foto_2

Αναζητώντας πληροφορίες για μελλοντικές εκδηλώσεις στην ιστοσελίδα της Documenta 14, πέτυχα με μεγάλη ανακούφιση και χαρά το μακρύ και περιεκτικό κείμενο1 μιας νέας στην ηλικία Ιταλίδας ιστορικού τέχνης, της Barbara Casavecchia, της οποίας οι προσωπικές διερευνήσεις, όπως λέει, την έφεραν κοντά σε πολύ σημαντικές Ιταλίδες συγγραφείς και εικαστικούς -μερικές και ακτιβίστριες- των δεκαετιών ’60 και ’70 που με τη δουλειά τους επιχείρησαν να επαναπροσδιορίσουν τη γλώσσα, δοκιμάζοντας πειραματικές μορφές έκφρασης, θέτοντας ως στόχο «την απεμπλοκή από τους σημειωτικούς περιορισμούς και την επιβολή της σιωπής από μια πατριαρχική τάξη πραγμάτων που έφερε ως επιπλέον βάρος την καταπιεστική κληρονομιά του φασισμού και της ηθικής της καθολικής εκκλησίας».

 

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Κάποιες από αυτές, η Ketty La Rocca, η Lea Vergine με το βιβλίο της για τη Body art, οπωσδήποτε η Carla Lonzi, υπήρξαν σημεία αναφοράς για τις γυναίκες της δικής μου γενιάς, όσων ζήσαμε τέλος του ’70 ή τη δεκαετία του ’80 στην Ιταλία, δεδομένου ότι η προσωπική έκθεση, η διερεύνηση της γλώσσας, αν και χωρίς να γίνεται αντιληπτό, η δουλειά στις ομάδες αυτοσυνείδησης, η κριτική γυναικεία στάση απέναντι στη Αριστερά, καθόρισε λιγότερο ή περισσότερο τις επιλογές μας.
Το κείμενο αυτό, που τον τίτλο Σκάσε. Ή μάλλον μίλα, η συντάκτρια τον δανείστηκε από το φεμινιστικό ημερολόγιο της Carla Lonzi, αποτελεί σε κάθε περίπτωση μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και λεπτομερή επισκόπηση της ιστορίας εξαιρετικών γυναικών που «βρήκαν τρόπους να αντιπαρέλθουν τη συνθήκη της κατασταλτικής σιωπής: Οι εικαστικοί προέβησαν στην οικειοποίηση και στη μετάλλαξη των ετοιμοπαράδοτων εικόνων της μαζικής κουλτούρας, στράφηκαν στη γραφή χωρίς σημασιοδότηση και ύψωσαν τον τόνο της φωνής τους στις περφόρμανς, σε δημόσιες αναγνώσεις, σε καλλιτεχνικά δρώμενα, ενώ οι συγγραφείς-θεωρητικοί υιοθέτησαν και χρησιμοποίησαν μια γλώσσα που διεκδίκησε την ανάγκη της να επανευρεθεί, να μεταποιηθεί, να φιλτραριστεί από τη γυναικεία υποκειμενικότητα», τις δύο δεκαετίες που και η Ιταλία μεταλλασσόταν και αυτές συνέβαλαν σε αυτό.
Ωστόσο, είναι το κίνητρο της να ασχοληθεί με αυτές τις γυναίκες, που η Barbara Casavecchia προέβαλε και μου τράβηξε το ενδιαφέρον: που δεν στέκεται σε μια ιστορική αναδρομή ενδιαφέρουσας περιόδου για το ιταλικό γυναικείο κίνημα αλλά ωθείται, όπως γράφει, από την υποσυνείδητη αντίδρασή της στον κατακλυσμό μιας «τεχνολογικής γλώσσας» που έχει καταβάλλει όλους τους χώρους, που ωθεί «τις όποιες μοναδικότητες σε [...] εμπορεύσιμες μορφές αφήγησης»· συμμεριζόμενη τις αγωνίες του συγκεκριμένου κύκλου γυναικών στην Ιταλία, θέτει ερωτήματα που τώρα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ: Πώς μια γυναίκα μπορεί να γίνει ορατή και να ακουστεί ευρύτερα «χωρίς να αποκοπεί από την “περιφερειακή” της οπτική και κουλτούρα»; Πώς μια γυναίκα, συγγραφέας και καλλιτέχνις, ορθώνει το ανάστημά της και εκφράζεται αντί να υποταχτεί στη σιωπή;

foto_1
Υπήρξε μια περίοδος, σε πολλά μαζικά πανεπιστήμια της Ευρώπης, τις δεκαετίες στις οποίες αναφέρεται το κείμενο, ’60 και ’70, που η ακαδημαϊκότητα αμφισβητήθηκε έντονα, όχι μόνο στις καλλιτεχνικές σχολές και των παραστατικών τεχνών αλλά και στις θεωρητικές πανεπιστημιακές σχολές που παραδοσιακά είχαν μια δυσκαμψία: το πανεπιστήμιο βρέθηκε στο δρόμο, γλώσσα, ρόλοι και λειτουργία ανακατεύτηκαν, τα πεδία εμπλουτίστηκαν επικοινωνώντας το ένα με το άλλο, ορισμοί κατέρρευσαν, η αυτοπεποίθηση δεν ήταν το ζητούμενο.
Έτσι αυτή η τωρινή «τεχνολογική γλώσσα», όπως την αποκαλεί η Barbara Casavecchia, δεν είναι μια νέα μορφή ακαδημαϊκότητας που επιβάλλει και αντίστοιχες σχέσεις; Έχουμε αναφερθεί ξανά σ’ αυτό. Υπάρχει μια αυτάρεσκη εμμονή με τη χρήση μιας περιορισμένης, τελικά, γλώσσας που αγαπάει μια περιορισμένη ορολογία, κι έχει επιβληθεί με απολυταρχικό τρόπο, παντού, προκαλώντας μια ψευδή ασφάλεια του ανήκειν· αυτή η υπερκωδικοποιημένη unisex γλώσσα απ’ όπου απουσιάζουν οι κόμποι, οι ανάσες, οι μεταφορές, ο δισταγμός, ό,τι καθορίζει ένα προσωπικό ιδίωμα, δεν αποτελεί εντέλει μιας μορφής καταστολή;
Η Casavecchia, με γνώμονα σε μεγάλο βαθμό τη γλώσσα, κάνει μια σύντομη αναδρομή στα χρόνια που έπονται του ιταλικού οικονομικού μπουμ, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, που κόστισε τη δουλειά σε ένα εκατομμύριο Ιταλίδες ενώ ταυτόχρονα ο νέος λαμπερός κόσμος της διαφήμισης πρόβαλε την ευτυχισμένη οικοκυρά στην κουζίνα της: νομιμοποιείται το διαζύγιο, το 1975 αλλάζει ο Οικογενειακός Κώδικας, νομιμοποιείται η έκτρωση το 1978, μετά από έντονες συγκρούσεις αλλά, θα προσθέσω εδώ, και ένα μεγαλειώδες κίνημα γυναικών: 1 εκατομμύριο είχε υπογράψει ότι είχε κάνει παράνομα έκτρωση, αριθμός γυναικών που δεν μπορούσε να αγνοηθεί, ούτε να φυλακιστεί.
Την ίδια περίοδο, από τα μέσα του ’60, γίνονται σαρωτικές αλλαγές και στην παιδεία, σε μεγάλο βαθμό στη πρωτοβάθμια εκπαίδευση, στην οποία η συμμετοχή των γυναικών ήταν μεγάλη, δεδομένου ότι δεν απαιτούσε πανεπιστημιακές σπουδές, παρά μόνο απολυτήριο λυκείου με επιπλέον επιμορφωτικά σεμινάρια· έτσι γυναίκες που δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς αυτή αφορούσε ακόμα την ελίτ, ήταν σε θέση να διαδραματίσουν ένα καθοριστικό ρόλο σε ένα νευραλγικό κομμάτι της. Το 1967 κυκλοφόρησε η, δημοσιευμένη και στην Ελλάδα, πασίγνωστη Lettera a una professoressa [Επιστολή σε μια δασκάλα] που προέκυψε από τις παιδαγωγικές εμπειρίες του Σχολείου της Μπαρμπιάνα, μια δριμεία κριτική στο ιταλικό ταξικό σύστημα εκπαίδευσης· το 1971 κυκλοφορεί το ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης περιοδικό L’ Erba Voglio, το 1973 το δοκίμιο σταθμός της παιδαγωγού Elena Gianini Belotti, διευθύντριας του Κέντρου Montessori στη Ρώμη, Dalla parte delle bambine, που αφορούσε τη διαμόρφωση των γυναικείων στερεοτύπων, θέτοντας την εκκίνηση για την αλλαγή από το πεδίο καταστολής κάθε ετερότητας: τη γλώσσα.
Για την Κetty la Rocca που δίδασκε στα δημοτικά σχολεία της Τοσκάνης, η γλώσσα, όπως γράφει η Casavecchia «ήταν ο πάγκος εργασίας της». Η ίδια η λέξη διδάσκω, insegnare, στα ιταλικά, in=μέσα + segno=σήμα, σημείο, επιγραφή, είχε αποτελέσει, μεταξύ άλλων, αντικείμενο επεξεργασίας και διερεύνησης της ταυτότητας της αλλά και επίθεσης εναντίον της.
Σε ό,τι αφορά την Carla Lonzi, ένα τριήμερο συνέδριο, το 2010, που διοργάνωσε το Casa Internazionale delle Donne (Διεθνές Σπίτι Γυναικών) της Ρώμης σε συνεργασία με τον δήμο της πόλης και με τίτλο Σκάσε. Ή μάλλον, μίλα. Η Carla Lonzi και η τέχνη του φεμινισμού, αλλά και μια ημερίδα τον περασμένο Φεβρουάριο στο Λιβόρνο, αναδεικνύουν την πολύτιμη και πάντα εξαιρετικά επίκαιρη συνεισφορά της.
Εκτενέστερα βιογραφικά μερικών γυναικών και μια σύνθεση των παρεμβάσεων του συνεδρίου για την Carla Lonzi θα παρουσιάσουμε τις επόμενες βδομάδες. Αναμένοντας ανυπόμονα και τη δική μας έκθεση και ημερίδα «Ο φεμινισμός της Μεταπολίτευσης», από το Ίδρυμα της Bουλής των Ελλήνων.

1. www.documenta14.de/gr/south/463, μεταφρασμένο από την Άντζελα Δημητρακάκη.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet