Η διετία ανέδειξε τις συλλογικές αδυναμίες της Αριστεράς

 

karpozilos

Τη συνέντευξη πήραν η Ιωάννα Δρόσου και ο Παύλος Κλαυδιανός

Πέρασαν δύο χρόνια από την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, η οποία τότε χαιρετίστηκε από τις δυνάμεις της αριστεράς και από σημαντικό αριθμό διανοουμένων. Ποιες ήταν οι συνθήκες που έδωσαν αυτή τη δυναμική στον ΣΥΡΙΖΑ;
Νομίζω ότι εύκολα θα συμφωνήσουμε ότι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ φάνταζε τον Γενάρη του 2015 μία ιστορική στιγμή. Εκτός όλων των άλλων, υπογράμμιζε την επιστροφή της Αριστεράς στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής. Μέχρι εκείνο το σημείο είχαμε συνηθίσει την Αριστερά ως μία δύναμη κοινωνικής διαμαρτυρίας και αγαθών προθέσεων, που το σχέδιο της όμως για το μέλλον αφορούσε λίγους και λίγες. Αυτή ήταν η κυρίαρχη εικόνα μετά το 1989-1991: η βεβαιότητα ότι το κοινωνικό ζήτημα ανήκε στο παρελθόν, καθιστούσε και την Αριστερά ταυτόσημη με έναν κόσμο που εξαφανίζονταν. Η παγκόσμια οικονομική κρίση κλόνισε αυτή τη βεβαιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση στη χώρα που βρισκόταν στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού κλυδωνισμού συμπύκνωνε το μεγάλο ερώτημα: μπορούσε η Αριστερά να προσφέρει μία εναλλακτική πρόταση; Ειδικότερα για την Ελλάδα το ερώτημα αυτό σχετιζόταν με το γεγονός ότι η Αριστερά δεν είχε φθαρεί -όπως έγινε στη Γαλλία ή στην Ιταλία- στον κυβερνητισμό της δεκαετίας του 1990. Εμφανιζόταν έτσι ως μία νέα πρόταση σε μία κοινωνία που αναζητούσε απαντήσεις.

Με αυτό αναμετριόμαστε σήμερα

Και ύστερα ήρθε το καλοκαίρι του 2015, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει, στη βάση ότι δίνει τη μάχη της αριστεράς ακόμα και με τον περιορισμό των μνημονίων. Να επιχειρήσουμε έναν απολογισμό;
Το να συγκρίνουμε τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ πριν το καλοκαίρι του 2015 και τις αποφάσεις του εκείνη την περίοδο δεν είναι πλέον παραγωγικό. Δεν θα μάθουμε κάτι επιπλέον και δεν θα καταλάβουμε κάτι που αγνοούμε. Φοβάμαι ότι η διετία αυτή έχει αρνητικό πρόσημο για άλλο λόγο: ανέδειξε τις συλλογικές αδυναμίες της Αριστεράς στο σύνολό της. Ειδικότερα αποκάλυψε ότι ενώ η Αριστερά υπήρξε ικανή στο να ασκεί κριτική στο κυρίαρχο οικονομικό και πολιτικό σύστημα, υπήρξε απροετοίμαστη στο να σκιαγραφήσει μία χειροπιαστή εναλλακτική πρόταση. Με αυτό αναμετριόμαστε σήμερα. Ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανές ότι η πολιτική δεν γίνεται βάσει προθέσεων, αλλά πράξεων. Και εκεί θα έλεγα ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη συνθηκολόγηση του Ιουλίου του 2015, αλλά στη συστηματική απροθυμία της κυβέρνησης για ριζοσπαστικές τομές. Ο συντηρητισμός και η ατολμία σε πολλούς τομείς –από τα της σχέσης με την εκκλησία έως της εξωτερικής πολιτικής- δεν είναι απλό σύμπτωμα. Είναι προϊόν μίας λογικής που, στο όνομα του να κερδίσει η κυβέρνηση πολιτικό χρόνο, επιλέγει να μη συγκρουστεί, δίχως όμως να αντιλαμβάνεται ότι έτσι εξατμίζει καθημερινά το χρήσιμο βάρος της Αριστεράς. Με αυτήν την λογική πρέπει να αναμετρηθούμε.

Για να κάνω το δικηγόρο του διαβόλου, το μνημόνιο είναι μια επιτροπεία, που περιορίζει τις κινήσεις της κυβέρνησης περισσότερο από ότι εκτιμούσε αρχικά…
Αυτό είναι μία ενδιαφέρουσα σκέψη. Δεν είμαι σίγουρος πάντως ότι το μνημόνιο επιβάλει για παράδειγμα τις εθνικο-πατριωτικές κορώνες. Ας πάμε όμως στην ουσία. Αν όντως οι επιλογές είναι τόσο περιορισμένες, τότε πραγματικά αναρωτιέται κανείς γιατί θα έπρεπε η Αριστερά να διαχειριστεί την εφαρμογή αυτής της πολιτικής. Η αντίληψη αυτή μάς οδηγεί σε ένα διαρκές χαμήλωμα των προσδοκιών, ένα συλλογικό «ε, και τι θέλεις να γίνει;». Η στάση αυτή είναι εξοργιστική γιατί παραγνωρίζει ότι οι κοινωνικές διεκδικήσεις της περιόδου 2012-2015 απαιτούσαν θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν, ακόμα και σήμερα, να προχωρήσουν και όχι να αναβάλλονται διαρκώς μέσα από το περίφημο «να ωριμάσουν να συνθήκες».

Θεωρείς ότι η κοινωνική δυναμική που είχε αναπτύξει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καμφθεί ή ο κόσμος τηρεί μια στάση αναμονής;
Νομίζω ότι έχει απονεκρωθεί. Η απουσία κοινωνικών αντιστάσεων είναι ενδεικτική της υποχώρησης της λαϊκής αυτοπεποίθησης. Ας σκεφτούμε τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Όχι μόνο δεν έχουμε δει την ανάδυση νέων μορφών οργάνωσης σε κρίσιμους τομείς, όπως οι επισφαλείς και νέοι εργαζόμενοι, αλλά αν το σκεφτεί κανείς ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις επιτυχημένων διεκδικήσεων στον ιδιωτικό τομέα- εκεί που πραγματικά κρίνεται η κατανομή των βαρών της κρίσης.

Ανάδυση μίας νέας αντιπολιτικής αντίληψης

Σε συνέντευξη που είχαμε πάρει από ένα συνάδελφό σου είχε προκύψει πως δεν είναι εύκολο, προς το παρόν, να φτιαχτεί κίνημα εναντίον της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ γιατί είναι μια κυβέρνηση με κορμό την αριστερά που ψηφίστηκε από τον πληβειακό κόσμο, αλλά και γιατί κάνει παρεμβάσεις υπέρ των πληβειακών στρωμάτων. Ποιος είναι ο ρόλος των κινημάτων;
Δεν συμφωνώ. Η απουσία κινήματος αυτή τη στιγμή δεν είναι προϊόν της δημοφιλίας της κυβέρνησης. Άλλωστε θα έλεγα ότι αν η κυβέρνηση ήταν δημοφιλής ή μάλλον αν η κυβέρνηση ήταν, σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια, επιτυχημένη θα είχαμε πολλαπλασιασμό των κινημάτων, καθώς οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες θα συνδέονταν και θα ανατροφοδοτούνταν από μία νέα κοινωνική δυναμική που συχνά θα στρεφόταν κατά της ίδιας της κυβέρνησης. Το ότι δεν υπάρχει ορατό αντικυβερνητικό κίνημα υπογραμμίζει την ανάδυση μίας νέας αντιπολιτικής αντίληψης που συνοψίζεται στο «όλοι ίδιοι είναι».

Η εντύπωση πως ούτε καν η αριστερά δεν μπόρεσε να ανατρέψει την κατάσταση, μπορεί να οδηγήσει στην αποστράτευση όσον αφορά την αριστερά ή στην απολίτικη στάση όσον αφορά την κοινωνία;
Στη γενιά μου παρατηρώ μία τάση ιδιώτευσης και νομίζω συνολικά υπάρχει μία αποσυσπείρωση από τις οργανωμένες μορφές της αριστεράς. Αυτό δεν είναι από μόνο του καταστροφικό. Νομίζω είναι η υγιής αντίδραση στη συνειδητοποίηση ότι ο λόγος, η πράξη και η ίδια η οργάνωση της ελληνικής αριστεράς δεν επαρκεί. Ακόμα και η ιδιώτευση συχνά έχει μέσα της τον αναστοχασμό, το να στραφεί κανείς σε κάτι χειροπιαστό και χρήσιμο στο χώρο του, όπως στο παράδειγμα του προσφυγικού, την αναζήτηση ενός νέου σχεδίου που θα αποφεύγει τη σκουριά του παρελθόντος. Το ερώτημα είναι αν θα προκύψει κάτι καινούριο από αυτήν την εμπειρία. Ας προσπαθήσουμε για αυτό, αλλάς μην το θεωρούμε δεδομένο και κυρίως ας μην περιμένουμε το επόμενο σοκ για να διαπιστώσουμε τις αδυναμίες μας.

Μιλώντας για «σοκ» υπάρχει μια προσδοκία της αμερικάνικης αριστεράς ότι η εκλογή του Τραμπ θα προκαλέσει ένα ισχυρό σοκ αφύπνισης στην κοινωνία. Είναι έτσι;
Πρόκειται για μία καταστροφική αντίληψη. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από την εκλογή Τραμπ είναι η υπόσχεσή του για τη δυνατότητα επιστροφής σε έναν απολεσθέντα παράδεισο, που ο καθένας τον οριοθετεί όπως θέλει. “Make America great again” («Φτιάχνοντας μια Αμερική σπουδαία και πάλι») έλεγε ο Τραμπ και περίπου το ίδιο λέει και η Λεπέν περιγράφοντας την αναδίπλωση στο εθνικό κράτος. Η Αριστερά από την άλλη δεν έχει καταφέρει να διατυπώσει μία υπόσχεση για το μέλλον. Έτσι συχνά ανταγωνίζεται με τους συντηρητικούς για τη δυνατότητα να γυρίσει το ρολόι της ιστορίας προς τα πίσω. Αυτή ήταν για παράδειγμα η διαρκής υπόσχεση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς: ότι μπορούμε να πάμε πίσω στο μεταπολεμικό μοντέλο της σταθερής εργασίας και της κοινωνικής πρόνοιας. Αυτή η πρόταση υπογραμμίζει την εξάντληση της πολιτικής φαντασίας της Αριστεράς. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις μας ούτε η Σοβιετική Ένωση μπορεί να αναστηθεί, ούτε το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο. Και στην τελική, αν είναι να επιλέξει κανείς σενάριο νοσταλγίας, τότε όντως η πρόταση του Τραμπ και της Λεπέν είναι πολύ πιο πειστική.

Οι νέες επεξεργασίες της αριστεράς

Ο κόσμος ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ ή τους Ποδέμος για να λύσουν τρέχοντα προβλήματα. Ακόμα και το ΚΚ Πορτογαλίας μπήκε στην κυβέρνηση. Ποιες είναι οι ευθύνες της αριστεράς του 21ου αιώνα;
Φτιάχνουμε συχνά στο μυαλό μας δίπολα: οι ρεαλιστές που θα αναλάβουν τη διαχείριση της εξουσίας και αυτοί που θα μείνουν οι αιώνιοι επαναστάτες και θα μιλάνε για τον σοσιαλισμό. Νομίζω χρειαζόμαστε μία σύζευξη: να σκεφτούμε τις ριζοσπαστικές εκείνες τομές στο σήμερα που θα περιγράφουν έναν διαφορετικό τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Αριστερά του 21ου αιώνα πρέπει να αναμετρηθεί με τις δικές της αδυναμίες. Ένα παράδειγμα: το μέλλον της Ευρώπης. Αν δει κανείς τις επεξεργασίες του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς θα βρει στην καλύτερη περίπτωση μία σειρά από γενικές διακηρύξεις που μοιάζουν με ένα ευχολόγιο για τη δυνατότητα μίας «άλλης Ευρώπης». Μας αρκεί αυτό; Τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση κλυδωνίζεται η Αριστερά του 21ου αιώνα δεν φαίνεται να μπορεί να περιγράψει ένα νέο ευρωπαϊκό πρότζεκτ που θα απαντάει στο κεντρικό ερώτημα: υπάρχει τρόπος αναδιανομής του εισοδήματος εθνικά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο; Νομίζω ο λόγος που δεν προχωράμε τη σκέψη μας προς τα εκεί γιατί θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βεβαιότητές μας.

Ποιες πρέπει να είναι οι νέες επεξεργασίες της αριστεράς;
Θα έβαζα τέσσερις άξονες. Πρώτον, η Ευρώπη του 21ου αιώνα, οι εμπειρίες των εναλλακτικών προτάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η δυνατότητα ενός σχεδίου που δεν θα συνιστά αναδίπλωση στο εθνικό κράτος ή υποταγή στην γραφειοκρατική και αντιδημοκρατική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεύτερον, το αίτημα του διεθνισμού όχι με τη μορφή των δικτυώσεων αλληλεγγύης, αλλά με τη μορφή οργανώσεων συντονισμού σε ένα κοινό σχέδιο. Ο κόσμος του κεφαλαίου είναι διεθνικός, ο κόσμος της εργασίας μετακινείται γεωγραφικά και την ίδια στιγμή οι οργανώσεις του παραμένουν δέσμιες των παλαιών επεξεργασιών και της εθνικής εσωστρέφειας. Τρίτον, το μεγάλο ερώτημα του «τέλους του καπιταλισμού». Συχνά το έχουμε διακηρύξει, ακόμα συχνότερα έχουμε διαψευστεί. Το ερώτημα αυτό δεν είναι ακαδημαϊκό. Αφορά τη δυνατότητά μας να σκεφτούμε -όχι ως σύνθημα- πάνω στη δυνατότητα ενός μετα-καπιταλιστικού μέλλοντος και άρα να βρούμε μία νέα αυτοπεποίθηση ότι υπάρχει ένας οραματικός στόχος που μπορεί να παράξει και τις ανάλογες πολιτικές στρατεύσεις. Τέταρτον, ποια θα είναι η μορφή της συμμετοχής και της πολιτικής οργάνωσης του 21ου αιώνα.

Κάποιες επεξεργασίες, ειδικά όσον αφορά το ζήτημα του μοντέλου πολιτικού κόμματος, επιχείρησε κάποια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ…
Σωστά, αλλά σύντομα εξάντλησαν τη δυναμική τους. Η πιο επιτυχημένη στιγμή του ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή ήταν ότι υποσχόταν μία νέα δομή και ένα νέο περιεχόμενο στην πολιτική στράτευση. Ακόμα και αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Η Αριστερά έχει επιλέξει να είναι συγκεντρωτική και συντηρητική στον τρόπο που συζητάει και αποφασίζει. Και αυτό είναι παράξενο, γιατί η ιστορικά η Αριστερά αναζητούσε μέσα από διαφορετικές μορφές οργάνωσης νέους τρόπους έκφρασης των πολλών. Τα Σοσιαλιστικά Κόμματα στις αρχές του 20ου αιώνα οργάνωναν εσωτερικά δημοψηφίσματα για να αποφασίσουν πάνω σε κρίσιμα ζητήματα ή δημιουργούσαν χωριστές εθνικές ομοσπονδίες για να απευθύνονται στις μειονότητες και τους μετανάστες. Έναν αιώνα μετά, και ύστερα από καταστροφικές εμπειρίες, η Αριστερά του 21ου αιώνα δεν έχει παράξει κάτι ανάλογο, αλλά περιορίζεται στην ανακύκλωση του παλιού ή την προσομοίωση με τα αρχηγικά κόμματα του αστικού πολιτικού κόσμου.

 

Οι πρόσφυγες δεν είναι τα θύματα της ιστορίας, αλλά πρωταγωνιστές της

Γιατί αναδύονται τώρα οι εθνικισμοί;
Ο εθνικισμός δεν είχε εξαφανιστεί ποτέ. Σήμερα όμως επανακάμπτει ως μία πειστική οικονομική και κοινωνική πρόταση, η οποία εμφανίζεται ως το αντίβαρο στην κρίση των μεγάλων παγκοσμιοποιητικών ή υπερεθνικών σχεδίων της δεκαετίας του 1990. Ο εθνικισμός βασίζεται στη νοσταλγία για το παρελθόν και ενσωματώνει –και αυτό είναι σημαντικό- στοιχεία κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.

Μεγάλη άνθηση παρατηρείται σε χώρες φτωχές, όπως η Τσεχία, η Πολωνία και η Ουγγαρία. Πώς το εξηγείς;
Οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης υπήρξαν οι καλύτεροι θιασώτες του άγριου οικονομικού φιλελευθερισμού της δεκαετίας του 1990 και οι χειρότεροι μαθητές του πολιτικού φιλελευθερισμού. Τώρα, επιχειρούν μία ρεβανς. Αποτινάσσουν τόσο την παλαιότερη επιβεβλημένη σοσιαλιστική παράδοση του διεθνισμού όσο και την πρόσφατη εμπειρία τους ως οι παρίες της Ευρώπης, που τροφοδοτούσαν τη Δύση με φτηνό εργατικό δυναμικό. Η φτώχεια πάντως δεν είναι ένα εμβόλιο ενάντια στον εθνικισμό. Συχνά είναι ένας φιλόξενος τόπος που επωάζεται ο πιο άγριος και καταπιεσμένος εθνικισμός με φυλετικά χαρακτηριστικά.

Στο παρελθόν η Ελλάδα έδειξε αλληλεγγύη στους πρόσφυγες. Τώρα, όμως, φτάσαμε στη στιγμή της ένταξης και εκεί εμφανίζονται αντιστάσεις. Πώς θα αποτραπεί η ανάδειξη του εθνικισμού;
Όταν οι πρόσφυγες περνούσαν από την Ελλάδα, όλα φάνταζαν –ακόμα και αν δεν ήταν- ιδανικά, ενώ είναι σαφές ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ βοήθησε με τη στάση της και κυρίως με την προσπάθειά της να περιορίσει την πολιτική των επαναπροωθήσεων. Δεν μπορούμε όμως πλέον να επαναπαυόμαστε στις δάφνες του παρελθόντος. Θα δούμε τους πρόσφυγες που βρίσκονται στην Ελλάδα ως ένα πρόβλημα που μας φορτώθηκε ή ως συμπολίτες μας; Εκεί δεν έχουμε απαντήσει ανεξάρτητα από τις όποιες προθέσεις μας ή τις ρητορικές διαβεβαιώσεις για τα δικαιώματα των προσφύγων. Χρειάζεται μία θαρραλέα παραδοχή: οι πρόσφυγες δεν είναι τα θύματα της ιστορίας, αλλά πρωταγωνιστές της και η δική τους καθημερινότητα θα μετασχηματίσει και τη δική μας. Τη δεκαετία του 1990 η ελληνική αριστερά είδε αμήχανη την καθημερινή μεταμόρφωση της εργατικής τάξης κάνοντας πολύ λίγα για τη συνδικαλιστική οργάνωση των μεταναστών. Δεν ακούσαμε τι μας έλεγαν οι μετανάστες και ένας λόγος για αυτό ήταν ότι συχνά αυτά που έλεγαν δεν συμφωνούσαν με τις δικές μας προκατασκευασμένες βεβαιότητες. Θα επαναλάβουμε αυτή τη στάση;
Και εδώ εντοπίζω ένα ενοχλητικό αγκάθι για την σημερινή κυβέρνηση, παρά τα σημαντικά βήματα που όλοι μπορούμε να αναγνωρίσουμε στα ζητήματα της ένταξης, όπως για παράδειγμα ο νόμος για την ιθαγένεια. Στην περίπτωση των 60.000 προσφύγων η πολιτική της συνίσταται στην καλύτερη περίπτωση στην παροχή ικανοποιητικών συνθηκών προσωρινής διαμονής στην Ελλάδα και όχι σε μία πρόσκληση εγκατάστασης και ένταξης. Καταλαβαίνω τους λόγους, αλλά είναι μία στάση στρουθοκαμηλισμού. Οι πρόσφυγες, ή μάλλον πολλοί πρόσφυγες, δεν θα φύγουν από την Ελλάδα. Ας σταματήσουμε λοιπόν να τους βλέπουμε σαν έναν πληθυσμό υπ’ ατμόν και ας αρχίσουμε να τους βλέπουμε ως τους αυριανούς συμπολίτες μας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet