topic_17850

Στα χρόνια της δεκαετίας του ’50, κι ενώ η Ελλάδα προσπαθούσε να μαζέψει τις πληγές της από τον εμφύλιο, έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα και τα Πρακτορεία Αθηναϊκού Τύπου ένα εβδομαδιαίο έντυπο που έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στα χρόνια από το 1953 μέχρι το 1968. Ο Μικρός Ήρως ήταν ένα παιδικό έντυπο που αγαπήθηκε από τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές και ιστορούσε τις περιπέτειες τριών ηρωικών παιδιών κατά τη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής. Ο έφηβος Γιώργος Θαλάσσης, ένα παιδί με σχεδόν υπερφυσικές ικανότητες, στρατευμένος στον αγώνα ενάντια στον κατακτητή, η Κατερίνα, μια γνήσια πατριώτισσα και ανομολόγητα ερωτευμένη με τον ήρωα Γιώργο Θαλάσση, και τέλος, ο Σπίθας, ο ευτραφής και ατσούμπαλος, μα πάντα πρόθυμος να βοηθήσει στον αγώνα ενάντια στους κατακτητές, πιτσιρικάς. Αυτοί ήταν οι κύριοι χαρακτήρες που έπλασε ο Στέλιος Ανεμοδουράς (χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης) και φιλοτέχνησε με τα σκίτσα του ο Βύρων Απτόσογλου, δίνοντας μορφή στους τρείς πρωταγωνιστές και τροφοδοτώντας τη διψασμένη φαντασία των πιτσιρικάδων της μεταπολεμικής Ελλάδας.

 

Του Μάκη Γκαρτζόπουλου*

Με γλώσσα απλή και κατανοητή, δίχως να κομίζουν υψηλές λογοτεχνικές αξιώσεις, τα κείμενα του Ανεμοδουρά κατάφερναν με τρόπο θαυμαστό για την εποχή να αγγίξουν τις ψυχές των μικρών αναγνωστών. Αποφεύγοντας με συστηματικό τρόπο οποιεσδήποτε διχαστικές αναφορές (μην ξεχνάμε ότι οι μνήμες του εμφυλίου ήταν ακόμα πολύ νωπές, και τα ξερονήσια γεμάτα εξόριστους), οι ιστορίες του Μικρού Ήρωα πλημμύριζαν (πολλές φορές και με κάποια δόση υπερβολής) από πατριωτικά αισθήματα και ένα ασίγαστο πάθος για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης πατρίδας. Μπορεί στις περισσότερες περιπτώσεις οι πρακτικές του Γιώργου Θαλάσση και της παρέας του να θύμιζαν τον τρόπο δράσης των ομάδων αντίστασης του ΕΑΜ στην πρωτεύουσα (ακόμα κι αν κάτι τέτοιο δεν ήταν στις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα), σε καμία περίπτωση όμως δεν γινόταν καμία σαφής αναφορά σε οποιαδήποτε οργάνωση. Η ομάδα των τριών εφήβων λειτουργούσε με μοναδικό κίνητρο την απελευθέρωση της πατρίδας από το μισητό κατακτητή. Το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας ήταν το μόνο που κινητοποιούσε το μυαλό και τη δράση τους, η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, έφερνε πάντα στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα κατατροπώνοντας τον κατακτητή και επιφέροντας καίρια πλήγματα στις γραμμές του.
Μεταφερόμαστε αρκετά χρόνια μετά, στο καλοκαίρι του 1976, όταν η Ελλάδα είχε μόλις βγει από μια ακόμα δικτατορία. Το Ελεύθερο Θέατρο ανεβάζει την επιθεώρηση «Το τραμ το τελευταίο» στη μόνιμη, τότε, στέγη του, το Άλσος Παγκρατίου. Οι νεαροί συντελεστές της παράστασης (ανάμεσά τους η Άννα Παναγιωτοπούλου, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Κώστας Αρζόγλου και άλλοι), έστησαν μια παράσταση με επιθεωρησιακά νούμερα που ζωντάνευαν τις παιδικές μνήμες της γενιάς τους. Από τις μνήμες αυτές δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο Μικρός Ήρως και η παρέα του, που από σκίτσα σε φτηνό χαρτί της δεκαετίας του ’50 ζωντάνευαν για να αναλάβουν ξανά «δράση» μπροστά στα δακρυσμένα από συγκίνηση μάτια των θεατών.

Μνήμες μιας ολόκληρης γενιάς

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, παιδί κι αυτός της γενιάς που μεγάλωσε με τις ιστορίες του Στέλιου Ανεμοδουρά, έγραψε το τραγούδι του Μικρού Ήρωα που επί σκηνής τραγουδούσαν ο Ντίνος Λύρας ως Γιώργος Θαλάσσης, η Υβόνη Μαλτέζου ως Κατερίνα και ο Γιώργος Σαμπάνης ως Σπίθας.
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1984 στο δίσκο «Πάμε Μαέστρο», που περιλαμβάνει τραγούδια που συνέθεσε ο Κηλαηδόνης για το Ελεύθερο Θέατρο και την Ελεύθερη Σκηνή, με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Αντώνη Πυλιαρό στο ρόλο του Γιώργου Θαλάσση.

Από τη μια οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί
για να σε βρουν αναστατώνουν την Αθήνα,
κι από την άλλη του πατέρα μου η φωνή:
«νομίζω πως το κρύβει στην κουζίνα».

Εσύ να παίζεις με το θάνατο κρυφτό
κι αυτοί να σκίζουνε τα τεύχη τα κρυμμένα,
μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό
εσύ τους Γερμανούς κι αυτοί εμένα.

Που είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει
καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση
που είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει
Μικρέ μου Ήρωα, Γιώργο Θαλάσση.

- Εγώ δεν ξεκουράζομαι ποτέ
είμαι παντού όπου το χρέος με προστάζει,
κι όσο θα υπάρχουνε στη γη κατακτηταί
θα τους συντρίβω και το αίμα τους θα στάζει.

Πίσω απ’ τον τοίχο ο ασύρματος καλεί
είναι απ’ τη Μέση Ανατολή, απ’ το αρχηγείο,
θα σου αναθέσουν μια καινούργια αποστολή
με ευχές για καλή τύχη απ’ τον «Χ2».

Η Κατερίνα σ’ αγαπούσε σιωπηλά
αλλά κι εσύ το ίδιο αγνά την αγαπούσες,
χωρίς τον Σπίθα ίσως νά ’ταν πιο καλά
παρ’ όλ’ αυτά εσύ τον συγχωρούσες.

Όταν ακούω να μιλάνε γι’ Αφρική
για Βερολίνο, Βενετία και Παρίσι,
σκέφτομαι, λέω, που να ξέραν μερικοί
πως σ’ όλα αυτά τα μέρη εγώ έχω ζήσει.

Πως όταν ήταν στην Ελλάδα κατοχή
μέσα στις σφαίρες, μες στο κρύο, μες στην πείνα,
με τους Εγγλέζους να εξοπλίζουνε τη «Χι»
μου έδειχνες μια ξένοιαστη Αθήνα.

Εσύ μπορούσες να οδηγήσεις φορτηγό
μοτοσικλέτα, οτομοτρίς κι αεροπλάνο,
κι όπου κι αν ήσουν πάντα δίπλα ήμουν κι εγώ
μαζί σου ή να ζήσω ή να πεθάνω.

Ήσουνα πάντα εκδικητής και τιμωρός
γι’ αυτόν που γέμισε τον τόπο με στρατό του,
και μ’ ένα χτύπημά σου έπεφτε ο φρουρός
με μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό του.

Μπορούσες πάλι να ημερεύεις τα σκυλιά
με κάποιο σφύριγμα που σού ’μαθε τσοπάνος,
κι έτσι που πέταγες με κόλπο τη θηλιά
θα έπρεπε να είσαι Αμερικάνος.

Τι να σου πω, τι να σου πω, τι να σου πω
που να μην τά ’χει πει κανένας για κανέναν
εγώ μονάχα ένα πράγμα θα σου πω
μου φτάνει πως μεγάλωσα με σένα.

Που είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει
καλέ μου φίλε, Γιώργο Θαλάσση
όπου κι αν είσαι, θά ’χεις γεράσει
Μικρέ μου Ήρωα, Γιώργο Θαλάσση.

Ο Κηλαηδόνης κλείνει μέσα σε ένα μονάχα τραγούδι τις μνήμες μιας ολόκληρης γενιάς που έζησε την παιδική της ηλικία την περίοδο όπου η Ελλάδα προσπαθούσε να ξεχάσει και να ανασυνταχτεί. Έπρεπε οπωσδήποτε να εφευρεθεί ένα ήρωας! Ένας ήρωας της δικιάς τους ηλικίας, που θα ενώνει και δεν θα χωρίζει, ένας αγνός πατριώτης που θα μάχεται για το καλό της Ελλάδας. Ο σημερινός αναγνώστης, το πιο πιθανό είναι να βρει πολλά λογοτεχνικά και κυρίως ιδεολογικά «στραβοπατήματα» στις ιστορίες του Μικρού Ήρωα. Μια τέτοια ανάγνωση όμως, θα οδηγούσε σε συμπεράσματα που παραβλέπουν τόσο τις προθέσεις του συγγραφέα του, όσο και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αγαπήθηκε από τους πιτσιρικάδες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Αξίζει να επισημάνουμε και αυτό που με τόσο όμορφο τρόπο λέει και ο Κηλαηδόνης στις δύο πρώτες στροφές του τραγουδιού: ότι οι γονείς (και φυσικά οι δάσκαλοι) ήταν πολέμιοι του Μικρού Ήρωα, μιας και κινητοποιούσε αισθήματα και μνήμες μιας περιόδου που όλοι ήθελαν να ξεχάσουν. Ακόμα κι η ουδέτερη στάση που κρατούσε ανάμεσα στις δύο πλευρές (ο απόηχος του εμφυλίου ήταν για πολλά χρόνια παρόν στην ελληνική κοινωνία, πόσω μάλλον κατά τα χρόνια της δεκαετίας του ’50), τον καθιστούσε σχεδόν …ύποπτο ως ανάγνωσμα.
Αντίθετα, ο Κηλαηδόνης περνάει από το προσωπικό του φίλτρο την πορεία που χάραξε στην παιδική του ηλικία ο Μικρός Ήρωας και φτιάχνει μια μουσική με σαφείς πολιτικές αναφορές. Αν και ο ρυθμός του παραπέμπει σε στρατιωτικό μαρς, η μουσική του ρεφρέν και η επανάληψή της μετά τα λόγια του Γιώργου Θαλάσση έχει σαφείς αναφορές στον Ύμνο του ΕΛ.Α.Σ. Καθόλου τυχαία, μέρος του τραγούδησε και ο Διονύσης Σαββόπουλος στη δεύτερη αποσπασματική εκτέλεση του τραγουδιού στην τηλεοπτική εκπομπή «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι»: «Με το ντουφέκι μου στον ώμο, σε πόλεις, κάμπους και χωριά…». Μη ξεχνάμε ότι ο Κηλαηδόνης έγραψε το τραγούδι κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κι αυτό έχει τη δική του σημασία. Έτσι λοιπόν, γράφοντας ένα επιθεωρησιακό τραγούδι κατόρθωσε όχι μόνο να υπηρετήσει τη σκηνική αποστολή του, αλλά και να περιγράψει το περιβάλλον μιας εποχής, να συγκινήσει, να κλείσει μέσα του μνήμες και αισθήματα ακριβά, να ζωντανέψει εικόνες μιας παιδικής ηλικίας «ηρωικής», σε πλήρη ταύτιση με τα ανδραγαθήματα τού πρωταγωνιστή της.

* Ραδιοφωνικός παραγωγός στο Μεταδεύτερο με την εκπομπή «Το άρωμα του τραγουδιού». Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μετρονόμος», στο τεύχος αρ. 57 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2015) που ήταν αφιερωμένο στον Λουκιανό Κηλαηδόνη.

 

Τα καλύτερά μας χρόνια

1383944981

Πραγματική θλίψη στο άκουσμα του θανάτου του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Προσπαθώντας να την εκλογικεύσω, και για να την καταλάβω αλλά και για να την τιθασεύσω, συνειδητοποίησα ότι ο Λουκιανός ως τραγουδοποιός συμβολίζει μια σειρά από προσωπικά και συλλογικά γεγονότα. Θυμήθηκα πώς ερχόμασταν τα πιτσιρίκια των Αριστερών κάποτε σε επαφή με τον πολιτισμό, την τέχνη και συγκεκριμένα τη μουσική: μέσα από τα Φεστιβάλ της Αριστεράς -Αυγής και Θουρίου για εμάς-, που τώρα αφενός έχουν εκλείψει, αφετέρου, όταν συμβαίνουν, οι καλλιτεχνικές επιλογές γίνονται με άλλα κριτήρια. Θυμήθηκα τη σχέση που είχαν κάποτε οι Αριστεροί με την τέχνη και τους καλλιτέχνες: ένας ανοιχτός και αμφίδρομος δίαυλος επικοινωνίας που δημιουργούσε τέχνη και ακροατές/θεατές - πολίτες. Θυμήθηκα που στο πρώτο μας πικάπ, μικρό παιδί, άκουγα επαναλαμβανόμενα τους δίσκους του Λουκιανού, είχα μάθει τα τραγούδια του απέξω, τραγούδια που μου αποκαλύπτονταν σιγά-σιγά και που τα ακούω με μεγάλη λαχτάρα πάντα. Θυμήθηκα πως, παρότι τριγυρνούσα στα κομματικά γραφεία και τις συνεδριάσεις από νήπιο, τα πρώτα μαθήματα πολιτικής οικονομίας τα πήρα από τα «Μικροαστικά» και τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας». Θυμήθηκα που μετά από μια συναυλία του Λουκιανού, στα Ανώγεια νομίζω, με πήγε η μάνα μου πίσω από τη σκηνή και του είπε: Λουκιανέ, η Ζωή είναι ερωτευμένη μαζί σου. Ένοιωσα αυτό που λέγανε χαρατηριστικά οι μεγαλύτεροι, πεταλούδες στο στομάχι. Γιατί στ’ αλήθεια ήμουνα ερωτευμένη με τον Λουκιανό. Και αυτός ο έρωτας είχε τη διάρκεια που του αξίζει, δεν απομυθοποιήθηκε ποτέ. Γι’ αυτό φρόντισε ο ίδιος ο Λουκιανός που ποτέ δεν πρόδωσε στη ζωή αυτό που δημιουργούσε με την τέχνη. Είχε κάτι σπάνιο και ακριβό στα τραγούδια του: συνδύαζε στους στίχους τη σκέψη και την κριτική και στη μελωδία τη χαρά. Το ένα δεν εξόριζε το άλλο ισορροπούσαν θαυμάσια, με αποτέλεσμα να μην ντρέπεσαι ούτε που σκέφτεσαι ή παίρνεις θέση ούτε που χαίρεσαι. Ένα συνδυασμό που στα γραφεία, στις συνεδριάσεις, στο δρόμο και στα άλση της Αριστεράς δεν το ξανασυνάντησα. Ελπίζω να μη φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια... στην Αριστερά.

Ζ.Γ.

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet