tonia

Του Ματέο Πουτσαρέλι

Λιβόρνο. Από το ναυπηγείο «Fratelli Orlando» έμεινε μόνο η πρόσοψη της εισόδου, όπου κάποτε χιλιάδες εργάτες μπαινόβγαιναν, αποσυναρμολογούσαν και συγκολλούσαν, κατασκεύαζαν και καθέλκυαν. Σήμερα, μπαίνει κανείς μέσα και βρίσκεται σε μια συνοικία σικ, με θέα στο λιμάνι, με υπόγειο πάρκινγκ και μεγάλο σουπερμάρκετ (της Coop, όπως είναι η παράδοση).
Εδώ, όπου το 1921 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διασπάστηκε και όπου οι μαξιμαλιστές της εποχής ίδρυσαν το ΙΚΚ, η αριστερά έχασε το δρόμο της. Τον έχασε γιατί η δουλειά που υπήρχε κάποτε, αυτή που δημιουργούσε ταυτότητα, ιδιότητα μέλους και σύγκρουση, δεν υπάρχει πια εδώ και πολύ καιρό. Ενώ αλλού έπεφτε το Τείχος, στην πόλη  των Τεσσάρων Μαυριτανών*, ήταν η ώρα των παραιτήσεων, του τέλους της κρατικής βιομηχανίας και μιας σιωπηρής κοινωνικής συνθήκης που εγγυόταν κάτι σε όλους. Δύο αριθμοί του Εμπορικού Επιμελητηρίου μας δίνουν την ιδέα της παρακμής: από το 2004 έως σήμερα το ποσοστό της ανεργίας αυξήθηκε κατά 70%. Οι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους του Οργανισμού Απασχόλησης είναι 60.000 από τους 340.000 κατοίκους του νομού.
Έτσι συνέβη και στο Λιβόρνο, αυτό που πολλοί θεωρούσαν αδύνατο: οι κληρονόμοι του μεγάλου κόμματος («του Κόμματος», στο λαϊκό λεξιλόγιο δεν χρειαζόταν να προσθέσει κανείς κάτι άλλο) ηττήθηκαν στις εκλογές από τους 5 Αστέρες, κίνημα χωρίς ιστορία, χωρίς παράδοση, χωρίς εξουσία. Κέρδισαν ακριβώς γι’ αυτό.
«Μας ταύτισαν με το συντηρητισμό», λέει σήμερα ο Μάρκο Ρουτζέρι, εργάτης θερμαστής στην Eni (ΣτΜ: Εθνικός Φορέας Υδρογονανθράκων, πρώην κρατική εταιρεία, νυν πολυεθνική) και ηττημένος υποψήφιος δήμαρχος το 2014. Ήταν περιφερειακός σύμβουλος και παραιτήθηκε, όπως είχε υποσχεθεί, για να λάβει μέρος στην προεκλογική εκστρατεία για το δήμο. «Εγώ ακούω τους συναδέλφους μου και οι περισσότεροι ψηφίζουν το Κίνημα 5 Αστέρων». Ο λόγος; «Δεν ξέρουμε να μιλήσουμε σ΄ αυτούς που υποφέρουν και είμαστε μακριά από τον κόσμο της εργασίας. Η εργασιακή μεταρρύθμιση Jobs Act έγινε αντιληπτή ως μια επίθεση σε μια δύσκολη στιγμή. Ότι δηλαδή αφαιρείται προστασία από τους εργαζομένους μέσα σε ένα εργασιακό πλαίσιο που είναι ούτως ή άλλως σε κρίση». Στον Ρουτζέρο έκανε καλό που επέστρεψε στην εταιρεία: «Δεν χρειάζεται να το πω, όταν η πολιτική γίνεται επάγγελμα, από κάθε άποψη χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα. Οι τίτλοι των εφημερίδων και τα status στο Facebook δεν λύνουν δυστυχώς τα προβλήματα».

Η απώλεια των ψευδαισθήσεων

Η απώλεια των ψευδαισθήσεων είναι το αίσθημα που κυριαρχεί. Το σατιρικό λιβορνέζικο περιοδικό Vernacoliere, που έδινε πάντα μεγάλη προσοχή στο να δίνει φωνή με ειρωνικό τρόπο στις λαϊκές διαθέσεις, έχει ως τίτλο: «Ο Τζεντιλόνι μας έσπασε ήδη τα αρχ…». Δεν πρόλαβε καν να έρθει, να ανοίξει το στόμα του, να εκδώσει ένα διάταγμα. Όσο για τον Ματέο Ρέντσι, τον αποκαλούσαν ο «μικρός Ντούτσε του Ρινιάνο», ένα ξένο σώμα για την αριστερά. Και όμως, με την ίδια έλλειψη ψευδαισθήσεων, ο πρώην πρωθυπουργός ψηφίστηκε μαζικά στις περίφημες ευρωεκλογές του 40%. Ήταν παράξενη εκείνη η μέρα στο Λιβόρνο: το Δημοκρατικό Κόμμα επιβραβεύτηκε στην ευρωβουλή του Στρασβούργου και ταυτόχρονα τιμωρήθηκε στο δήμο, με 17 μονάδες διαφορά ανάμεσα στα «δύο Δημοκρατικά Κόμματα».
Το ότι τέλειωσε μια εποχή –πολιτιστικά, πολιτικά– το λένε οι αριθμοί. Το 1976 το ΙΚΚ πήρε μόνο του 69.000 ψήφους. Περισσότερες από τις ψήφους που πήραν σήμερα μαζί το Δημοκρατικό Κόμμα, η ριζοσπαστική αριστερά και οι Πέντε Αστέρες: 42.000 στις περιφερειακές πριν από ένα χρόνο.
Στο Λιβόρνο χάνει η αριστερά και χάνει η πολιτική συνολικά: το 1976 πήγαν να ψηφίσουν συνολικά 130.000 άτομα, το 2015 μόνο 58.000. «Εμείς», εξηγεί ο Αλεσάντρο Κόζιμι, τελευταίος δήμαρχος της σειράς Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα - Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς - Δημοκράτες της Αριστεράς-Δημοκρατικό Κόμμα, «ήμασταν η πρώτη πόλη που υπέφερε με το τέλος του φορντικού παραδόξου. Πρώτα υπήρχε στ’ αλήθεια ένα είδος σοσιαλδημοκρατίας: διοργανώνονταν τραπέζια συζήτησης, βρίσκονταν συμφωνίες, υπήρχε αναδιανομή του πλούτου. Μετά ήρθε ο μετασχηματισμός του μεταποιητικού τομέα, ήρθε η παγκοσμιοποίηση, ήρθε ένα μεταναστευτικό κύμα αποτελούμενο από φτηνούς ανειδίκευτους εργάτες».
Από τη δεκαετία του ‘80 και ύστερα, τα κυριότερα εργοστάσια έκλεισαν το ένα μετά το άλλο και έπαθε εμπλοκή ο μηχανισμός «αυτάρκειας» μιας πόλης που μέχρι τότε δεν είχε κανέναν ανάγκη. Ακόμη και το κέντρο, με τις στοές του και το ανθηρό εμπόριο της αρχαίας και ενταγμένης εβραϊκής κοινότητας, έχασε τη λάμψη του. Το τέλος μιας υπονοούμενης υπόσχεσης, δηλαδή ότι θα υπήρχε ένα μερίδιο για όλους, ήταν η αρχή της έλλειψης εμπιστοσύνης έναντι της πολιτικής και των θεσμών, καθώς και της ανάγκης εκτόνωσης της δυσαρέσκειας. «Αυτή τη στιγμή», συνεχίζει ο Κόζιμι, χωρίς έλεος, «το Δημοκρατικό Κόμμα δεν θεωρείται ως το εργαλείο ανάκτησης της πόλης, και το λέω ως μέλος του ΔΚ, που δεν έχει καμία πρόθεση να φύγει. Δεν υπάρχει διάθεση παραγωγής ιδεών, ούτε αναλύθηκε πραγματικά η ήττα. Δαιμονοποιούμε το δήμαρχο Φιλίππο Νογκαρίν κι αυτό είναι όλο».

Ο πόθος για την αριστερά παραμένει

Μάλιστα, τον Νογκαρίν, τον δήμαρχο του Γκρίλο που ψήφιζε Προλεταριακή Δημοκρατία. Που όταν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο αποφάσισε να ανοίξει ένα βιβλίο συλλυπητηρίων για τους πολίτες, στη μνήμη του κουβανού ηγέτη. Τον Νογκαρίν, που τον ψήφισε η ριζοσπαστική αριστερά στο δεύτερο γύρο. «Εμείς του Κινήματος 5 Αστέρων εκπροσωπούμε μια δύναμη πέρα από ιδεολογίες. Είμαστε πραγματιστές»,  εξηγεί ο δήμαρχος. «Όταν, όμως, το καλοσκέφτομαι, βλέπω ότι τα ιδανικά της αριστεράς τα υπερασπίσαμε εμείς σ’ αυτά τα χρόνια: τη δημόσια υγεία, το άρθρο 18, τη λαϊκή κατοικία, το “όχι” στις στρατιωτικές δαπάνες. Εγώ επομένως δεν πιστεύω ότι το Λιβόρνο έχασε την ταυτότητά του, σ’ αυτή την πόλη υπάρχει ακόμη o πόθος για μια υγιή αριστερά, όχι πολιτική, αλλά αξιακή». Ο Νογκαρίν εφάρμοσε και το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έστω και περιορισμένα: 500 ευρώ το μήνα για έξη μήνες σε εκατό άτομα το 2016, το ίδιο και για εφέτος. Και λέει, υποστηρίζοντας τα πεπραγμένα του: «Αυτό δεν είναι αριστερό;»
Εδώ κι εκεί, λιγότερο ή περισσότερο διαδεδομένη, αντέχει μια κάποια παράδοση σχεδόν οικογενειακή, στοργική, νοσταλγική, απέναντι στις παλιές σημαίες. Ένα «θρησκευτικό» συναίσθημα, που όμως δεν έχει πια σύνδεση με την πολιτική δράση. «Σήμερα ακούω να μου λένε: εγώ είμαι αριστερός, αλλά ψηφίζω τη Λέγκα γιατί…», αυτό εξηγεί ο Αντρέα Ρασπάντι, ο οποίος, μαζί με τη ριζοσπαστική αριστερά ενωμένη στο ψηφοδέλτιο «Καλημέρα Λιβόρνο» έφθασε κοντά στο δεύτερο γύρο.
«Υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν ότι ζουν στον Οκτώβρη του 1917 και κάποιοι που νομίζουν ότι ζουν στον Μάρτη του 1933. Φοβάμαι ότι βρίσκομαι στη δεύτερη περίοδο. Αν δεν ξεκινήσουμε από την εργασία, μας περιμένουν ακόμη ζοφερότεροι καιροί: η κοινωνική δεξιά μάς το κλέβει κι αυτό», λέει ανήσυχος.

Μετάφραση από τη Repubblica
Τόνια Τσίτσοβιτς


*ΣτΜ: αναφορά στο περίφημο άγαλμα του Φερδινάνδου Α΄ των Μεδίκων, ιδρυτή της πόλης, που αναπαριστά τον Φερδινάνδο και στα πόδια του τέσσερις αλυσοδεμένους αφρικανούς. Το άγαλμα κινδύνεψε να καταστραφεί το 1799, κατά την εισβολή του γαλλικού στρατού που το θεωρούσε σύμβολο της τυραννίας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet