Η πραγματικότητα πέρα από τα συνθήματα

mhtsos

Πολλοί μιλούν για κόκκινες γραμμές. Άλλοι για να τονίσουν τη σημασία τους, άλλοι για να κάνουν κατάχρηση της έννοιάς τους, άλλοι για να τις λοιδορήσουν. Τι είναι, όμως, μια κόκκινη γραμμή; Πώς χαράζεται; Με βάση την επιθυμία μας, την επιλογή μας, την πολιτική βούληση, το πρόγραμμά μας; Πριν απαντήσουμε, χρειάζεται να θυμίσουμε ότι η έννοιά της δεν υπάρχει έξω από μια διαδικασία αντιπαράθεσης/διαπραγμάτευσης. Η χάραξή της είναι μια κρίσιμη στιγμή αυτής της διαδικασίας και όχι μια αυθαίρετη α πριόρι τοποθέτηση. Αν αυτό συνέβαινε, θα είχαμε απλώς να κάνουμε με την κυριαρχία του βολονταρισμού, που είναι ασύμβατη με την πολιτική, όπως νοείται για την αριστερά, τουλάχιστον από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Απότοκο του συσχετισμού

Μια κόκκινη γραμμή πρώτα από όλα είναι αποτέλεσμα ενός συσχετισμού δυνάμεων που δοκιμάζεται στην πράξη. Όποιος αντιμετωπίζει τη χάραξή της έξω από έναν τέτοιο συσχετισμό, κινδυνεύει είτε να μην αναλάβει ποτέ την ευθύνη της πραγματικής αντιπαράθεσης, είτε να μην την τοποθετήσει στο άριστο κατά το δυνατόν σημείο, με αποτέλεσμα να έχει αδικαιολόγητες και δυσανάλογες απώλειες. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι ο συσχετισμός δύναμης τις περισσότερες φορές δεν είναι δεδομένος εκ των προτέρων, πριν εκδηλωθεί η αντιπαράθεση, ούτε παραμένει παγιωμένος στη διάρκειά της. Διαμορφώνεται και από την εξέλιξή της.
Με ποιο κριτήριο, όμως, μπορούμε να αποφανθούμε αν μια κόκκινη γραμμή χαράχτηκε στο σωστό σημείο; Μας χρειάζεται ένα τέτοιο κριτήριο. Χωρίς αυτό δεν θα χαραζόταν η γραμμή απλώς όπου ήθελε προκύψει, αλλά, πολύ χειρότερα, η χάραξή της θα ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα της ισχυρότερης πλευράς. Και τότε δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε όχι μόνο για διαπραγμάτευση, αλλά πιθανότατα ούτε για αντιπαράθεση.
Για όλες τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά πολύ περισσότερο για τις δυνάμεις της αριστεράς, που συντάσσονται με την πλευρά εκείνων που διεκδικούν μια καλύτερη θέση στον κοινωνικό ανταγωνισμό, ένα κριτήριο μπορεί να υπάρχει: η υπεράσπιση και εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων στις οποίες αναφέρονται και τις οποίες επιθυμούν να εκπροσωπούν.

Το κριτήριο της αριστεράς

Το ερώτημα, συνεπώς, που οφείλει να απαντήσει κάθε εμπλεκόμενος σε μια αντιπαράθεση/διαπραγμάτευση τη στιγμή που καλείται να θέσει τα όριά της, είναι αν, με το δεδομένο (αν και εξελισσόμενο) συσχετισμό δύναμης μπορεί από τη σημείο που έχει φτάσει ή θα βρεθεί, να υπερασπίσει και να υπηρετήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα αυτά. Αν εκτιμά ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί από ένα σημείο και πέρα, τότε βρίσκεται στα όριά του. Με την έννοια ότι από εκεί και πέρα οι πολιτικές και κοινωνικές απώλειες θα είναι πολύ μεγαλύτερες και σημαντικότερες από τα οποιαδήποτε πιθανά αντίστοιχα οφέλη. Ή, ακόμα, ότι οι προοπτικές που διαμορφώνονται πλέον δεν αφήνουν περιθώρια βάσιμης αισιοδοξίας για ορατή αντιστάθμιση αυτών των πολιτικών και κοινωνικών απωλειών.
Σύμφωνα με τις ενδείξεις που έχουμε (γιατί παρακολουθούμε τις εξελίξεις απέξω, δεν μετέχουμε στην ίδια τη διαπραγμάτευση), είναι πολύ πιθανό να βρισκόμαστε αυτή την περίοδο σε ένα τέτοιο κρίσιμο σημείο. Οι απαιτήσεις που, πέρα από κάθε συμφωνία και λογική, προβάλλονται από την πλευρά κυρίως του ΔΝΤ, χωρίς να αποκρούονται από τους υπόλοιπους δανειστές, εγείρουν ένα τέτοιο ζήτημα.
Τα επιχειρήματα που έχει προβάλει μέχρι σήμερα η κυβέρνηση αποκρούοντας αυτές τις απαιτήσεις, είναι ορθά. Δεν μπορεί να γίνει, ούτε από την ελληνική νομική και δημοκρατική τάξη ούτε από την ευρωπαϊκή, δεκτή η απαίτηση να νομοθετηθούν εκ των προτέρων πρόσθετα μέτρα, τα οποία μάλιστα, με βάση τη θετική εξέλιξη των οικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών, δεν μπορεί να κριθούν σήμερα απαραίτητα.

Σκοπιμότητα, όχι μόνο παραλογισμός

Εφόσον, όμως, αυτή η επιχειρηματολογία δεν βαρύνει στη διαπραγμάτευση τότε η επιμονή σε αυτή την απαίτηση δεν μπορεί να κριθεί απλώς ως παράλογη. Εμπεριέχει αφενός μια πολιτική σκοπιμότητα, αφετέρου έναν ορατό κίνδυνο. Με άλλα λόγια, δεν αποσκοπεί στην επιτυχία του προγράμματος αλλά στην πολιτική επιβάρυνση, αν όχι εξουδετέρωση, της ελληνική κυβέρνησης. Συνεπώς, είναι και από αυτή την άποψη επιβεβλημένο να αποκρουστεί. Γιατί, ακόμα και αν η ελληνική πλευρά υποχωρήσει μετακινώντας το διακηρυγμένο όριό της, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η νέα γραμμή δεν θα παραβιαστεί και αυτή από νέες απαιτήσεις. Αν ο στόχος είναι η εξουδετέρωσή της, τότε ένας τέτοιος κίνδυνος είναι κάτι περισσότερο από διαφαινόμενος.
Αν, μάλιστα, λάβει κάποιος υπόψη και τα συγκεκριμένα μέτρα που λέγεται ότι απαιτούνται, καταλαβαίνει πως, από τη φύση τους και τον κοινωνικό αλλά και οικονομικό αντίκτυπό τους, δεν αποσκοπούν μόνο σε μια παράλογη ποσοτική ένταση των πιέσεων, αλλά και σε μια ποιοτική ανατροπή ακόμα και σχεδιασμών που μόλις πριν μερικούς μήνες συμφωνήθηκαν κατά το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης. Τι άλλο σημαίνει, για παράδειγμα, η επιμονή να ανοίξει ξανά το συνταξιοδοτικό, που δεν πρόλαβε καν να εφαρμοστεί, όχι να δοκιμαστεί; Ή η φημολογούμενη μείωση του αφορολόγητου ορίου, τη στιγμή που η φορολογική απόδοση είναι πιο πάνω και από τις προβλέψεις;

Όρια με πολιτικό σκεπτικό

Τα περιθώρια για διαπραγματευτικούς ελιγμούς φαίνεται πως είναι ελάχιστα. Μια πιθανή υποχώρηση της ελληνικής πλευράς, με το σημερινό συσχετισμό, δεν φαίνεται να μπορεί να αντισταθμιστεί από μια χειροπιαστή παραχώρηση των δανειστών. Εάν σε αυτό το σημείο δεν χαραχθεί το όριο, τότε δεν μπορεί να διακρίνει κανείς πόσο μακριά μπορεί να μετατεθεί. Αν εδώ δεν υποπτευτούν οι εμπλεκόμενοι ότι έχει χαραχθεί ένα συγκεκριμένο όριο, τι θα τους κάνει να αναλογιστούν ότι χρειάζεται πια να επιλέξουν και σε ποιο σημείο θα βάλουν το δικό τους;
Υπάρχουν πολλοί που αναρωτιούνται μπροστά στο ενδεχόμενο αδιεξόδου και πρόωρων εκλογών, ποιο μπορεί να είναι το διακύβευμα αυτής της εκλογικής αναμέτρησης και υποδεικνύουν τον κίνδυνο να βρεθούν τα κόμματα της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας αναγκασμένα να ζητούν από το εκλογικό σώμα υποστήριξη για να... εφαρμόσουν μέτρα που η μη αποδοχή τους οδήγησε στις πρόωρες εκλογές.
Θεμιτές ενστάσεις. Ωστόσο, μια κυβέρνηση η οποία έχει το προνόμιο η ίδια να ορίσει την ημερομηνία των εκλογών, μπορεί στο διάστημα που παρεμβάλλεται να ολοκληρώσει ένα θεσμικό νομοθετικό έργο, ακόμα και χωρίς να θέσει σε κίνδυνο δημοσιονομικές ισορροπίες. Ένα έργο το οποίο όχι μόνο μπορεί να αποτελέσει το πολιτικό σήμα που θα τη διακρίνει με θετικό τρόπο από τους αντιπάλους της στις εκλογές, αλλά θα είναι και δύσκολο έως αδύνατο να το ανατρέψει μια ενδεχόμενη παλινόρθωση της συντήρησης.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet