού αποκλεισμού που του είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, εκόντες άκοντες. Επίσης, πρόκειται για μια συμφωνία που έχει προφανή οφέλη για το Ιράν, αλλά έχει οφέλη και για τις χειμαζόμενες δυτικές οικονομίες, ενώ δεν θα πρέπει να λησμονείται ο καθοριστικός ρόλος του Ιράν στη συριακή κρίση. Εάν, όπως φαίνεται, ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου ακυρώσει τη συμφωνία και προσπαθήσει να αποκλείσει και πάλι το Ιράν από τα περιφερειακά τεκταινόμενα, τότε οι επιπτώσεις θα είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές τόσο για τη συρο – ιρακινή κρίση, όσο και για τους ευρωπαίους συμμάχους του.
Τέλος, η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι «θα ήταν πολύ ωραίο να συνεργαστεί με τον Βλαντιμίρ Πούτιν για να τσακίσουν το (λεγόμενο) Ισλαμικό Χαλιφάτο», εμπεριέχει πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα φαίνονται εξ αρχής. Αφ’ ενός διότι το Ιράν αποτελεί έναν πολύ σημαντικό δρώντα κατά του Ισλαμικού Χαλιφάτου και αφ’ ετέρου διότι το Ιράν είναι, επίσης, πολύ σημαντικό για τη μεσανατολική πολιτική της Μόσχας, ώστε να το εγκαταλείψει για μία προσέγγιση με την Ουάσιγκτον, περιορισμένης μάλλον διάρκειας. Πολύ περισσότερο που ο Ντόναλντ Τραμπ εξήγγειλε τεράστια αύξηση στις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ, ενώ είναι προφανές ότι δεν προτίθεται να αντιμετωπίσει τη Ρωσία ως ισότιμο εταίρο, αφού στοχεύει στην αναβίωση της αμερικανικής ηγεμονίας.

Δηλωτικές προθέσεις

Προς το παρόν, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί ακόμα και όλες οι αναλύσεις στηρίζονται σε προφορικές δηλώσεις ή αναρτήσεις του νέου προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πράγμα που από μόνο του είναι ενδιαφέρον, όχι μόνο διότι υπογραμμίζει την απέχθεια του προς τον τύπο, αλλά και διότι τέτοιου είδους πηγές είναι εξ ορισμού ανεπίσημες και δεν δημιουργούν δεσμεύσεις. Παρ’ όλα αυτά, είναι δηλωτικές των προθέσεων του και η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το προφίλ των ανθρώπων που επέλεξε για την επάνδρωση σημαντικών κυβερνητικών θέσεων.
Εν τέλει, όλα θα κριθούν από το πώς αντιλαμβάνεται ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ τον κόσμο: εάν τον βλέπει ως ένα οργανωμένο σύστημα με κανόνες, θεσμούς, ισορροπίες, αντιπαλότητες, συγκρούσεις και συνεργασίες, ένα σύστημα το οποίο λειτουργεί με διαλεκτικό τρόπο, τότε γρήγορα θα αντιληφθεί τα όρια των δυνατοτήτων του, όρια που θέτει το ίδιο το διεθνές σύστημα. Εάν, αντίθετα, αντιλαμβάνεται το διεθνές σύστημα -και τη διακυβέρνηση των ΗΠΑ- ως ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος ή και ως ένα έργο αντίστοιχο με αυτό της διοίκησης των επιχειρήσεων του, τότε θα πρέπει να αναμένεται ότι η προεδρία Τραμπ θα δημιουργήσει στον κόσμο, αλλά και στις ίδιες τις ΗΠΑ, πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα υπόσχεται να επιλύσει.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet