Äåýôåñç çìÝñá ôïõ Óõíåäñßïõ ôïõ Ðïôáìéïý ôï ÓÜââáôï 27 Öåâñïõáñßïõ 2016. (EUROKINISSI/ÁÍÔÙÍÇÓ ÍÉÊÏËÏÐÏÕËÏÓ)

Παρακολουθώντας την πολεμική της αξιωματικής αντιπολίτευσης εναντίον της κυβέρνησης και ιδιαίτερα του ΣΥΡΙΖΑ, διαπιστώνεις μια αμηχανία όσον αφορά το κεντρικό της σύνθημα. Το «Εκλογές τώρα!», όταν επαναλαμβάνεται επί 18 μήνες, δεν σημαίνει πια «τώρα!», αλλά όποτε γίνουν. Επιπλέον, κουράζει όχι πια αυτόν που αποτελεί το στόχο του, δηλαδή την κυβέρνηση, αλλά το ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας και τον κομματικό της μηχανισμό. Προπάντων όμως δημιουργεί έδαφος για τη σκέψη ότι οι του επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρονται για το «ελληνικό ζήτημα», αλλά για τη ρεβάνς έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα προσωπικά.

Στενός ορίζοντας στην τακτική της ΝΔ

Αυτή η εντύπωση περιορίζει το ζήτημα σε ένα χυδαίο πολιτικό-προσωπικό επίπεδο, το οποίο βέβαια υπάρχει. Αλλά, εάν από την πλευρά της κυβέρνησης υπογραμμιστεί υπερβολικά και υπερισχύσει αυτή η διάσταση στην επιχειρηματολογία της, υπάρχει ο κίνδυνος να αντανακλά αυτό στην ίδια και στον πρωθυπουργό προσωπικά και, επιπλέον, υποβαθμίζεται η κοινωνική-ταξική διάσταση: ότι δηλαδή εκείνο που κρίνεται είναι αν και σε ποιο βαθμό ο αόρατος κόσμος των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων που, το 2015, βρήκε το θάρρος να βγει στο πολιτικό προσκήνιο θα επιστρέψει αποθαρρυμένος στη σκιά. Αυτή η επιδίωξη επισκιάζει ακόμα και πολύ άμεσα οικονομικά συμφέροντα. Γι’ αυτόν, άλλωστε, τον λόγο, η Νέα Δημοκρατία παραμένει πάνω από έναν χρόνο χωρίς σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις: η ασάφεια, η αόριστη επίκληση επενδύσεων που τάχα περιμένουν στη γωνία και τις εμποδίζει η κυβέρνηση, η αποφυγή μιας καθαρής κουβέντας σε σχέση με τον εκβιασμό που υφίσταται, όχι η κυβέρνηση, αλλά η χώρα, η κατασυκοφάντηση των ηγετικών στελεχών της κυβέρνησης αποσκοπούν ακριβώς εκεί: είδατε; Δεν τα καταφέρνετε, αφήστε πάλι εμάς στα πράγματα, άλλωστε και τούτοι το ίδιο είναι.
Μια τακτική αυτού του είδους έχει, φυσικά, παρενέργειες. Η Νέα Δημοκρατία έχει συνηθίσει να είναι το κόμμα που κατ’ εξοχήν εκπροσωπεί το έθνος και τα «εθνικά συμφέροντα». Με αυτή την αξίωση ιδρύθηκε, προσήλθε σε όλες τις πολιτικές αναμετρήσεις και κυβέρνησε. Οτιδήποτε άλλο είναι παρά φύσιν. Εκτός, λοιπόν, από τη δυσαρέσκεια κομματικών παραγόντων και ομάδων, τους καραμανλικούς, τους σαμαρικούς κ.λπ, που διαγκωνίζονται για επιρροή, υπάρχει και ο υποβιβασμός της παρουσίας της ΝΔ στην πολιτική ζωή σε ένα κόμμα υβριστών που αδιαφορεί για τη χώρα – κι αυτό δύσκολα αντέχεται. Η προσπάθεια, με το σύνθημα «εκλογές τώρα!», αλλά και με κινήσεις αποδυνάμωσης της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας, έχει λοιπόν στενό ορίζοντα. Όσο δεν αποδίδει, και μάλιστα το μέγιστο, δηλαδή δεν οδηγεί στην πτώση της κυβέρνησης, αποδυναμώνεται και δυσκολεύει την ηγεσία του κόμματος να το συγκρατήσει στη γραμμή που αυτή χάραξε.
Υπάρχουν όμως οι δημοσκοπήσεις. Αυτές δίνουν ώθηση και συσπειρώνουν, αλλά ο ρόλος τους είναι σχετικός (άσε που από την εικόνα που δίνουν λείπει η φτωχολογιά), εάν το κόμμα το οποίο ευνοούν δεν διαθέτει μακριά ανάσα και δεν μπορεί να ξεδιπλώσει συνεκτική και σοβαρή αντιπολιτευτική στρατηγική. Αυτά τα δύο, την αντοχή και τη σοβαρότητα δεν έχει κατορθώσει ένα χρόνο μετά την εκλογή του στην ηγεσία του κόμματός του να τα κατοχυρώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αλλά και οι δημοσκοπήσεις δεν είναι τόσο ευνοϊκές όσο φαίνεται. Η άλλη συνήθεια της Νέας Δημοκρατίας είναι οι μονοκομματικές κυβερνήσεις. Η ηγεσία της, λοιπόν, δεν έχει κατορθώσει, παρότι το επιδίωξε, να οικοδομήσει σχέσεις συνεργασίας με τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, φερόμενη υπεροπτικά και απαιτώντας υποταγή. Εξάλλου, προπάντων το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι ομάδες που κινούνται στο χώρο του, ξέρουν ότι η παράδοση άνευ όρων επί προεδρίας Βενιζέλου τους κατέστρεψε και, επομένως, κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης απαιτεί σαφείς αποστάσεις από τη Δεξιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι, ευκαιρίας δοθείσης, δεν θα προσέλθουν. Όμως, η επιδίωξη του ενιαίου αντιπολιτευτικού μετώπου υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη απέτυχε.

Δέσμια η Κεντροαριστερά

Στο χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς είναι αλήθεια ότι η ηγετική ομάδα κυρίως του ΠΑΣΟΚ έχει πετύχει να σταθεροποιήσει το κόμμα. Η απόκρουση του φλερτ της Νέας Δημοκρατίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια εποικοδομητική στάση από τα έδρανα της αντιπολίτευσης έχουν αποδώσει. Έτσι, λοιπόν, αποκρούστηκαν επιτυχώς οι φιλοδοξίες του Σταύρου Θεοδωράκη, το κόμμα του οποίου περιθωριοποιείται, η κίνηση του Γιώργου Παπανδρέου προσχώρησε στο εγχείρημα της ανασύστασης της «Κεντροαριστεράς» και η εναπομείνασα ΔΗΜΑΡ παραμένει σταθερά στη συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ και στην επιδίωξη ενιαίου κόμματος, ενώ οι άλλες κινήσεις του χώρου δεν φαίνεται να αναπτύσσουν δυναμική. Δεν είναι αδιάφορο, αν όλοι ή κάποιοι από αυτούς θα επιδιώξουν να συνεργαστούν με τη Νέα Δημοκρατία. Σε αυτή την περίπτωση όμως τα κέρδη και για τις δύο πλευρές θα είναι μετρημένα: άντε μια θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.
Το αγκάθι στο πλευρό της ηγεσίας Γεννηματά είναι ο προκάτοχός της. Μπορεί ο Ευάγγελος Βενιζέλος να μη διαθέτει πια το πολιτικό εκτόπισμα που είχε ο ίδιος κατασκευάσει για τον εαυτό του – είναι αμφίβολο αν στις επόμενες εκλογές θα κατορθώσει να κρατήσει την έδρα στη Θεσσαλονίκη – όμως, η Φώφη Γεννηματά φοβάται την ανοιχτή ρήξη μαζί του που θα επέφερε πιθανόν αποχωρήσεις, προσέγγιση του τέως προέδρου στη Νέα Δημοκρατία, εν πάση περιπτώσει δυσάρεστες επιπτώσεις. Κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει δίκιο, όμως, η γραμμή Γεννηματά για τις σχέσεις μεταξύ των κομμάτων είναι, ελαφρώς παραλλαγμένη, γραμμή Βενιζέλου. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μιλάει για οικουμενική κυβέρνηση που θα περιλαμβάνει και τον «ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ», η Φώφη Γεννηματά για κυβέρνηση φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων μετά από εκλογές και με «άλλον πρωθυπουργό». Και τα δύο δείχνουν Μητσοτάκη ή, με την πρόταση Γεννηματά, επιδίωξη να ταπεινωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι, όμως, το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη παραμένουν δέσμιοι της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας και η προσπάθεια απεγκλωβισμού από το κακό παρελθόν ακυρώνεται. Ακόμα, η επιθυμία να συσπειρωθούν όσοι πιστοί απέμειναν, πιθανόν να αποσπαστούν και λαϊκές ψήφοι από τον ΣΥΡΙΖΑ χάνει το κοινωνικό της υπόβαθρο και αντιφάσκει με την προσπάθεια της προέδρου του ΠΑΣΟΚ να στρίψει, έστω λίγο προς τα αριστερά. Ακόμα, αυτές οι αόριστες δηλώσεις περί κυβερνητικών συνεργασιών δεν περιέχουν πολιτική, δηλαδή τι, ας πούμε, θα επιδίωκε το ΠΑΣΟΚ να επιβάλει σε μια συνεργασία και, επίσης, υποβοηθά το «εκλογές τώρα!» του Κυριάκου Μητσοτάκη, άσε που συντηρεί την επιρροή Βενιζέλου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι πολιτικές συνεργασιών

Το ζήτημα των πολιτικών συνεργασιών δεν είναι σημαντικό μόνο για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιδιώξει και δεν κατορθώσει να διευρύνει την πολιτική του επιρροή, στο μέλλον θα συναντήσει δυσκολίες να παραμείνει ηγετική πολιτική δύναμη της χώρας και στο παρόν δεν θα διευκολυνθεί να ασκήσει κυβερνητική πολιτική. Η εικόνα της πολιτικής συμμαχιών του κόμματος, πάντως, δεν δείχνει ότι έχει συνειδητοποιήσει και έχει επεξεργαστεί το ζήτημα. Ένα παράδειγμα: στην υπόθεση της κατάρρευσης του ΔΟΛ, ο Αλέξης Τσίπρας είχε καλέσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης να διαμορφώσουν μαζί με τα κόμματα της κυβέρνησης σχέδιο για τη διάσωση των Μέσων που, με ευθύνη των ιδιοκτητών τους, κινδυνεύουν. Η Νέα Δημοκρατία αρνήθηκε, το ΠΑΣΟΚ όμως εξακολουθεί να αποδέχεται, έστω παρουσιάζοντας την πρόταση ως δική του – πράγμα που έχει μικρή σημασία. Η κυβέρνηση δεν επανήλθε όμως, αφήνοντας την εντύπωση ότι δεν ενδιαφέρεται. Αυτό δεν είναι πολιτική συνεργασιών, δεν είναι καν πολιτική.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet