Του Κωστή Γιούργου

Ο ισχυρισμός ότι η Άγκυρα ανεβάζει τους τόνους της αντιπαράθεσης με την Αθήνα για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης καλό είναι να χρησιμοποιείται με λιγότερη ευκολία και περισσότερη σύνεση. Η διπλωματία της Τουρκίας έχει τις καταγωγικές της ρίζες στην οθωμανική διπλωματία, η οποία είχε εποπτεία χρόνου –παρελθόντος, παρόντος, και μέλλοντος– ανάλογη του αυτοκρατορικού της μεγέθους.
Το πρωί της Κυριακής 29 Ιανουαρίου, τουρκική πυραυλάκατος στην οποία επέβαιναν ο αρχηγός τουρκικού γενικού επιτελείου και οι αρχηγοί των τριών όπλων παραβίασε τα ελληνικά χωρικά ύδατα, προσεγγίζοντας για λίγο τα Ίμια. Κίνηση υψηλού συμβολισμού, που σωστά αξιολογήθηκε ως τέτοια. Λάθος, αντίθετα, η αξιολόγηση ότι το μήνυμα της κίνησης αυτής, ότι, δηλαδή, τα Ίμια αμφισβητούνται ως ελληνικό έδαφος, έχει ως μόνο αποδέκτη την τουρκική κοινή γνώμη. Η κύρια απεύθυνσή της είναι προς την ελληνική πλευρά. Η Τουρκία έχει επιδόσεις στην αυτοκρατορική παράδοση δημιουργίας εκκρεμοτήτων για μελλοντική αξιοποίηση. Φτωχή παρηγοριά το γεγονός ότι αυτό δεν της βγήκε πάντα σε καλό.
Σωστό ότι η ελληνική διπλωματία έχει θέσει ως αδιαπραγμάτευτο όριο της συνετής διαχείρισης των σχέσεων με την Τουρκία το αξίωμα ότι η χώρα μας δεν διεκδικεί τίποτα από τους γείτονές της, αλλά και δεν απεμπολεί κανένα από τα δικαιώματά της στην περιοχή. Σωστότερο ότι αυτό προϋποθέτει την καλή προαίρεση και της άλλης πλευράς –και πάντα υπό τον όρο ότι στην άλλη πλευρά δεν πρέπει να αφήνεται περιθώριο να εκλάβει την τήρηση χαμηλών τόνων ως αδυναμία.

Περί διπλωματίας

Υπό το πρίσμα όλων αυτών, η ερμηνεία ότι η κυβέρνηση Ερντογάν –εγκλωβισμένη όντας σε ένα πλέγμα σοβαρών πολιτικών, οικονομικών και γεωπολιτικών προβλημάτων, και έχοντας μπροστά της το κρίσιμο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου– ανεβάζει τους τόνους με την Ελλάδα για να αναβαθμίσει το φρόνημα του ακροατηρίου της στο εσωτερικό, δεν είναι απλώς ανεπαρκής. Γίνεται, επιπλέον, προβληματική όταν εγκαλούν τους αρμόδιους έλληνες υπουργούς επειδή απαντούν ευθέως στις προκλήσεις της Άγκυρας, αντί να αναζητούν τρόπους να της δείξουν ότι προκαλώντας την Ελλάδα δεν βοηθά να γεφυρωθεί το χάσμα που την χωρίζει από την Ευρώπη.
Προσπερνούμε ασχολίαστη την άποψη όσων επιμένουν να επιχειρηματολογούν στη βάση του υποτιθέμενου διακαούς έρωτα ανάμεσα στην Τουρκία, που σήμερα παραπαίει μεταξύ Ρωσίας και νεο-ψυχροπολεμικής Δύσης, και την Ευρώπη, που ήδη ερωτοτροπεί με την ιδέα του αυτοκατακερματισμού της σε ένωση(;) πολλών ταχυτήτων, για εστιάσουμε στους εγκαλούμενους υπουργούς: τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά και το υπουργό Άμυνας Πάνο Καμμένο.
Για ποιο πράγμα ακριβώς εγκαλούν τον υπουργό Εξωτερικών; Επειδή κάλεσε την Τουρκία να το ξανασκεφτεί πριν «μπει σε παιχνίδια» όπως αυτό με το πολεμικό σκάφος της που παραβίασε τα ελληνικά χωρικά ύδατα και πραγματοποίησε βολές κοντά στο Φαρμακονήσι, προειδοποιώντας ότι, «δεν θα είμαστε πάντοτε ανεκτικοί και η απάντησή μας δεν θα είναι μόνο αυτή που δώσαμε, θα είναι πολύ πιο σκληρή»; Επειδή, αναφερόμενος στα Ίμια,είπε ότι ο τούρκος αρχηγός ΓΕΕΘΑ δεν θα μπορούσε να αποβιβαστεί εκεί «γιατί είχαμε πάρει τα μέτρα μας» και «προστατεύουμε την Ελλάδα με πολύ μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι στο παρελθόν»;
Για τι ακριβώς εγκαλούν τον υπουργό Άμυνας; Επειδή, απαντώντας στη δήλωση του τούρκου υπουργού Εξωτερικών ότι «αν το καθήκον είχε καλέσει τον αρχηγό του τουρκικού στρατού να ανέβει στα Ίμια, θα το είχε κάνει», ο Πάνος Καμμένος είπε: «Αν θέλουν να πατήσουν τα Ίμια, να δούμε πώς θα φύγουν μετά»; Σίγουρα επειδή συμπλήρωσε λέγοντας: «να θυμίσουμε ότι πρωθυπουργός δεν είναι ο Σημίτης, αλλά ο Τσίπρας, υπουργός Εξωτερικών δεν είναι ο Πάγκαλος, αλλά ο Κοτζιάς, και υπουργός Άμυνας είμαι εγώ».
Αναρωτιέται κανείς, ποιοι ακριβώς κανόνες διπλωματικής ευπρέπειας –και αποτελεσματικότητας κυρίως—υπαγορεύουν, αντί να απαντάς με την αυτοπεποίθηση που απαιτούν οι συνθήκες, να υπεκφεύγεις στην ... ενωμένη Ευρώπη;

Επίθεση στην κυβέρνηση

Ας μη γελιόμαστε, αλλού είναι το ζήτημα. Ο στόχος των επικρίσεων για τη διπλωματική γλώσσα των δύο υπουργών δεν είναι ούτε ο Κοτζιάς ούτε ο Καμμένος. Το ζητούμενο είναι η με κάθε τρόπο και ευκαιρία επίθεση κατά της κυβέρνησης.
Πρόσφατη απόδειξη, η τροπή που πήρε η αντιπαράθεση στην Ολομέλεια της Βουλής ανάμεσα στον υπουργό Άμυνας και τον πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ και κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κ. Θανάση Θεοχαρόπουλο, με αφορμή την ερώτηση που κατέθεσε ο τελευταίος για τα εξοπλιστικά.Ο κ. Θεοχαρόπουλος δεν αρκέστηκε στην έντονη κριτική για την πολιτική της κυβέρνησης στο χώρο των εξοπλισμών. Τη χρησιμοποίησε ως εφαλτήριο για να επιτεθεί στους κυβερνητικούς χειρισμούς έναντι της Τουρκίας, καταφεύγοντας -ατυχώς για την αξιοπιστία των επιχειρημάτων του-σε ατυχείς αναφορές στο παρελθόν: «Τότε στα Ίμια», είπε, «ήταν πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης και μακάρι να είχαμε και τώρα μια τέτοια λογική υπευθυνότητας και σοβαρότητας», που, κατά τη γνώμη του, δεν έχει ο σημερινός υπουργός. Τον οποίο κατηγόρησε ότι «ρίχνει λάδι στη φωτιά» του απρόβλεπτου παράγοντα που λέγεται Ταγίπ Ερντογάν -ρίχνοντας ο ίδιος, άθελά του ελπίζουμε, λάδι στη φωτιά των ανησυχιών από την γενικότερη αστάθεια. Αλλά αυτό μάλλον διέφυγε της προσοχής του,καθώς το κύριο μέλημά, κρίνοντας από την κατακλείδα της αγόρευσής του, είναι άλλο: «Όμως οι ευθύνες δεν αφορούν μόνο εσάς. Αφορούν τον κ. Τσίπρα που επέλεξε για υπουργούς τον κ. Βαρουφάκη και εσάς... Δεν θα επιτρέψουμε να βάλετε σε κίνδυνο τη χώρα».
Αυτά από στόματος ενός πολιτικού ανδρός που τις ίδιες μέρες, ελάχιστα ανήσυχος για το μέλλον της χώρας, πληροφορούσε ότι η ΔΗΣΥ«δεν θα ψηφίσει μέτρα που αποτελούν προϊόν μιας αναποτελεσματικής διαπραγμάτευσης» και εκτιμούσε ότι η αξιολόγηση δεν θα κλείσει, η Ελλάδα δεν θα μπει στην ποσοτική χαλάρωση και η κυβέρνηση δεν θα εξαντλήσει την τετραετία.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet