vernardakis

Συζητάμε με τον υπουργό Επικρατείας, Χριστόφορο Βερναρδάκη, για την πορεία της διαπραγμάτευσης, τις εξελίξεις στην Ευρώπη, το κυβερνητικό έργο και το ρόλο του κόμματος. Όπως σημειώνει ο Χρ. Βερναρδάκης «πρέπει η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ να πολιτευθεί, έχοντας στο επίκεντρο των αναλύσεων και των πρακτικών του το κοινωνικό ζήτημα της χώρας. Διαφορετικά θα διολισθήσει στον κυβερνητισμό και τη διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης.»

 

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Πώς εκτιμάτε τα αποτελέσματα του Γιούρογκρουπ της περασμένης Πέμπτης;
Σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενα, με βάση τις εκτιμήσεις των τελευταίων ημερών. Διατυπώθηκε και επισήμως ότι η ελληνική οικονομία είναι σε δρόμο ανάκαμψης και αυτό είναι ένα πολύ καλό νέο. Εξακολουθεί, βεβαίως, να υπάρχει η ασαφής βούληση του ΔΝΤ σε σχέση με τη συμμετοχή του, καθώς και η «εργαλειοποίησή» του από τις ακραίες τάσεις των δανειστών. Εμείς από τη μεριά μας είμαστε σαφείς στο ότι δεν μπορούν να νομοθετηθούν νέα μέτρα – και μάλιστα δυνητικά ή προληπτικά. Και με τη θέση μας αυτή συμπίπτει και μια μεγάλη μερίδα των συνομιλητών μας. Επομένως, η αξιολόγηση θα κλείσει, παρά τις «καθυστερήσεις» που κάποιες πλευρές κάνουν.

Χάνεται κάθε μέτρο με την καταστροφολογία

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», «ο εφιάλτης του 2015 επιστρέφει». Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο αδυσώπητο εκβιασμό;
Καταλαβαίνουμε όλοι και όλες ότι η καταστροφολογία είναι το αγαπημένο χόμπι των νεοφιλελεύθερων. Και χάνουν κάθε μέτρο. Καμία σημερινή συνθήκη δεν είναι τέτοια, ώστε να γεννιούνται τέτοιοι συνειρμοί. Σαφώς ένα μέρος των δανειστών επιχειρεί να «εκβιάσει» και πάλι, όμως σήμερα δεν είναι δυνατή η επιβολή μιας απόλυτης οικονομικής ασφυξίας, όπως το 2015, αφού τα μεσο-μακροπρόθεσμα μεγέθη της οικονομίας είναι πολύ διαφορετικά. Επιπλέον, τότε δεν είχαμε κανέναν απολύτως σύμμαχο ή συμπαραστάτη, ενώ τώρα πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν πάρει ξεκάθαρη θέση υπέρ της Ελλάδας και του κλεισίματος της αξιολόγησης. Σήμερα, τέλος, έχουμε ένα εκλογικό κύκλο σε μεγάλες χώρες της Ευρώπης, όπου οι βασικές τάσεις δεν φαίνεται να ενισχύουν το μπλοκ που το 2015 είχε σθεναρή στάση υπέρ της λιτότητας στο ελληνικό ζήτημα. Είναι σαφές νομίζω, ότι αρκετοί θύλακες στην Ελλάδα επιζητούν τον «έξωθεν εφιάλτη» για να καταφέρουν ένα πλήγμα στην κυβέρνηση.

Θεωρείτε πως υπάρχει σχέδιο από κάποιες δυνάμεις της Ευρώπης να προκληθεί πολιτική αποσταθεροποίηση στη χώρα;
Δεν μπορώ να ξέρω αν υπάρχει «σχέδιο» με την κυριολεξία του όρου. Επιθυμίες υπάρχουν, οι οποίες συνδέονται με τις «επιθυμίες» της εσωτερικής ολιγαρχίας.

Ούτε ένα επιπλέον μέτρο

Ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» δήλωσε πως «δεν θα νομοθετήσουμε ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα». Από την άλλη, συζητείται από την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα η επέκταση του «κόφτη», ενός μηχανισμού που μπορεί να λάβει υφεσιακά μέτρα, εφόσον ενεργοποιηθεί. Είναι αντιφατικές αυτές οι δηλώσεις;
Η απόλυτη κόκκινη γραμμή της κυβέρνησης είναι πως δεν θα νομοθετήσει κανένα επιπλέον μέτρο. Και μάλιστα προληπτικά, για μετά το 2019. Αυτό το σενάριο συντηρείται από κάποιους ακραίους κύκλους στην Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη, για πολιτική και μόνο σκοπιμότητα, αφού η αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης δεν αμφισβητείται από τους θεσμούς, όπως φάνηκε και στη συνέντευξη που έδωσε την προηγούμενη βδομάδα ο κ. Μοσκοβισί στη “Real”. Από εκεί και πέρα, η συζήτηση από μέρους μας μπορεί να γίνει μόνο στη βάση μιας γενικής περιγραφής πεδίων εφαρμογής του, στην περίπτωση που υπήρχαν αποκλίσεις από τους στόχους του προγράμματος. Θα έλεγα ότι είναι μια «διπλωματική θέση», με μόνο στόχο να ξεπεραστεί και η τελευταία κακοπιστία πριν το κλείσιμο της αξιολόγησης.

Πάντως εφόσον ενεργοποιηθεί ο «κόφτης» θα σημαίνει περικοπές, οπότε έτσι θα καταπατηθεί η απόλυτη κόκκινη γραμμή…
Ο «κόφτης» είναι ένας μηχανισμός προσαρμογής του προϋπολογισμού, ο οποίος έχει θεσμοθετηθεί από το 2014. Από εμάς ζητήθηκε να συγκεκριμενοποιηθεί αυτός ο μηχανισμός, και τώρα ο κ. Σόιμπλε ζητά να διευρυνθεί η ισχύς του μετά το τέλος του προγράμματος. Η άποψη της εκ των προτέρων νομοθέτησης είναι – εκτός των άλλων – και παράλογη πολιτικά. Ακόμα και να συμβεί αυτό είναι τόσο ρευστά τα πράγματα, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιες θα είναι οι δημοσιονομικές, αλλά και οι κοινωνικές συνθήκες στην Ευρώπη σε δύο ή και παραπάνω χρόνια. Επομένως, δεν πρόκειται μόνο για μια στάση δογματική, αλλά και εντελώς άκαιρη ιστορικά.

Μόνο τότε θα μιλήσουμε για εκλογές

Äéáìáñôõñßá êáèáñéóôñéþí äçìïóßùíí ó÷ïëåßùí óôï õðïõñãåßï Åóùôåñéêþí ôçí ÐÝìðôç 30 Éïõíßïõ 2016. (EUROKINISSSI/ÓÔÅËÉÏÓ ÌÉÓÉÍÁÓ)

Το σενάριο των πρόωρων εκλογών, ωστόσο, ήταν και αυτή τη βδομάδα πρώτο στην ατζέντα. Υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο;
Το σενάριο αυτό συντηρείται από διάφορους κύκλους, παρότι σε όλους τους τόνους έχουμε κάνει σαφές πως δεν είναι επιδίωξή μας οι πρόωρες εκλογές. Άλλωστε, για ποιο λόγο να πάμε σε εκλογές;

Εφόσον δεν κλείσει η αξιολόγηση, δεν είναι αναπόφευκτες;
Όσο καθυστερεί το κλείσιμο της αξιολόγησης δυσκολεύεται η θετική ψυχολογία που έχει ανάγκη η οικονομία. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως θα πάμε σε εκλογές. Θα εξακολουθούμε να πιέζουμε ώστε να κλείσει η αξιολόγηση, εκμεταλλευόμενοι την ομόρροπη πίεση που ασκούν πολλοί «παίκτες» στην Ευρώπη και θα διαχειριστούμε με περισσότερες «ευκαιρίες ελευθερίας» τη θετική πορεία της οικονομίας. Γενικά μιλώντας, στο στρατηγικό μας πλάνο είναι να επιταχύνουμε το κυβερνητικό έργο, ώστε να ολοκληρώσουμε τις δεσμεύσεις που έχουμε λάβει προς τον ελληνικό λαό, όταν μας επανεξέλεξε τον Σεπτέμβριο του 2015. Και μόνον τότε θα μιλήσουμε για εκλογές.

Η Ευρώπη έχει μπει σε ένα κύκλο εκλογικών αναμετρήσεων. Ποιο είναι το κλίμα;
Τα νεοφιλελεύθερα κόμματα είτε συρρικνώνονται, όπως γίνεται στην Ολλανδία, είτε καταγράφουν πολύ μεγάλη πτώση, όπως βλέπουμε να συμβαίνει στη Γερμανία. Το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει στην Ιταλία και τη Γαλλία, όπου η υποψηφιότητα του Φιγιόν αρχίζει να φθίνει. Επομένως, η τάση που κυριαρχεί στην Ευρώπη είναι αυτή της ήττας των κομμάτων του νεοφιλελεύθερου τόξου. Ταυτόχρονα, φαίνεται μια τάση ριζοσπαστικοποίησης των σοσιαλδημοκρατών, που συμμάχησαν τις τελευταίες δεκαετίες με τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό. Αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Ένα τρίτο δεδομένο είναι, δυστυχώς, η ενίσχυση της άκρας δεξιάς, ως απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια μικρή ενίσχυση της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η αριστερά δεν είναι ακόμα σε θέση να πρωταγωνιστήσει και να επιβάλλει την ατζέντα, όμως πια φαίνεται πως θα έχει διακριτή παρουσία στην Ευρώπη. Τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά (μείωση του νεοφιλελεύθερου τόξου, αριστερή στροφή των σοσιαλδημοκρατών, ενίσχυση της άκρας δεξιάς και μικρή ενίσχυση της ριζοσπαστικής αριστεράς) αλλοιώνουν την εικόνα ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, που κυριάρχησε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Αυτή η νέα πραγματικότητα για την Ευρώπη πώς θα επηρεάσει την Ελλάδα, αλλά και άλλες χώρες που απειλούνται με επιτροπεία;
Μένει να φανεί αυτό, αφού πρόκειται για μια κοινωνική και πολιτική διεργασίας μακράς πνοής. Οι νέες ισορροπίες δεν θα εύκολο να αποκωδικοποιηθούν, το σίγουρο είναι ότι όσοι επενδύουν στον νεοφιλελευθερισμό της αγοράς ως «πολιτικό σχέδιο» θα υποστούν μια ήττα από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Η αντιπολίτευση

Αναφερθήκατε στη στροφή που καταγράφουν σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στην Ελλάδα, με τον τρόπο που γίνονται οι διεργασίες ανασύνταξης του Κέντρου. Είναι έτσι;
Η στροφή της κοινωνικής βάσης του σοσιαλδημοκρατικού στρατοπέδου έχει συντελεστεί ήδη από το 2012, γι’ αυτό άλλωστ῾῾ε και βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση με 36%. Αυτό που απέμεινε στο χώρο αυτό έκτοτε, είναι προσωποπαγείς εκφράσεις της σοσιαλδημοκρατίας, αναντίστοιχες με τις κοινωνικές διαιρέσεις που είχαν δημιουργηθεί. Αυτή είναι και η ιδιομορφία του ΠΑΣΟΚ, σε σχέση με τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης. Εδώ κατέρρευσε ως κοινωνική βάση, ενώ στη Γερμανία διατηρεί ένα ποσοστό του 20%. Επομένως, οι διεργασίες που επιχειρούνται στο «Κέντρο», περιορίζονται σε επίπεδο συσπείρωσης στελεχών. Είναι η μοίρα του «Κέντρου» όταν χάνει την κοινωνική προοπτική. Από «μαζικό κόμμα» να γίνεται «κόμμα στελεχών».

Από την άλλη, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται πως συσπειρώνεται. Πάνω σε ποιο έδαφος;
Έχει ένα εδραιωμένο και ισχυρό ιδεολογικοπολιτικό μπλοκ. Εκφράζει την παραδοσιακή συντηρητική δεξιά, που καταγράφεται στο 30% της ελληνικής κοινωνίας. Πάνω σε αυτή τη βάση χτίζει το πολιτικό της αφήγημα, χωρίς βεβαίως να έχει πια τις δυνατότητες έκφρασης μεγάλων κοινωνικών πλειοψηφιών. Η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να προσελκύσει τις λαϊκές μάζες, γιατί δεν μπορεί να απαντήσει στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Γι’ αυτό μπορεί σύντομα να δούμε τη δυναμική, που δημιουργήθηκε με την αλλαγή ηγεσίας, να ανακόπτεται.

Η πολιτική αντιπαράθεση που επιλέγει να κάνει η Νέα Δημοκρατία με τον ΣΥΡΙΖΑ γίνεται σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, περιορίζοντας την κριτική της στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Γιατί επιλέγεται αυτό το επίπεδο αντιπαράθεσης;
Νομίζω πως η Νέα Δημοκρατία είναι θύμα των επικοινωνιολόγων της, που κρίνουν πως μπορούν να συντηρούν εσαεί το δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης. Αυτή, όμως, η στρατηγική δεν μπορεί να πείσει τις μεγάλες πλειοψηφίες της κοινωνίας, καθώς το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ποιος είναι ο καταλληλότερος πρωθυπουργός, αλλά με ποιες πολιτικές θα ξεπεραστούν τα κοινωνικά προβλήματα που δημιούργησαν τα χρόνια των μνημονίων.

Ο Κ. Μητσοτάκης είπε, μεταξύ άλλων, πως «ο μεγάλος κίνδυνος είναι οι ενεργοί πολίτες να χάσουν εντελώς την εμπιστοσύνη τους στην πολιτική διαδικασία. Στη λειτουργία τελικά της ίδιας της δημοκρατίας»...
Το λάθος σε αυτή τη φράση είναι πως δεν είναι οι ενεργοί πολίτες, αυτοί που γύρισαν την πλάτη στο πολιτικό σύστημα, αλλά οι φτωχοί άνθρωποι. Επιστρέφουμε και πάλι στο κοινωνικό ζήτημα αυτής της χώρας, στο οποίο δεν μπορεί να απαντήσει η Νέα Δημοκρατία, όσο και να δείχνει πως προσπαθεί, καθώς απέχει μακράν από την ιδεολογικοπολιτική της τοποθέτηση. Ο κ. Μητσοτάκης υπενθυμίζει σε κάθε τοποθέτησή του την ταξική μεροληψία του κόμματός του. Και επομένως, δεν μπορεί να προσεγγίσει τις λαϊκές τάξεις.

Ο κίνδυνος του κυβερνητισμού και οι πληβειακές τάξεις

vernardakis2

Ο κόσμος που πίστεψε τον ΣΥΡΙΖΑ πως θα λύσει τα κοινωνικά αυτά προβλήματα, του γυρνά σιγά σιγά την πλάτη. Πώς το κόμμα θα ανακτήσει τις κοινωνικές του συμμαχίες;
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σε ισχυρό βαθμό πικράνει έως αυτήν τη στιγμή έναν κόσμο που τον στήριξε. Όμως αν η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε ή όχι ῾῾δεν μπορεί να φανεί τώρα, καθώς πρόκειται για μια ιστορική διαδικασία, που θα κριθεί σε βάθος χρόνου. Προφανώς σήμερα που είμαστε εν μέσω αυτής της κατάστασης, και εδώ μπαίνει το ζήτημα της αριστερής κριτικής, πρέπει η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ να πολιτευθεί, έχοντας στο επίκεντρο των αναλύσεων και των πρακτικών του το κοινωνικό ζήτημα της χώρας. Διαφορετικά θα διολισθήσει στον κυβερνητισμό και τη διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης. Μια κυβέρνηση που αναγνωρίζει τα δημοσιονομικά και συνταγματικά-νομικά όρια και θεωρεί πως έχει ανύπαρκτο πεδίο κίνησης, τότε περιορίζεται στη διαχείριση των μνημονίων. Η υποχρέωση αυτής της κυβέρνησης είναι να διευρύνει τα όρια κίνησης και να μην περιορίζεται σε αυτά.

Και το καταφέρνει αυτό;
Σε πολλές περιπτώσεις το κατάφερε. Βεβαίως είναι τέτοιο το έδαφος της κρίσης και τέτοιοι οι δημοσιονομικοί και διεθνείς περιορισμοί, που δεν της επιτρέπουν να ασκήσει την πολιτική που επιθυμεί, γι’ αυτό και αρκετές φορές είναι αποσπασματική. Είναι γεγονός πως η κυβέρνηση έχει υποστεί τη μέγγενη της διαπραγμάτευσης και τα υπουργεία –άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο- αναμένουν τις εξελίξεις στη διαπραγμάτευση για να προχωρήσουν στο έργο τους. Και επειδή πολλές φορές η κριτική που ασκείται είναι μηδενιστική, θέλω να τονίσω πως έχουν γίνει σημαντικά πράγματα, που δεν έχουν γίνει γνωστά ή δεν έχει γίνει συνειδητή η σημασία τους. Για παράδειγμα, στον τομέα του Κράτους καταργήσαμε τις εργολαβίες, φέρνοντας μια τεράστια αλλαγή στο προλεταριάτο του δημοσίου και πέριξ αυτού, που δούλευε σε συνθήκες γαλέρας. Ακόμα παρατείναμε τις συμβάσεις όλου του κατώτερου προσωπικού, κίνηση που έδωσε άλλη πνοή στη λειτουργία του δημοσίου. Αρχίσαμε μια συστηματική πολιτική ελέγχου της αδήλωτης εργασίας, αναβαθμίζοντας σκόπιμα υποβαθμισμένους οργανισμούς. Και τόσα άλλα…

Επομένως υπάρχουν περιθώρια κινήσεων εντός του μνημονίου ή κυριαρχεί η ασφυξία;
Είναι θέμα εμπειρίας, το πώς θα διευρύνονται τα περιθώρια. Πολλά πράγματα έμειναν πίσω γιατί δεν είχαμε τη διοικητικο-πολιτική εμπειρία διοίκησης του κράτους, ενός κράτους κάθε άλλο παρά φιλικού έτσι κι’αλλιώς. Όμως σε πολλούς τομείς ξεπεράσαμε τον εαυτό μας, όπως είναι η παιδεία, η υγεία, η ανθρωπιστική κρίση, τα δικαιώματα της εργασίας στο δημόσιο, και πλέον έχουμε αποκτήσει την εμπειρία που μας έλειπε. Τώρα, όμως, η έρπουσα αντίθεση που διαφαίνεται στο κόμμα και την κυβέρνηση είναι ο κυβερνητισμός σε σχέση με το παράλληλο πρόγραμμα. Η κατεύθυνση που έχουμε, ωστόσο, είναι πως κάθε νομοθετική παρέμβαση από πλευράς κυβέρνησης πρέπει να δημιουργεί πλεονέκτημα στις πληβειακές τάξεις. Υπάρχει, όμως, αυτή τη στιγμή μια φοβική τάση, που προκύπτει είτε από έλλειψη εμπειρίας είτε από αδυναμία επιτελείων, που περιορίζεται στη διαχείριση της κατάστασης.

Δύο χρόνια διακυβέρνησης και το καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ

Ο απολογισμός για τα δύο χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων Πράσινων περιορίστηκε στην υπεράσπιση όσων θετικών έκανε, χωρίς να επισημαίνει τις αδυναμίες, τις παραλείψεις ή τα λάθη της. Γιατί λείπει η αυτοκριτική από την ανάλυση;
Έχω πει πολλές φορές πως ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτός των άλλων, έχει ένα ακόμα καθήκον: να φτιάξει ένα νέο υπόδειγμα πολιτικής αντιπροσώπευσης. Αυτό ξεκινά από το να δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας με τις λαϊκές τάξεις. Σε όλες τις κρίσιμες στιγμές επαναλαμβάνουμε ως βασική μας θέση πως ο συσχετισμός δύναμης μάς εξανάγκασε σε μια συμφωνία. Επιλέξαμε αυτή τη δομική υποχώρηση από το να καταθέσουμε τα όπλα. Στερήσαμε έτσι από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού το εργαλείο της διακυβέρνησης του κράτους. Παράλληλα, μας δόθηκε η δυνατότητα του χρόνου, για ανασύνταξη των δυνάμεων, ενώ η θεσμοθέτηση ορισμένων πραγμάτων δημιουργεί τετελεσμένα και στον αντίπαλο. Αυτό προσπαθούμε, αν και όχι πάντα με την επιτυχία που θα θέλαμε ή που αναμένει ο κόσμος να έχουμε. Όμως, εδώ μπαίνει και ο ρόλος του κόμματος, το οποίο πρέπει να είναι ο ιδεολογικο-προγραμματικός υλοποιητής, διότι η άσκηση της κυβέρνησης εκ των πραγμάτων έχει μια διάσταση κυβερνητισμού. Το κόμμα πρέπει να λειτουργήσει πιο δυναμικά, υπό την έννοια ότι είναι ο μόνος φορέας που μπορεί να ανοίξει το εύρος των κοινωνικών συμμαχιών. Και από την άλλη χρήζει ανανέωσης. Διότι ένα κόμμα που είναι «γερασμένο» ηλικιακά δεν μπορεί να παράξει νέες ιδέες που θα είναι πολύ πιο μπροστά από την κυβέρνηση. Και η κυβέρνηση έχει ανάγκη από νέους πόρους, από ένα κόμμα προωθητικό.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet