tsitsovits-2

Όταν στο συνέδριο της Ιταλικής Αριστεράς ένας νέος σύντροφος τελείωσε την ανάγνωση της παρακάτω επιστολής που έστειλε η Ροσάνα Ροσάντα στο κόμμα, όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και τραγούδησαν τη Διεθνή, με υψωμένη τη γροθιά στον κομμουνιστικό χαιρετισμό.

Αγαπητοί σύντροφοι, σας ευχαριστώ για την επιστολή σας και για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη συνεδριακή σας συζήτηση. Είναι προφανές ότι με ενδιαφέρει. Διάβασα τα κείμενα που είχατε ετοιμάσει πριν από κάποιο καιρό, αλλά μπορείτε να κατανοήσετε ότι ίσως να με αφορούν περισσότερο ως υλικό στοχασμού παρά ως απόφαση ένταξης.
Σας παρακαλώ να λάβετε υπόψη σας, εκτός από την ηλικία μου και την κατάσταση της υγείας μου, τη μακρά μου πορεία, με ουκ ολίγες ήττες. Δεν μετανιώνω. Όμως αυτό με αναγκάζει –προφανώς με διαφορετικό τρόπο από το μεγαλύτερο μέρος των ζυμώσεων που αναπτύχθηκαν αρχικά γύρω από την κρίση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και στη συνέχεια του Δημοκρατικού Κόμματος– να ρίξω μια ματιά στην περασμένη ιστορία του ιταλικού εργατικού κινήματος και, τουλάχιστον, του ευρωπαϊκού και να κάνω έναν απολογισμό. Πρόκειται για έναν αιώνα αγώνων και θεωρητικής επεξεργασίας. Δηλαδή για ζωές, που θα μου φαινόταν εξαιρετικά επιπόλαιο να προσπεράσω χωρίς να σταματήσω. Ακόμη λιγότερο είμαι διατεθειμένη να ακολουθήσω τους κληρονόμους του Μπερλινγκουέρ στην απόφασή τους για μια επανεκκίνηση από το μηδέν.
Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι η δική τους ήταν μια παράδοση άνευ όρων στις απόψεις εκείνου που αποκαλούσαμε «ταξικό εχθρό». Η παραδοχή, δηλαδή, ότι ήταν ανώφελο να ξαναδούν κείμενα και εμπειρίες, τόσο του κομμουνιστικού κόμματος και του ιταλικού εργατικού κινήματος, όσο και των λεγόμενων «υπαρκτών σοσιαλισμών», για να ανατρέξουν χωρίς άλλο στον Μαρξ και να τον κηρύξουν παρωχημένο.
Είμαστε ακόμη μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Μέχρι ποιο βαθμό και μέσα σε ποια όρια τροποποιήθηκε; Και πάνω απ’ όλα: Η «εργασία» είναι ακόμη το έδαφος πάνω στο οποίο υλοποιείται το υποκείμενο που εξαναγκάζεται να ανεχθεί το καθεστώς υποτέλειας ή, ακόμη χειρότερα, το καθεστώς αλλοτρίωσης;
Ή μήπως είναι αυτό το στοιχείο που άλλαξε βαθμιαία, λόγω αυτής που ονομάζουμε τεχνολογία και που κάποτε, σε μια αμεσότερη σύνδεση με την άρνηση του συστήματος, ονομάζαμε «ζωντανή εργασία» και «νεκρή εργασία»; Ασφαλώς άλλαξε το σημείο συσσωμάτωσης της εξαρτημένης εργασίας, δηλαδή το εργοστάσιο (τουλάχιστον στη Δύση, γιατί αλλού παραμένει ως κατάλοιπο). Και η εξαφάνιση του εργοστασίου συνεπάγεται ή όχι την εξαφάνιση του προλεταριάτου ως ένα τεράστιο χώρο της μη ιδιοκτησιακής κοινωνίας;
Έτυχε να διαβάσω πολλούς στοχαστές που αμφιβάλλουν για την έννοια της «τάξης». Αλλά το να αμφιβάλλεις γι’ αυτήν χωρίς να την αντικαταστήσεις με μια διαφορετική θεμελιώδη έννοια, σημαίνει να αμφιβάλλεις για τη δυνατότητα μιας υλοποίησης του πολιτικού υποκειμένου της αλλαγής. Τότε λοιπόν, σε τι χρειάζεται ένα αναθεωρημένο και διορθωμένο κομμουνιστικό κόμμα, ή, ακόμη λιγότερο, ένα δημοκρατικό κόμμα;
Ακόμη και μια θεωρία «κοινωνικού συμβιβασμού» –όπως υπήρξαν, αμέσως μετά τον πόλεμο, οι θεωρίες του Κέινς και του Μίνσκι– προϋποθέτει την ύπαρξη μιας θεμελιώδους δυσφορίας που διαιρεί τις κοινωνίες μας, και απ’ αυτήν πηγάζει η ανάγκη να αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις. Και πράγματι, όχι τυχαία, αυτά τα ίδια ονόματα, που υπήρξαν βασικά στηρίγματα μιας κάποιας σοσιαλδημοκρατίας, εμπλέκονται σήμερα, χωρίς καμία εξήγηση, στην τελική κρίση της κυρίαρχης καπιταλιστικής οργάνωσης.
Πάνω σε αυτή την κρίση φαίνεται ότι εργάζονται περισσότερο μελετητές διαφορετικής προέλευσης από εκείνη του εργατικού κινήματος (όπως επαναλάμβανε ο Λουτσιάνο Γκαλίνο στα τελευταία του γραπτά: «Η ταξική πάλη υπάρχει ακόμη και την έχουν κερδίσει οι καπιταλιστές«). Αυτό το ερώτημα δεν το ξαναβρίσκω στις προσπάθειες των περισσότερων από αυτούς που προτίθενται να δώσουν ένα τέλος στη σημερινή, βασανιστική ζωή της ιταλικής αριστεράς.

Το πολιτικό υποκείμενο της αλλαγής

Μια ανάλογη συλλογιστική ισχύει για το «πολιτικό υποκείμενο της αλλαγής», το οποίο είναι, μάλιστα, μια πλευρά του ίδιου προβλήματος που έμεινε ανεπίλυτο από τον 20ο αι.: το πρόβλημα των ελευθεριών ή της ελευθερίας. Με την ψήφο της 4ης Δεκεμβρίου, επιβεβαιώθηκε η σημασία του Συντάγματος. Όμως το Σύνταγμα θέτει το πρόβλημα μιας συμβίωσης ολόκληρης της κοινωνίας, με τη συμπερίληψη, ή μάλλον με την εγγύηση των ταξικών της διαλεκτικών (δείτε ως προς αυτό την επιχειρηματολογία του Μάριο Ντολιάνι στο σάιτ του Κέντρου για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους).
Δεν πρόκειται, όμως, για την ίδια συζήτηση που μπορεί να ισχύσει ως ορίζοντας ενός ουσιαστικού και συγκρουσιακού μέρους της κοινωνίας, ιδιαίτερα εκείνου που αφορά στο υποκείμενο της αλλαγής. Δηλαδή ως ζήτημα που έχει σχέση με την εργασία, όπως ήταν και είναι, και με τα νέα ανθρωπολογικά ζητήματα –όπως το ζήτημα που θέτουν οι γυναίκες– που αναπτύχθηκαν τον περασμένο αιώνα.
Ουσιαστικά, νομίζω ότι πήγαμε πέρα από το πραγματικό δίλημμα του εικοστού αιώνα: μεταξύ εγγύησης των πολιτικών δικαιωμάτων και καμίας εγγύησης των κοινωνικών δικαιωμάτων, ή, αντίθετα, εγγύησης των κοινωνικών δικαιωμάτων και καμίας εγγύησης των δικαιωμάτων ελευθερίας. Αν το καλοσκεφτούμε, επανατίθεται το επίσης ανεπίλυτο ζήτημα που είχε τεθεί τον περασμένο αιώνα κυρίως από τον Λουί Αλτουσέρ: αν ο μαρξισμός, θεωρία και αγώνες, πρέπει να ιδωθεί σαν μια φιλοσοφία ή σαν μια επιστήμη. Απ’ αυτό πηγάζει το πρόβλημα του τρόπου οργάνωσης των υποκειμένων της αλλαγής, αν θα πρέπει να γίνει μέσω ενός κόμματος ή διαφορετικά.
Η απάντηση, που φαίνεται να δίνεται από μια μεγάλη πλειοψηφία στην Ιταλία, είναι ότι δεν μπορούμε πια να μιλάμε για κόμμα. Αυτό παρήγε –με τη συναίνεση μιας πλειοψηφίας– μια αποδιάρθρωση που παρέδωσε στην ουσία την αποφασιστική εξουσία σε μια ημι-ιδιωτική οργάνωση, όπως το Κίνημα 5 Αστέρων (στο οποίο δεν είναι τυχαίο ότι εντάχθηκαν διάφορα άτομα που είχαμε συνηθίσει να αποκαλούμε «συντρόφους»).
Δεν θέλω να μακρηγορήσω και ούτε αντιμετωπίζω τα προβλήματα που μας έθεσε ο λενινισμός. Οι υπαρκτοί σοσιαλισμοί και τα κομμουνιστικά κόμματα διαλύθηκαν χωρίς καν να αντιμετωπίσουν τα ερωτήματα που είχαν αφήσει ανεπίλυτα. Η επιθυμία μου ήταν μόνο να αναφέρω, σε γενικές γραμμές, τουλάχιστον μέσα από κάποια παραδείγματα, ποια είναι τα ζητήματα που ο 20ος αιώνας άφησε ανοιχτά, και σε ποιο βαθμό, τα οποία δεν νομίζω ότι μπορούμε να τα προσπεράσουμε χωρίς να προσπαθήσουμε να σχεδιάσουμε απαντήσεις που μέχρι τώρα δεν έχουν δοθεί.
Σας ευχαριστώ και πάλι για τη φιλία που μου δείξατε και σας εύχομαι καλή δουλειά.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet