Αν εξετάσουμε προσεκτικότερα τα μέτρα που έχουν μπει στο τραπέζι κατ’ απαίτηση κυρίως του ΔΝΤ, θα παρατηρήσουμε ότι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: προσθέτουν εμπόδια στην προσπάθεια της κυβέρνησης να μειώσει τις επιπτώσεις της λιτότητας, ιδίως στις ασθενέστερες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες του πληθυσμού. Επιχειρούν, δηλαδή, να ακυρώσουν μέρος του διακηρυγμένου σχεδίου της να εφαρμόσει μεν τη συμφωνία που υποχρεώθηκε να υπογράψει, αλλά, ταυτόχρονα, να εξαντλήσει κάθε περιθώριο ανάσχεσης των αρνητικών επιπτώσεων που προκύπτουν από βασικά στοιχεία του χαρακτήρα της, και να διαμορφώσει θεσμικές προϋποθέσεις για βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των πληττόμενων λαϊκών στρωμάτων, κατά τη διαδικασία ανάκαμψης και εξόδου από την κρίση.
Έτσι εξηγείται, από μια πλευρά τουλάχιστον, η επιμονή στη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, της μείωσης, δηλαδή, του αφορολόγητου (που σημαίνει μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και των ασθενέστερων) και της περικοπής των συντάξεων ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι προβλέπει ο νέος νόμος (που επίσης σημαίνει μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος μιας κατηγορίας, η οποία δεν έχει τη δυνατότητα να αναπληρώσει με άλλους τρόπους αυτή την απώλεια).

«Βίοι» παράλληλοι

Βέβαια, όπως φαίνεται, η ελληνική κυβέρνηση έχει λάβει την υπόσχεση πως θα νομοθετηθούν ταυτόχρονα αντισταθμιστικά μέτρα, που θα λειτουργήσουν εξισορροπητικά τόσο στο επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματος των λαϊκών τάξεων, όσο και στο πεδίο της μείωσης των υφεσιακών συνεπειών της λιτότητας. Ωστόσο, κι αν ακόμα εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, θα χρειαστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια, ώστε στο τέλος του λογαριασμού το αποτέλεσμα να μην είναι αρνητικό για τις λαϊκές τάξεις.
Η παρατήρηση αυτή δεν έχει νόημα μόνο για τη βραχεία περίοδο ως το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Εκτείνεται σε όλη την υπόλοιπη περίοδο ως τη λήξη της τετραετίας, αν υποθέσουμε (και μπορούμε να το κάνουμε βάσιμα) ότι το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών έχει ουσιαστικά απομακρυνθεί. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται να το αντιλαμβάνεται και η ΝΔ.
Από την άποψη αυτή, η αποτίμηση της προσπάθειας της κυβέρνησης και των αποτελεσμάτων της δεν μπορεί να περιοριστεί στα της αξιολόγησης, του ύψους και της διάρκειας των πλεονασμάτων, καθώς και των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Όχι πως όλα αυτά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας ζητήματα. Από αυτά θα κριθούν πολλά και σημαντικά. Ωστόσο, αν η κυβέρνηση περιοριστεί σ’ αυτά και, συνεπώς, από τον τελικό απολογισμό της τετραετίας απουσιάζουν εκείνα ακριβώς τα στοιχεία του ενεργητικού, τα οποία θα μπορούν να κάνουν διακριτή τη διαφορά του έργου της από το έργο οποιασδήποτε άλλης πιθανής κυβέρνησης στις δεδομένες συνθήκες, τότε η διαφορά της από μια κυβέρνηση με πυρήνα τη ΝΔ θα ήταν δυσδιάκριτη και, συνεπώς, το πλεονέκτημά της ανύπαρκτο ουσιαστικά.

Αυτά που μένουν

Θα μπορούσαμε επιγραμματικά να πούμε ότι εκείνο που θα μετρήσει, τουλάχιστον εξίσου, αν όχι περισσότερο από τα διαπραγματευτικά επιτεύγματα, είναι το κατά πόσο στο τέλος της τετραετίας θα έχει καταληφθεί θεσμικό, κοινωνικό και οικονομικό έργο, το οποίο η οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση θα είναι πολύ δύσκολο να αναιρέσει, χωρίς να συναντήσει τη σθεναρή αντίδραση των ωφελούμενων λαϊκών τάξεων.
Είναι αυτό ακριβώς που φοβούνται η ΝΔ και τα συμφέροντα που αυτή επιλέγει να εκφράσει. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι , κόντρα σε όλες τις ενδείξεις και τις ενδογενείς υποδείξεις (βλέπε παρέμβαση Μειμαράκη), επιμένουν στην ανεδαφική πια επιδίωξη ανατροπής της κυβέρνησης. Ο κ. Αδ. Γεωργιάδης εξέφρασε με σαφήνεια αυτά τα συμφέροντα, όταν έλεγε ότι δεν τον ενδιαφέρει να κλείσει η αξιολόγηση (που το θέλει ακόμα και ο προσκείμενος στη ΝΔ επιχειρηματικός κόσμος), αλλά να φύγει ο Τσίπρας. Το ίδιο είπε και ο κ. Μητσοτάκης, αλλά όχι έτσι άγαρμπα, όταν εξήγησε ότι (τώρα πια) αποσυνδέει την αξιολόγηση από το αίτημα για άμεσες εκλογές. Το κύριο για την ηγεσία της ΝΔ είναι να μείνει όσο γίνεται λιγότερο στη θέση της αυτή η ασύμφορη κυβέρνηση. Αυτό είναι που την καίει και τους καίει. Ο χρόνος μετράει σε βάρος όλων των συγκεκριμένων συμφερόντων, στο βαθμό που η σημερινή κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αφήσει το ριζοσπαστικό στίγμα της.
Το πρακτικό αποτέλεσμα πια και το μεγάλο όφελος είναι ότι στη διάθεση της κυβέρνησης θα βρίσκονται δυόμισι σχεδόν χρόνια. Θα ήταν πολύ μεγάλο λάθος όσων σχεδιάζουν το κυβερνητικό έργο και παρακολουθούν την πορεία της εκτέλεσής του, αν δεν ρίξουν το βάρος τους σ’ αυτόν ακριβώς το στόχο.

Τι φοβίζει τον αντίπαλο

Δείτε με πόση μανία πολεμούν και επιχειρούν να υπονομεύσουν κάθε προοδευτική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που μπορεί να αφήσει ανεξίτηλα ίχνη και μετά τη λήξη της τετραετίας. Πόσο λυσσώδεις επιθέσεις δέχονται όσοι στήριξαν την ψήφιση της απλής αναλογικής, όσοι αγγίζουν τις παθογένειες της εκπαίδευσης ή του σωφρονιστικού συστήματος, την αδιαφάνεια των προμηθειών του δημοσίου και ιδίως στην υγεία, όσοι επιχειρούν να καταπολεμήσουν τη συστηματική υπεξαίρεση του ΦΠΑ και τη φοροδιαφυγή με τη χρήση πλαστικού χρήματος, όσοι επιχειρούν να πραγματοποιήσουν όνειρα αιώνος, όπως οι δασικοί χάρτες, ή όσοι πάνε να κάνουν βιώσιμο το συνταξιοδοτικό σύστημα διατηρώντας το δημόσιο και διανεμητικό χαρακτήρα του, όσους θέλουν να αλλάξουν προς το δημοκρατικότερο τους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, να επαναφέρουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, να στεριώσουν τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής οικονομίας, να βάλουν τάξη στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο και στις άνομες σχέσεις του με το τραπεζικό σύστημα, ή να ορθώσουν οδοφράγματα στις λεωφόρους της μίζας στα εξοπλιστικά –για να αναφερθούμε μόνο σε μερικά ζητήματα που βρίσκονται στην επικαιρότητα.
Σ’ αυτό το πεδίο θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η κυβέρνηση, τόσο από το λαό όσο και από την ιστορία. Οι αντίπαλοι το γνωρίζουν. Αν το κλείσιμο της αξιολόγησης είναι ο αναγκαίος όρος, ο ικανός όρος είναι το θετικό πρόσημο σ’ έναν τέτοιο τελικό απολογισμό.


Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet