Θα ακολουθήσει τον εθνικό ή τον ευρωπαϊκό δρόμο;

hondros2

Υπάρχει μια τάση να ερμηνεύουμε την εσωτερική πολιτική κατάσταση άλλων χωρών με όρους ελληνικούς, με όρους δηλαδή εσωτερικής οπτικής. Αυτό δείχνει να απογειώνεται στην περίπτωση της Γερμανίας και ιδιαίτερα αναφορικά με τις αλλαγές στην ηγεσία του SPD και τον Μάρτιν Σούλτς. Είναι μάλιστα πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι πληθαίνουν δημοσιεύματα στην Ελλάδα, που μιλούν για σοβαρή στροφή στην πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, ενώ στο γερμανικό τύπο διαβάζουμε απλά για αλλαγή επικεφαλής του κόμματος που έδωσε πραγματικά αισιοδοξία στα μέλη του.
Είναι γεγονός ότι η υποψηφιότητα Μαρτιν Σούλτς «ανέστησε» το SPD, ανέκοψε την κατάρρευσή του, τού δώσε μάλιστα τόσο δημοσκοπικό αέρα, ώστε να φαίνεται ότι μπορεί να αμφισβητήσει την αυτονόητη μέχρι πρότινος επανεκλογή της Μέρκελ. Ακόμη και στην περίπτωση που αυτό επιβεβαιωθεί εκλογικά, σημαίνει ότι η Σοσιαλδημοκρατία της Γερμανίας ανακάμπτει και κυρίως ότι κάνει στροφή στην μέχρι σήμερα πολιτική της;
Είναι άραγε αυτονόητο ότι δηλώνοντας Σοσιαλδημοκράτης σημαίνει ότι είναι και υπέρ των κοινωνικών επιλογών; Την απάντηση την δίνει ένα ανέκδοτο από την εποχή της «Ατζέντας 2010», που σήμερα επιβεβαιώνετε όσο ποτέ: «να συστήσουμε μια ομάδα εργασίας σοσιαλδημοκρατών στο SPD» ήταν ο σκωπτικός σχολιασμός για την κατάσταση τότε στο κόμμα.
Υπάρχει αλλαγή στην πολιτική της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη υποστηρίζουν κάποιοι, έχοντας ως μόνο επιχείρημα την ανακήρυξη του Σούλτς ως υποψήφιου Καγκελάριου της Γερμανίας και την άνοδο του SPD στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Πολλά γερμανικά ΜΜΕ τον πανηγυρίζουν ως «Ευρωπαίο ηγέτη». «Φανατικό Ευρωπαίο» τον ονομάζει η Wirtschaftswoche, «πεπεισμένο Ευρωπαίο» η Tagesschau, «μεγάλο Ευρωπαίο» τον ονομάζει ο Βάλτερ Στάινμαϊερ, εκλεγμένος πρόσφατα με τις ψήφους των SPD και CDU Πρόεδρος της Γερμανίας και ηγετικό στέλεχος του SPD. Είναι πράγματι έτσι;

Ο γερμανικός εθνικός εγωισμός

Ανατρέχοντας λίγο στην πρόσφατη ιστορία θα βρούμε μάλλον τη σωστή απάντηση στο ερώτημα. Το 1998, ο Κόλ είναι καγκελάριος της Γερμανίας και ο Όσκαρ Λαφοντέν πρόεδρος του SPD. Στην γερμανική βουλή διεξάγεται η μνημειώδης συζήτηση για το ευρώ, ανάμεσα στο τότε υπουργό οικονομικών Τέο Βάϊγκελ (CDU) και της Ίγκριτ Ματτέους, υπεύθυνης οικονομικής πολιτικής των Σοσιαλδημοκρατών. Στην προσπάθεια της να παρουσιάσει το ευρώ ως φιλολαϊκή επιλογή, αναφέρθηκε στην παρακάτω εμπειρία της. «Λίγες μέρες μετά την μεγάλη υποτίμηση (10%) της Ιταλικής Λίρας το 1994, επισκέφτηκα τη γερμανική χαλυβοβιομηχανία Κλόκνερ-Μάννστατ. Βρέθηκα μπροστά σε μια έκρυθμη κατάσταση λόγω επικείμενων απολύσεων. Οι Ιταλοί ακύρωσαν τις παραγγελίες τους λόγω της υποτίμησης της Λίρας που καθιστούσε τις αγορές τους πολύ ακριβότερες από ότι πριν. Αναζήτησαν έτσι άλλες αγορές. Αυτά τα συγκεκριμένα παραδείγματα», είπε η Ματέους, «αποδεικνύουν πόσο καταστροφικές είναι για τη χώρα μας οι νομισματικές αναταράξεις και για αυτόν ακριβώς τον λόγο το ευρώ είναι πολύ καλό για μας».
Με εντυπωσιακό κυνισμό αποκαλύπτει η παραπάνω τοποθέτηση τον «εθνικό εγωισμό» των γερμανών σοσιαλδημοκρατών, που παραβλέποντας το γεγονός ότι τα δικά τους οφέλη είναι οι ζημίες των άλλων, ερμηνεύει το ευρωπαϊκό πρότζεκτ με εσωτερικούς όρους. Το ευρωπαϊκό αίτημα των σοσιαλδημοκρατών στις εκλογές του 1998 ήταν η κατάργηση των φορολογικών παραδείσων στην Ευρώπη. Αντ΄ αυτού όμως η Κοκκινοπράσινη κυβέρνηση εγκαινιάζει στα πλαίσια της «Ατζέντας 2010» την επίθεση της στο οικονομικό μοντέλο των γειτονικών της χωρών. Η σημερινή οικονομική κρίση της ευρωζώνης επιβεβαιώνει πλήρως την επιθυμία της κ. Ματτέους. Το γεγονός ότι η Ιταλία, η Ελλάδα, η Γαλλία και άλλες χώρες του Νότου δεν μπορούν να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, δημιουργεί κέρδη και πλεονάσματα στην Γερμανία και δεν αφήνει περιθώρια στις χώρες του Νότου να βγουν από αυτή την κρίση.
Πολλά στελέχη του SPD επαναλαμβάνουν και σήμερα την ίδια περίπου επιχειρηματολογία. Ο Μάρτιν Σούλτς σημείωνε σε συνέντευξή του το 2012. «Η επιστροφή μας στο Μάρκο θα ζημίωνε την γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Ο κίνδυνος δεν θα είναι πλέον η Κίνα, αλλά η Πεζώ, η Φίατ και η Σιτροέν». Με άλλα λόγια επιβεβαιώνει ότι το ευρώ είναι μοχλός κέρδους για τη γερμανική εξαγωγική βιομηχανία αλλά και εργαλείο προστασίας του κομματικού ακροατηρίου του SPD, των βιομηχανικών εργατών, δηλαδή, και των μελών των ισχυρών συνδικάτων, από τον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Ο Μαρτιν Σούλτς έθεσε στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση ως υποψήφιος καγκελάριος τους βασικούς στόχους της προεκλογικής του καμπάνιας. «Το γεγονός ότι ο φούρναρης της γειτονιάς πληρώνει με επιμέλεια τους φόρους του, αλλά η πολυεθνική του καφέ μεταφέρει τα κέρδη της σε φορολογικούς παραδείσους, δημιουργεί απαράδεκτη ανισότητα. Γι’ αυτό το θέμα της φυγής των φόρων στο εξωτερικό θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα». Τι κρύβει αυτό το θεμιτό κατά τα άλλα αίτημα του Σούλτς; Είναι γνωστό ότι η Γερμανία επωφελείται κυρίως από τις εξαγωγές της, ενώ για παράδειγμα η Ολλανδία, η Ιρλανδία και άλλες χώρες από την χαμηλή φορολογία τους. Άρα μια φορολογική εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ και Ευρώπης θα πρόσθετε επιπλέον οφέλη και πλεονεκτήματα στην Γερμανία και την οικονομία της.
Το SPD δεν είναι μόνο το κατεξοχήν συστημικό κόμμα της Γερμανίας, είναι και το κόμμα του status quo στην ευρωπαϊκή πολιτική.

Το κόμμα του status quo

Τα συμφέροντα της εκλογικής του πελατείας επηρεάζονται σχεδόν στον ίδιο βαθμό, από τη «λιγότερη» η την «περισσότερη» Ευρώπη. Όσο δηλαδή από τη διατήρηση του ευρώ τόσο και από τη μη θέσπιση κοινής κοινωνικής ασφάλισης ή ευρωπαϊκής αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους ή τα πρόστιμα για τα υπερβολικά πλεονάσματα. Μοναδική εξαίρεση, η θέσπιση κοινής φορολογικής πολιτικής. Αν αυτό συμβεί θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της εξαγωγικής γερμανικής βιομηχανίας που εδράζεται στην αρχιτεκτονική του ευρώ. Επί της ουσίας η βασική προεκλογική καμπάνια του Σούλτς συνιστά ένα είδος παιχνιδιού επίρριψης ευθυνών εναντίων χωρών της ΕΕ.
Θεωρώ λοιπόν δύσκολο έως αδύνατο να προκληθούν πολιτικές αλλαγές από όσους επωφελούνται από το σημερινό status quo στην ΕΕ. Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία υλοποίησε και συνεχίζει να υλοποιεί τις πολιτικές λιτότητας του Σόϊμπλε και της Μέρκελ, παρόλο που ο Σούλτς κατά καιρούς αναγνώρισε την αναγκαιότητα για την θέσπιση ευρωομολόγων, χωρίς όμως ποτέ να αγωνιστεί πράγματι για αυτό, με τον ίδιο τρόπο τουλάχιστον που υποστηρίζει και αγωνίζεται για τη διατήρηση του Ευρώ.
Τρεις είναι χονδρικά οι φάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας. Στην πρώτη φάση το SPD εγκαταλείπει στην τύχη τους τα αδελφά κόμματα που είναι σε κυβερνήσεις στην Ευρώπη.

Τρεις φάσεις

Έτσι όταν το 2013 διαπραγματεύτηκε το μεγάλο συνασπισμό με την Μέρκελ, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν τέθηκε στο τραπέζι. Αυτό ανάγκασε τον Ολαντ να υιοθετήσει πιο νεοφιλελεύθερες πολιτικές με αποτέλεσμα τον πολιτικό του αφανισμό. Το ΠΑΣΟΚ έσβησε σχεδόν από τον πολιτικό χάρτη και ο Ματέο Ρέντζι παραιτήθηκε το 2016. Η υποχώρηση αυτή στο μεσαίο χώρο καλύφθηκε φυσικά από άλλες δυνάμεις, ακραίες προς τα δεξιά κατά κύριο λόγο.
Η δεύτερη φάση έχει να κάνει με την άνοδο δυνάμεων αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας. Εκτός από την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα το 2015, έχουμε την άνοδο του PODEMOS στην Ισπανία, των Σοσιαλιστών στην Πορτογαλία αλλά και του Κόρμπιν στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος στη Μεγάλη Βρετανία. Αν και η πρώτη αντίδραση του Σούλτς απέναντι στην κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα ήταν ευγενικότερη από αυτήν του Χριστιανοδημοκράτη Γιούνκερ, δεν άργησε να δείξει το μεγάλο του θυμό. Χαρακτηριστική η δήλωσή του —έγινε ενώπιόν μου σε συζήτηση στη δημόσια γερμανική τηλεόραση— που έκανε το γύρο του κόσμου, «οι Έλληνες μου τη δίνουν στα νεύρα». Στην πράξη έκανε τα πάντα για να μην καταφέρει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να βάλει τέλος στην λιτότητα, αλλά αντίθετα να αναγκαστεί στην υπογραφή ενός ακόμη μνημονίου και να ηττηθεί στις διαπραγματεύσεις του Ιουλίου 2015. Εναρμονίστηκε, έτσι, επί της ουσίας με το σχέδιο των ευρωπαϊκών και ελληνικών ελίτ για «αριστερή παρένθεση» στην Ελλάδα, ώστε να μην προκύψει αριστερή διέξοδος στην κρίση στην Ελλάδα και την ΕΕ.
Η επόμενη, η τρίτη φάση, χαρακτηρίζεται από την άνοδο των ακραίων λαϊκίστικων δυνάμεων στην Ευρώπη που αρχίζει το 2016. Στη Μεγάλη Βρετανία κερδίζουν οι Ευρωσκεπτικιστές το δημοψήφισμα και το Brexit σηματοδοτεί μια νέα φάση στην ΕΕ και την Ευρώπη. Στην πίεση που δέχεται η Τερέζα Μέι να «ακυρώσει» το δημοψήφισμα, απαντάει με τη συμμαχία της με τον Τραμπ, αλλά και με την υπόσχεση προς τις μεγάλες εταιρείες για χαμηλότερη φορολογία από αυτή στην ΕΕ.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει η εικόνα της ευρωπαϊκής πολιτικής του SPD. Αντί να οικοδομήσει συμμαχίες με τα άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης, επέλεξε την προνομιακή συνεργασία με τη Μέρκελ. Το αποτέλεσμα είναι το τέλος των σοσιαλδημοκρατών ηγετών στην Γαλλία και την Ιταλία και η αποδοκιμασία των αριστερών κομμάτων σε άλλες χώρες. Η ίδια συμμαχία οδηγεί τους Βρετανούς στο σκληρό Brexit, στο φορολογικό ανταγωνισμό με την ΕΕ και την Ευρώπη και στη συμμαχία με τον Τράμπ.
Γνωρίζουμε, όμως, ότι οι ηγεμονίες δεν κρατούν αιώνια. Το ίδιο ισχύει και για το γερμανικό οικονομικό μοντέλο. Ήδη παρατηρούμε την πίεση που δέχεται το πλεόνασμα του εμπορικού ισοζυγίου της τόσο από την προστατευτική πολιτική της Βρετανίας και των ΗΠΑ όσο και από τις αναμενόμενες μεταρρυθμίσεις που θα εφαρμόσουν άλλες χώρες, όπως η «ατζέντα 2010», αν για παράδειγμα κερδίσει ο Μακρόν τις γαλλικές εκλογές. Αν, δε, κερδηθούν οι γαλλικές εκλογές από την Μαρί Λεπέν, τότε η γερμανική οικονομία θα αναμετρηθεί με το φάντασμα της διάλυσης της ευρωζώνης, ίσως και του ίδιου του ευρώ.

Αρκούν οι ψηφοφόροι

hondros1

Τούτων δοθέντων, ποια θα μπορούσε να είναι η αντίδραση του SPD υπό την ηγεσία του Σούλτς; Η στάση τους στο παρελθόν μα δίνει τις απαντήσεις. Στην πιθανή έξοδο χωρών —Γαλλίας ή Ιταλίας— από την ευρωζώνη θα απαντούσε με την αποβολή τους και από την ΕΕ, ενώ στο εσωτερικό η απάντηση θα είναι περισσότερη λιτότητα. Ακόμη και σήμερα ο Σούλτς υποστηρίζει ότι η «Ατζέντα 2010 ήταν η απάντηση στην παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας». Υπ’ αυτή την έννοια, όταν κορεσθεί η εξαγωγική οικονομία, θα κληθεί η γερμανική κοινωνία να πληρώσει το λογαριασμό με την μορφή ακόμη περισσότερης λιτότητας, περικοπή κοινωνικών δαπανών και δημόσιων επενδύσεων.
Η πολιτική συνταγή του SPD είναι προφανής. Αρκεί να ικανοποιούνται οι ψηφοφόροι του, άσχετα αν αυτό γίνεται σε βάρος άλλων ευρωπαϊκών λαών. Αν πράγματι ενδιαφερόταν για περισσότερο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, τότε θα είχε οικοδομήσει έγκαιρα τη συμμαχία με τα άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη στη βάση κοινών αιτημάτων για θέσπιση κατώτατου ευρωπαϊκού μισθού, κοινό ασφαλιστικό σύστημα, δημόσιες επενδύσεις, ακόμη και κυρώσεις για τα υπερβολικά ελλείμματα και πλεονάσματα ή ενιαίο φορολογικό σύστημα. Θα υποστήριζε να αποκτήσουν τα ίδια προνόμια οι εργαζόμενοι στη Φίατ και την Πεζώ, με αυτά της Φολκσβάγκεν. Δυστυχώς, την ίδια πολιτική τηρουμένων των αναλογιών, υιοθετούν και τα μεγάλα γερμανικά συνδικάτα. Αυτό το σαββατοκύριακο συναντήθηκε στις Βρυξέλλες το δίκτυο κοινωνικών κινημάτων και συνδικάτων Alter Summit. Η απουσία των μεγάλων συνδικάτων της Γερμανίας που πρόσκεινται στο SPD είναι ηχηρή. Το ίδιο μεγάλη είναι και η απουσία τους από την συζήτηση που συντονίζεται πανευρωπαϊκά από κοινωνικά κινήματα, αριστερές οργανώσεις και κόμματα για την οικοδόμηση μιας «άλλης Ευρώπης». Μια Ευρώπη με αλληλεγγύη, κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία, περιβαλλοντική προστασία και ανοιχτά σύνορα για όλους.

Αύριο θα είναι πολύ αργά

Στη θέση μια τέτοιας επιλογής, η Γερμανία με συμφωνία και υποστήριξη του SPD, επέλεξε να εξαγάγει την οικονομική της κρίση, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο την «Ατζέντα 2010». Η Τερέζα Μέϊ, ο Μακρόν, η Μαρί Λεπέν, ο Τραμπ, οι λαϊκιστές της Αυστρίας είναι το αποτέλεσμα αυτής της γερμανικής κυρίως πολιτικής. Παρόλο που γίνεται φανερό ότι όλοι οι παραπάνω —με άλλους που θα προστεθούν στο μέλλον— προσπαθούν να επιστρέψουν την κρίση στη Γερμανία, τα συστημικά κόμματα της χώρας το παραβλέπουν. Επιμένουν στην ίδια πολιτική της σκληρής νεοφιλελεύθερης λιτότητας, χωρίς να νοιάζονται ότι αυτό διαιρεί τη Γερμανία, αποσαθρώνει την ΕΕ και την Ευρώπη. Ζητούν από την Ελλάδα και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να υλοποιήσει ακόμη περισσότερη άχρηστη λιτότητα, για να μην γίνει το ελληνικό θέμα ξανά μέρος του προεκλογικού λόγου στην Ολλανδία και τη Γερμανία, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα μπει φρένο στην άνοδο των ακραίων δεξιών λαϊκιστών.
Μα είναι η λιτότητα και η κοινωνική ανισότητα που αποξενώνει πλατιά λαϊκά στρώματα από την πολιτική και ιδιαίτερα από τη σοσιαλδημοκρατία, σπρώχνοντάς τα προς την άκρα δεξιά. Η μάχη της Ελλάδας, με τη μοναδική κυβέρνηση Αριστεράς στην ΕΕ, και των άλλων χωρών του Νότου να βγουν από την κρίση χωρίς να διαλυθούν οι κοινωνίες τους, είναι ταυτόχρονα και η βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί η Ευρώπη της Αλληλεγγύης.
Αν πράγματι το SPD και ο Σουλτς θέλουν να συμβάλλουν στη μη διάλυση της Ευρώπης, τότε πρέπει με συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες να εγκαταλείψουν το άρμα της Χριστιανοδημοκρατίας του Σόϊμπλε και της Μέρκελ, να αποκηρύξουν την «Ατζέντα 2010» και να μπουν άμεσα σε ένα ουσιαστικό διάλογο με την Αριστερά, τους Πράσινους, τα κινήματα και τα συνδικάτα, για αλλαγή πλεύσης της ΕΕ σήμερα. Αύριο θα είναι ήδη αργά.



Γιώργος Χονδρός
ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet