xondros

Ενα από τα θέματα της εσωτερικής επικαιρότητας της γερμανικής πολιτικής σκηνής με ευρωπαϊκή διάσταση, είναι η αλλαγή στην κορυφή της ηγεσίας του SPD με τον ορισμό του Μάρτιν Σουλτς ως υποψήφιο καγκελάριο για τις επερχόμενες εκλογές. Στη συνεδρίαση της διοίκησης του κόμματος αυτό το Σαββατοκύριακο θα εκλεγεί και πρόεδρος του SPD. Σηματοδοτεί αυτή η αλλαγή μια στροφή της πολιτικής του σοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας ή πρόκειται απλά για μια εναλλαγή προσώπων, λόγω της χαμηλής δημοσκοπικής απόδοσης του Γκάμπριελ και τη μικρή αποδοχή του στο κομματικό ακροατήριο;

Ο «γερμανός» Σουλτς

Για πρώτη φορά μετά τις τελευταίες γερμανικές εκλογές, οι δημοσκοπήσεις δίνουν ανοδική πορεία στους Σοσιαλιστές. Η προσωπική του δημοφιλία είναι μεγαλύτερη από αυτή της Μέρκελ. Το ερώτημα είναι αν αυτή η τάση θα αποδειχτεί βιώσιμη, γεγονός που η πλειονότητα των αναλυτών αμφισβητεί. Ο Μάρτιν Σουλτς, ως μέλος του προεδρείου του κόμματος από το 1999, «κουβαλάει» όλες τις πολιτικές επιλογές του κόμματός του και ιδιαίτερα τη νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας που υιοθέτησε ο φίλος του Γερχαρτ Σρέντερ με την «Ατζέντα 2010». Σε κοινή δημόσια εμφάνισή τους, με αφορμή παρουσίαση βιβλίου του πρώην καγκελάριου, ο Σουλτς υπεραμύνθηκε τόσο της «Ατζέντας 2010», όσο και της επιλογής να βομβαρδίσει το ΝΑΤΟ την Γιουγκοσλαβία. Υπό αυτή την έννοια, η αριστερή ρητορική στην παρθενική του πολιτική ομιλία, εντάσσεται στην πάγια τακτική του SPD. Θυμίζω ότι και στις προηγούμενες εκλογές του 2013, οι Σοσιαλιστές διακήρυτταν σε όλους τους τόνους ότι αποκλείουν την κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού με το CDU. Η μετέπειτα στάση τους είναι ο πήχης αξιοπιστίας των δηλώσεων Σουλτς στην πρώτη του ομιλία, όπου επίσης μίλησε για «το τέλος του μεγάλου συνασπισμού».
Όντας στην εσωκομματική γεωγραφία στο δεξιό άκρο της δεξιάς πτέρυγας των Σοσιαλιστών, ήταν και παραμένει θιασώτης της συνεργασίας με το CDU. Άλλωστε, εφάρμοσε με μεγάλη προσήλωση το ίδιο μοντέλο στο ευρωκοινοβούλιο, όπου με τον Γιούνκερ υλοποίησαν το σχέδιο συνεργασίας ΕΛΚ και ΕΣΚ, ασκώντας τις πιο σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην ιστορία της ΕΕ. Στο βαθμό που πράγματι, τόσο ο ίδιος όσο και το κόμμα του, εννοούν πραγματικά την ανάγκη στροφής της πολιτικής προς μια κοινωνική ατζέντα, τότε υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό στο σημερινό γερμανικό κοινοβούλιο. Για τα θέματα της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου, της αύξησης του κατώτατου μισθού, της ενίσχυσης των δημόσιων επενδύσεων, της καταπολέμησης της φτώχειας και του αποκλεισμού, της βιώσιμης και ανθρώπινης διαχείρισης του προσφυγικού, υπάρχει πλειοψηφία στο σημερινό Κοινοβούλιο (Σοσιαλιστές, Αριστερά, Πράσινοι). Προϋποθέτει, όμως, τη βούληση του SPD και του Σουλτς, κάτι που μέχρι σήμερα δεν υπάρχει. Όσον αφορά την πρόταση για τρικομματική κυβέρνηση με το Die Linke και τους Πράσινους, ο ίδιος δεν είναι αρνητικός. Οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν απίθανο το σενάριο αυτό για το 2017.
Δύο – τουλάχιστον - ευρωπαϊκά ζητήματα μετρούν το ευρωπαϊκό μέγεθος του νέου ηγέτη του SPD.

Ο «ευρωπαίος» Σουλτς

Η θέση και η στάση του στο ζήτημα διαχείρισης της κρίσης των τραπεζών και της μετατροπής της σε «ελληνικό πρόβλημα». Πρωτοστάτησε μαζί με τον τότε πρόεδρο της Κομισιόν Γιούνκερ να επιβληθούν τα σκληρά προγράμματα λιτότητας στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Έδειξε δε το χειρότερο πρόσωπό του αμέσως μετά την πανηγυρική εκλογική νίκη και τον σχηματισμό της κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015. Δούλεψε και υποστήριξε επίμονα το σχέδιο «αριστερής παρένθεσης» και του σχηματισμού κυβέρνησης με τα μνημονικά κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι.
Αντίστοιχη στάση έχει και απέναντι στους γάλλους σοσιαλιστές. Η πρόταση του Μπενουά Αμόν για κατάργηση του ορίου ελλείμματος 3% του ΑΕΠ και καθιέρωση ευρωπαϊκού κατώτατου μισθού είναι μια ελάχιστη προϋπόθεση που θα ενίσχυε τη συνοχή της ΕΕ που διανύει περίοδο παρατεταμένης κρίσης με ταυτόχρονη έντονη αμφισβήτηση από τους λαούς. Ο νέος επικεφαλής και υποψήφιος καγκελάριος του SPD επιμένουν στο χαμηλό κατώτατο μισθό στην Γερμανία, (8,84 ευρώ την ώρα στην Γερμανία, 9,67 στην Γαλλία) γεγονός που συνεχίζει να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της εξαγωγικής γερμανικής οικονομίας, δημιουργεί πλεονάσματα στα γερμανικά ταμεία και ελλείμματα στις χώρες του Νότου. Η επιμονή στην πολιτική λιτότητας, στην περικοπή των δημόσιων δαπανών και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της καθήλωσης των μισθών, ενισχύει τους δεξιούς και ακροδεξιούς λαϊκιστές, τόσο στην ίδια την Γερμανία όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η ηγεμονία της Μέρκελ και της πολιτικής δεν μπορούν να αμφισβητηθούν απλά με αλλαγές προσώπων στο Σοσιαλιστικό κόμμα. Το SPD από την εποχή της συγκυβέρνησης με τους Πράσινους – Σρέντερ, Φίσερ – και την «Ατζέντα 2010», ακολουθεί με συνέπεια τόσο σε γερμανικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το νεοφιλελεύθερο δόγμα λιτότητας. Μια πραγματικά αξιόπιστη αλλαγή πολιτικής και όχι απλά της ρητορικής, θα συνιστούσε η απεμπλοκή του κόμματος από τις πολιτικές που εδράζουν στην «ατζέντα 2010» με την απαιτούμενη αυτοκριτική φυσικά. Ταυτόχρονα, χρειάζεται μια σαφής στροφή στην κοινωνική πολιτική στην Γερμανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μια τέτοια στάση των Σοσιαλιστών θα ευνοούσε τον απαραίτητο διάλογο για την συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού με την Αριστερά και τους Πράσινους. Θα δημιουργούσε πραγματικό εναλλακτικό πόλο στην Μέρκελ. Ταυτόχρονα, θα ενίσχυε τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά κόμματα, κυρίως της Γαλλίας και της Ισπανίας. Θα απέτρεπε τον αυστριακό καγκελάριο Κέρν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Αυστρίας στην περαιτέρω προσέγγισή του με το Λαϊκό κόμμα Αυστρίας.
Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην ανακοπή της μετατόπισης της Ευρώπης προς τα δεξιά και στη δημιουργία ενός πιο ευνοϊκού για την Ελλάδα και την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συσχετισμού δύναμης.

 Γιώργος Χονδρός, ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet