Ποιο το κύριο συμπέρασμα από το τελευταίο Γιούρογκρουπ; Σε τι σημείο βρίσκεται η διαπραγμάτευση τώρα; Ποιες οι πολιτικές πλευρές που ανακύπτουν και τις οποίες πρέπει να αναλύσει και να αποφασίσει σχετικά η κυβέρνηση, όπως και τα συλλογικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ; Αυτό που προκύπτει, κατ’ αρχάς, είναι ότι δεν επαληθεύθηκε η πρόβλεψη του κ. Μοσκοβισί, λίγες μέρες πριν, ότι οι υπουργοί Οικονομικών «θα προσπαθήσουν να βρουν τον τρόπο, προκειμένου να κινηθούμε προς μια συμφωνία». Αυτό δεν έγινε. Δεν ορίστηκε χρονοδιάγραμμα για τα επόμενα βήματα ως το Φεβρουάριο, που θα συνεδριάσει εκ νέου το Γιούρογκρουπ.
Αντίθετα μάλιστα, οι εκπρόσωποι των τεσσάρων θεσμών εμφανίστηκαν με κοινή θέση που καλούσε την ελληνική κυβέρνηση να ικανοποιήσει τις —απαράδεκτες— απαιτήσεις του ΔΝΤ για νομοθέτηση, αναλυτικά, των μέτρων για την επίτευξη των υψηλών πλεονασμάτων από το 2019 και μετά, δηλαδή, μετά το πρόγραμμα. Μόνο η Γαλλία δεν συντάχθηκε, καθώς ο κ. Σαπέν τόνισε ότι δέχεται τις ελληνικές προτάσεις ως επαρκείς, διαταράσσοντας έτσι τη συγχορδία των συντηρητικών υπουργών και τη σιωπή των υπολοίπων.
Η ελληνική πλευρά αρνήθηκε να αποδεχθεί αυτή την απαίτηση. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ζήτησε από το ΔΝΤ, διότι περί αυτού πρόκειται, να επανεξετάσει τη θέση του για δύο λόγους. Ο πρώτος, είναι ότι «η πολύ καλή δημοσιονομική απόδοση, καθώς κάθε φορά που σημειώνεται υπεραπόδοση, οι πιθανότητες να χρειαστούν μέτρα μειώνονται». Ο δεύτερος λόγος είναι «ότι εκφεύγει κατά πολύ των αναγκών της δημοκρατικής κουλτούρας της Ευρώπης. Δεν είναι σωστό να ζητείται από μια χώρα σε πρόγραμμα να νομοθετήσει δυο-τρία χρόνια εκ των προτέρων τι θα κάνει το 2019», και συνέχισε: «Πρόκειται για μια δέσμευση που εκφεύγει κατά πολύ του δημοκρατικού ευρωπαϊκού πλαισίου και των ηθικών αξιών που εμπνέουν την Ευρώπη».
Πώς προκύπτει το αδιέξοδο ή σωστότερα τι κάνει τους τέσσερις θεσμούς να ταυτίζονται, μερικοί μάλιστα μετακινούμενοι, με τις θέσεις του άξονα ΔΝΤ–Γερμανίας; Είναι η σύμπτωση στην άποψη —της Γερμανίας, κυρίως— ότι πρέπει να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, η πλήρης συμμετοχή, όχι η «κουτσή», όπως συμβαίνει ως τώρα, όπως ακριβώς το προβλέπει η Συμφωνία της 14ης Αυγούστου. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων έχουν κοινό αυτό το σημείο.

Σύμπτωση στην πλήρη συμμετοχή

Ο κ. Μοσκοβισί, για παράδειγμα, κατέστησε σαφές ότι το ΔΝΤ, «εταίρος σταθερός και απαραίτητος», πρέπει να είναι παρόν στο ελληνικό πρόγραμμα και μάλιστα προχώρησε λέγοντας ότι «το ΔΝΤ ήταν πολύ σαφές για τις θέσεις του, θέλει ένα αξιόπιστο πακέτο μέτρων, και μια δημοσιονομική πορεία εφικτή». Ο κ. Ντάϊσελμπλουμ δήλωσε κατηγορηματικά ότι πρόγραμμα χωρίς ΔΝΤ δεν υπάρχει και τόνισε ότι το ταμείο ήταν από την αρχή και πρόσφερε σημαντική τεχνογνωσία, και επιπρόσθετα ότι «υπάρχουν κράτη-μέλη που επιθυμούν οπωσδήποτε τη συμμετοχή του ΔΝΤ». «Ελλάδα και δανειστές εργάζονται για την πλήρη συμμετοχή του ΔΝΤ», δήλωσε και ο κ. Ντομπρόβσκις, προσθέτοντας ότι «θα εξετάσουμε τα μέτρα που θα το ικανοποιήσουν». Ακόμη και ο κ. Σαπέν, όταν ερωτήθηκε σχετικά, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι το ΔΝΤ είναι και θα παραμείνει στο πρόγραμμα.

Χαμηλοί τόνοι, σαφείς προτροπές

Είναι αλήθεια ότι οι τόνοι κρατήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα μετά το τέλος —αλλά και πριν— το Γιούρογκρουπ, παρά το ότι δεν καθορίστηκε η ημερομηνία επιστροφής των θεσμών στην Αθήνα. Προφανώς όλοι ήθελαν να προφυλάξουν τα επόμενα βήματα. Στο κοινό ανακοινωθέν «το Γιούρογκρουπ κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς να ξαναρχίσουν σύντομα τις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία ενός πακέτου μεταρρυθμίσεων πολιτικών που θα συμμερίζονται όλοι οι ενδιαφερόμενοι». «Υπάρχει σαφής κατανόηση πως η ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι στόχος όλων», σημείωσε και ο πρόεδρος του, προσθέτοντας με νόημα ότι «η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης είναι προς το συμφέρον όλων» και ότι οι υπουργοί Οικονομικών ενθαρρύνουν την επιτάχυνση των διαδικασιών, για την επιστροφή των θεσμών «το ταχύτερο δυνατόν», ώστε να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση. Και ο κ. Μοσκοβισί δήλωσε ότι έγινε μια «καλή συζήτηση για την Ελλάδα». Διαβεβαιώνοντας ότι κανείς δεν επιθυμεί πισωγυρίσματα, «δεν απέχουμε πολύ από την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης» είπε. Ακόμη και ο κ. Σόϊμπλε προσερχόμενος στη συνεδρίαση δήλωσε «αισιόδοξος» «Δεν θα έχουμε σήμερα σοκαριστικές αποφάσεις… Δεν έχω πρόθεση να κάνω την εργασία των θεσμών. Αυτοί κάνουν τις συμφωνίες, οι οποίες θα πρέπει να υλοποιηθούν… Είμαι αισιόδοξος» κατέληξε. Σημείωσε, βέβαια, ότι «είναι θέμα της Ελλάδας το κλείσιμο της αξιολόγησης», προσθέτοντας ότι η ελληνική πλευρά δεν έχει κάνει όσα έχει δεσμευθεί ακόμα, αλλά θα πρέπει να τα κάνει, ο χρόνος είναι πιεστικός».

Ζώνη διαπραγμάτευσης με παγίδες

Από που, λοιπόν, μπορεί να ξαναπιαστεί το νήμα της διαπραγμάτευσης; Μα σίγουρα από το σημείο της διαφωνίας ΔΝΤ–Γερμανίας και συγκεκριμένα τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Σημειώσαμε, ήδη, ότι η έκθεση του ΔΝΤ για το θέμα αυτό, που δημοσιοποιήθηκε ταυτόχρονα με τη σύνοδο του Γιούρογκρουπ, είναι πολύ αυστηρή, καθώς χαρακτηρίζει «εξαιρετικά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος» παρά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, ακόμα και αν συμφωνηθούν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό υποχρεώνει τη γερμανική πλευρά σε μια νέα διαπραγμάτευση για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, για τους πολιτικούς λόγους που όλοι γνωρίζουμε.
Μέσα στο πεδίο της αντιπαράθεσης, και ταυτόχρονα της σύμπτωσης των στόχων ΔΝΤ–Γερμανίας δημιουργείται μια ζώνη διαπραγμάτευσης, γκρίζα βέβαια, και όχι χωρίς κινδύνους για τον αδύνατο τρίτο, την Ελλάδα, που είναι υποχρεωμένη παρόλαυτα να συμμετάσχει (η ανάλυση του Γιάννη Αγγέλη στη σελίδα 10 είναι αρκετά διευκρινιστική). Διότι από την ελληνική κυβέρνηση απαιτείται να υποχωρήσει ως το σημείο να υποχρεωθεί να νομοθετήσει αναλυτικά τα μέτρα για μετά το 2018 και για πολλά χρόνια, μέτρα που θα αφορούν τις σύνταξεις και το φορολογικό, τα εργασιακά, την ανεργία κ.ά.

Όρια και γραμμή άμυνας

Η ελληνική κυβέρνηση είναι μεν υποχρεωμένη να μετάσχει σε αυτή τη διαπραγμάτευση με ευλυγισία αλλά και με όρια, με μια σαφή και αμετακίνητη γραμμή άμυνας. Μόνο έτσι θα αντιληφθούν και οι δανειστές ότι τα σαφή όρια της ελληνικής πλευράς επιβάλλουν και σε αυτούς να κάνουν προτάσεις που όπως είπε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, κ. Σαπέν, πρέπει «να είναι πολιτικά εφικτές».
Αν αυτό δεν γίνει αποδεκτό ως βάση συζήτησης, τότε πράγματι η προσφυγή στο λαό, οι εκλογές, είναι μια ενδεδειγμένη λύση. Αυτό είναι και το νόημα της συνέντευξης του Αλέξη Τσίπρα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της προηγούμενης Τετάρτης, εξάλλου. Βρισκόμαστε ακριβώς σε αυτό το κρίσιμο σημείο με ιστορικούς όρους.

ΝΔ: έχουν δίκιο οι δανειστές!

Η Νέα Δημοκρατία ακολουθούσε ως τώρα την τακτική της υπεκφυγής, όταν προέκυπταν σοβαρά ζητήματα, ιδίως αυτά που αφορούν τη διαπραγμάτευση. Ισχυρίζεται ότι «είναι έτοιμη για δύσκολες αποφάσεις», αλλά δεν τις προσδιορίζει ποτέ. Δεν τοποθετείται ευθέως σε όσα, απαιτεί το ΔΝΤ ή οι άλλοι δανειστές. Αντίθετα το��ς υποβοηθά, κάνοντας κριτική στην κυβέρνηση ότι καθυστερεί τη διαπραγμάτευση ή ότι έχει ιδεοληψίες, ιδιαίτερα στα εργασιακά και άρα εμποδίζει το κλείσιμο της αξιολόγησης. Δεν παρεμβαίνει ούτε για την απαίτηση των θεσμών να θεσμοθετηθούν μέτρα για μετά το 2018, που όπως διατυπώνεται, την αφορά.
Η δήλωση του κ Μητσοτάκη την Παρασκευή είναι πολύ χαρακτηριστική για το ότι δικαιώνει πλήρως τους δανειστές για τη στάση τους της κωλυσιεργίας, αλλά και υπονόμευσης της οικονομίας και της δημιουργίας βήμα-βήμα ενός κλίματος ξανά ασφυξίας. «Με τις καθυστερήσεις, την ανικανότητα την αναξιοπιστία τις συνεχείς αντιφάσεις οδήγησε όλους τους εταίρους της χώρας σε υπερβολικές απαιτήσεις. Έφερε απέναντί μας ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικογένεια. Αφήνει τη χώρα εκτεθειμένη σε μεγάλους κινδύνους καθώς επανέρχεται η απειλή εξόδου από την ευρωζώνη» σημείωσε σε δήλωση του.



Παύλος Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet