rapidis

Του Δημήτρη Ραπίδη*

Καθώς οδεύουμε προς το δημοψήφισμα του Απριλίου στην Τουρκία, η τουρκική κυβέρνηση και ο πρόεδρος Ερντογάν έχουν ανοίξει μια σειρά θεμάτων, που είναι αβέβαιο αν θα καταφέρουν, τελικά, να διαχειριστούν με επιτυχία. Όπως έχουμε γράψει και πρόσφατα, το βασικό πλεονέκτημα του ΑΚΡ, και του ίδιου του προέδρου της Τουρκίας, είναι πως δεν υπάρχει καμία αντιπολιτευόμενη δύναμη για να «μπλοκάρει» ή έστω να αμφισβητήσει την κυβερνητική πολιτική, τόσο σε ζητήματα εσωτερικής, όσο και εξωτερικής πολιτικής. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως όλες οι πρωτοβουλίες και πολιτικές της κυβέρνησης θα στεφθούν με επιτυχία, ειδικά όταν αυτές οι πρωτοβουλίες και πολιτικές συγκρούονται μεταξύ τους.

Η τεχνητή ένταση στο Αιγαίο

Είναι βέβαιο ότι ένα «θερμό επεισόδιο» στο Αιγαίο θα αποτελούσε τροχοπέδη σε ζητήματα που αφορούν την εσωτερική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης. Δύο έρευνες από ιδρύματα του εξωτερικού, που πρόκειται να δημοσιευτούν το επόμενο διάστημα στη γείτονα χώρα, επιβεβαιώνουν πως η πλειοψηφία των τούρκων πολιτών δεν επιθυμεί κλιμάκωση της έντασης στο Αιγαίο, καθώς βασική προτεραιότητα για την τουρκική κοινωνία αποτελούν η αποκατάσταση της οικονομικής ομαλότητας και η επιστροφή της τουρκικής λίρας σε ανταγωνιστικά επίπεδα. Αντίστοιχα, υψηλό είναι και το ποσοστό των τούρκων πολιτών που επιθυμούν σχέσεις συνεργασίας με τους γείτονες, και κυρίως με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ δύο στους τρεις εκτιμά πως η εμπλοκή της χώρας σε «θερμό επεισόδιο» στο Αιγαίο θα επιβαρύνει τις διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Έχοντας αυτά τα στοιχεία υπόψιν, αλλά και την πρότερη εμπειρία από την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο, η πιθανότητα κλιμάκωσης της έντασης αναμένεται να διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα, χωρίς να ξεσπά, τουλάχιστον μέχρι τον Απρίλιο και το δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η επιτυχής έκβαση στο δημοψήφισμα, το οποίο στηρίζουν και οι βουλευτές του εθνικιστικού ΜΗΡ, αναμένεται να αποκλιμακώσει την κατάσταση. Ενισχυτικό προς αυτή την κατεύθυνση στοιχείο αποτελεί και η σαφής θέση της Γερμανίας ενάντια στην τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο, αλλά και η συμφωνία για το προσφυγικό, την οποία η Άγκυρα μπορεί δημοσίως να αμφισβητεί, αλλά επί της ουσίας ευνοείται από αυτή, λόγω κυρίως της χρηματοδοτικής ενίσχυσης που λαμβάνει.

Η πολιτική δίωξη του HDP

Οι εικονικές δίκες, οι εκατονταετείς ποινές φυλάκισης και οι διώξεις εναντίον πολιτευτών του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP) έχουν αποδοκιμαστεί έντονα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και όσο και εάν η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο, τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ευαισθησία μεγάλου τμήματος των ευρωπαίων πολιτικών, είναι σίγουρα διατεθειμένη να αποδεχθεί τις διεθνείς και περιφερειακές ισορροπίες και τα συμφέροντα γεωπολιτικών δρώντων στην ευρύτερη περιοχή, όπως η Ρωσία, το Ιράν και οι ΗΠΑ.
Η ρωσική πλευρά παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις με τις διώξεις των πολιτευτών του HDP και την εκτράχυνση της κατάστασης με το κουρδικό μαχητικό κίνημα, το Ιράν τηρεί επιφυλακτική στάση ως προς τη στρατιωτική παρεμβατικότητα της Τουρκίας στο Ιράκ και τις όμορες κουρδικές περιοχές, ενώ οι ΗΠΑ, όσο και εάν η μέχρι τώρα στάση του προέδρου Τραμπ δυσκολεύει την ερμηνεία των προθέσεών του, είναι βέβαιο ότι δεν θα απωλέσουν εν μια νυκτί τμήμα του ζωτικού τους χώρου στη Μέση Ανατολή για να εξυπηρετήσει η τουρκική κυβέρνηση τη φιλοπολεμική ρητορική της.
Οι τρεις αυτοί παράγοντες, και κυρίως η Ρωσία και το Ιράν, αναγκάζουν τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν να αναδιπλώνεται διαρκώς, να «παγώνει» και να «ξεπαγώνει» τη δράση των τουρκικών δυνάμεων, να τηρεί επαμφοτερίζουσα στάση ως προς το τι προτίθεται να κάνει με τους Κούρδους. Ο ανταρτοπόλεμος και οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης στα νοτιοανατολικά σύνορα δεν πρόκειται να αποδώσουν καρπούς, αντίθετα ενισχύουν περισσότερο το κουρδικό κίνημα.
Ο βασικός φόβος της τουρκικής κυβέρνησης είναι να αποφύγει η χώρα τον κίνδυνο εδαφικού διαμελισμού στο μέλλον, γνωρίζοντας ωστόσο ότι με τις διαρκείς στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν θα καταφέρει να διαφυλάξει ακέραια την επικράτειά της. Πολλοί τούρκοι αναλυτές ορθά τονίζουν πως ο Ερντογάν οφείλει να ενισχύσει τη διπλωματία και να βελτιώσει τις σχέσεις με τη Ρωσία και το Ιράν, κοιτάζοντας προς το μέλλον και προσδοκώντας μεγαλύτερα οφέλη από μια «κοινή διαχείριση» των μεγάλων ζητημάτων που απασχολούν την Μέση Ανατολή.

Το ρίσκο με τις πρόωρες εκλογές

Το ενδεχόμενο προκήρυξης πρόωρων εκλογών, μετά από μια μαζική λαϊκή υποστήριξη υπέρ των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων στο δημοψήφισμα του Απριλίου, δεν θα πρέπει να αποκλείεται για τρεις βασικούς λόγους:
Ο πρώτος είναι για να εφαρμοστούν άμεσα οι μεταρρυθμίσεις.
Ο δεύτερος για να κηρυχθεί το HDP εκτός νόμου, να χάσει τη βουλευτική του εκπροσώπηση, και να μην κατέβει στις εκλογές.
Ο τρίτος είναι η προσπάθεια ανάσχεσης της πτωτικής τάσης της τουρκικής οικονομίας, η οποία τόσο λόγω της εσωτερικής αστάθειας, αλλά κυρίως λόγω των εξωτερικών πιέσεων και πιθανών γεωπολιτικών/οικονομικών εξελίξεων μέχρι το 2019 (σσ. που είναι οι επόμενες εκλογές), αναμένεται να αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω.
Και οι τρεις λόγοι είναι βέβαιο ότι ασκούν και θα ασκήσουν πίεση στην τουρκική πολιτική ηγεσία για να επιταχύνει τις εξελίξεις και να προλάβει μια πιθανή και απότομη λαϊκή δυσαρέσκεια, έπειτα από σχεδόν 13 χρόνια «φτηνού χρήματος» και επενδύσεων από το εξωτερικό, κυρίως από τα κράτη του Περσικού Κόλπου. Η τουρκική οικονομία γνώρισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ 2002-2007, και έκτοτε η κυβέρνηση ΑΚΡ κατάφερε να διατηρήσει μια ισχυρή λαϊκή υποστήριξη, εν μέρει «τραβώντας» ανοδικά τα αδύναμα λαϊκά στρώματα προς τη μεσαία τάξη, προσφέροντας σχετικά φτηνή εργασία, τροφοδοτώντας παράλληλα τη μεσαία τάξη με δανεικό χρήμα που ενίσχυε και διατηρούσε σε υψηλά επίπεδα την κατανάλωση. Η εποχή αυτή έχει φτάσει στο τέλος της, με τις προβλέψεις για την τουρκική οικονομία τα επόμενα χρόνια να μην είναι θετικές.
Τα τρία αυτά μέτωπα που έχει να διαχειριστεί η τουρκική κυβέρνηση δημιουργούν την ανάγκη αντιμετώπισης της πολιτικής πραγματικότητας με τρόπο ρεαλιστικό και, κυρίως, θέτοντας προτεραιότητες. Ωστόσο, ακτινογραφώντας την πολιτική Ερντογάν τα τελευταία 15 χρόνια, το «απρόβλεπτο» στοιχείο της πολιτικής του στρατηγικής είναι εκείνο που υπερισχύει, καθιστώντας δύσκολες τις -σχετικά- ασφαλείς προβλέψεις.


*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος, μέλος της Γραμματείας Εξωτερικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet