ntais

Εδώ που φτάσαμε, έχουμε αρχίσει να ανησυχούμε περισσότερο με τις αισιόδοξες προβλέψεις για ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης, παρά με τις απαισιόδοξες. Κι αυτό γιατί, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, κάθε φορά που υποτίθεται ότι φτάνουμε στο κλείσιμο της αξιολόγησης και της συμφωνίας με τους δανειστές, πάντοτε την τελευταία στιγμή κάτι προκύπτει και η ολοκλήρωση αναβάλλεται, η διαπραγμάτευση σέρνεται, η κοινωνία ταλαιπωρείται και αγωνιά, και η δυνατότητα της οικονομίας να ανακάμψει στομώνει μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα.
Δεν γίναμε ξαφνικά οπαδοί της όπως – όπως συμφωνίας. Η πιο πάνω διαπίστωση μας οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Απλά, η λογική των καθυστερήσεων, που φαίνεται ότι δεν είναι απλά μια τακτική των δανειστών, ενέχει τον σοβαρότατο κίνδυνο να φτάσουμε σέρνοντας στο μη παρέκει, δηλαδή στη χρονική στιγμή που θα απαιτηθεί η καταβολή της θερινής δόσης. Κι αυτό είναι δύο φορές κακό.
Πρώτα απ’ όλα γιατί τότε, με το μαχαίρι στο λαιμό, υπάρχει ο σαφής κίνδυνος να αναγκαστείς να συμφωνήσεις για πράγματα που ούτε φαντάζεσαι. Κατά δεύτερον, γιατί, καθώς πλησιάζεις στο μη παρέκει, πιέζεσαι να κάνεις νωρίτερα υποχωρήσεις, για να μη φτάσεις σ’ εκείνη την κρίσιμη στιγμή, που ακόμη και η διαπραγματευτική ομάδα φαντάζομαι θεωρεί τη χειρότερη για το κλείσιμο οποιασδήποτε συμφωνίας.

Απαισιόδοξη αισιοδοξία

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, είναι σε γενικές γραμμές γνωστό πού ακριβώς κατάληξε η Ευρωομάδα της Μάλτας. Όμως, όλα όσα έχουν προηγηθεί –οι αλληλοαναιρούμενες δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων, εκπροσώπων του ΔΝΤ, σιβυλλικές δηλώσεις του Σόιμπλε, καθησυχαστικές τηλεφωνικές συνομιλίες με τη Μέρκελ, αθέμιτες συναντήσεις του Ντάισελμπλουμ με τον μέντορά του υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας την τελευταία στιγμή– όλα, λοιπόν, προϊδεάζουν για μια διαδικασία που παρά τη συμφωνία στους «πυλώνες» μπορεί να τραβήξει τη διαπραγμάτευση σε μάκρος. Σε επικίνδυνο μάκρος. Και, μάλιστα, να οδηγήσει στο ενδεχόμενο να ζητηθεί από την ελληνική κυβέρνηση να συναινέσει σε μια τελική κατάληξη χωρίς ικανοποιητική πρόβλεψη για την εκκρεμότητα των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος.

Ρητά και σαφή όρια

Επείγει, συνεπώς, ειδικότερα αυτή τη στιγμή να χαραχθούν όρια. Όρια χρονικά και επί της ουσίας. Από την ίδια αυτή σελίδα της «Ε» έχει διατυπωθεί η γνώμη πως στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να ξεκινάς μια διαπραγμάτευση, πολύ περισσότερο τέτοιου είδους, έχοντας εκ των προτέρων χαράξει αμετάθετες «κόκκινες γραμμές». Για τον απλό λόγο ότι η ίδια η εξέλιξη της διαπραγμάτευσης καταγράφει τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης, από τον οποίο εξαρτάται και η τελική κατάληξη. Δεν πρόκειται για ένα είδος κυνικού πραγματισμού, αλλά για προειδοποίηση, που λέει ότι η κατάχρηση του όρου υπάρχει κίνδυνος να εξαλείψει τις πραγματικές και αναγκαίες «κόκκινες γραμμές». Δηλαδή, το σημείο πέρα από το οποίο χάνεται κάθε δυνατότητα εξασφάλισης ουσιαστικών περιθωρίων να επωφεληθείς, και εσύ και η κοινωνία, ακόμη κι από έναν επώδυνο συμβιβασμό.
Ακριβώς επειδή υπάρχουν τα κακά προηγούμενα, πρέπει να γίνει σαφές προς όλους εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης ότι άλλο Πάσχα και άλλο… Δεκαπενταύγουστος. Αν επιτρέψει με τη στάση της να περάσει άπρακτος ο Απρίλιος, τότε τα περιθώρια για οποιεσδήποτε άλλες κινήσεις πέρα από τη μοιρολατρική προσμονή όποιας τελικής συμφωνίας περιορίζονται καταλυτικά.
Αν, για παράδειγμα, μπροστά σε νέες καθυστερήσεις ή κωλυσιεργίες η ελληνική κυβέρνηση θελήσει να προσφύγει στην ετυμηγορία του λαού, τότε η εκλογική διαδικασία δεν μπορεί να γίνει πολύ κοντά στον Ιούλιο, γιατί διαφορετικά θα διεξαχθεί υπό εκβιαστικές συνθήκες. Και στο μεσοδιάστημα θα πρέπει να υπάρχει επαρκές χρονικό περιθώριο, ώστε η κυβέρνηση με νομοθετικό έργο να αφήσει τα ίχνη μιας πολιτικής που αποδεικνύει ότι ενδιαφέρεται για την προστασία των πιο αδύνατων, των ανθρώπων της δουλειάς και, επίσης, των νέων. Και τέτοιες κινήσεις δεν γίνονται σε μια-δύο βδομάδες.

Τα εκ των ων ουκ άνευ

Πέρα από το χρονικό όριο, όμως, η ελληνική κυβέρνηση χρειάζεται να έχει εξειδικεύσει πολύ συγκεκριμένα το δικό της «μη παρέκει». Με τρόπο που να το καθιστά αμετάθετο. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να έχει αποτέλεσμα, και από την άποψη της στρατηγικής στόχευσής της, αλλά και από τακτική άποψη. Μπορεί, για παράδειγμα, να διανοηθεί κανείς συμφωνία που δεν θα προβλέπει επαναφορά του καταργημένου από τις προηγούμενες κυβερνήσεις θεσμικού πλαισίου για τις εργασιακές σχέσεις; Μπορεί, επίσης για παράδειγμα, να διανοηθεί κανείς συμφωνία χωρίς μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, δηλαδή χωρίς «ποσοτική χαλάρωση», χωρίς εκτίμηση της βιωσιμότητάς του και επομένως αποδέσμευση από την ανάγκη προσφυγής πάλι σε δανεισμό από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό ή το ΔΝΤ;
Σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε άλλο από μια καθαρή εξήγηση ενώπιον του ελληνικού λαού, προκειμένου ο ίδιος να αποφασίσει για την τύχη του. Διότι μια τέτοια εξέλιξη θα σημαίνει ότι από την πλευρά των δανειστών, με τις όποιες εσωτερικές αντιθέσεις και αντιφάσεις τους, και με διαφορετικό βαθμό ευθύνης για τον καθένα, δεν υπάρχει διάθεση, τελικά, να αντιμετωπιστούν τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, αλλά και τα πραγματικά διακυβεύματα σε μια Ευρώπη που μαστίζεται από τη λιτότητα και απειλείται από την αναδίπλωση στην «ασφάλεια» του εθνικού απομονωτισμού.
Με άλλα λόγια, θα έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί και τα ελάχιστα περιθώρια, που θα ήταν δυνατόν να συντηρήσουν στις συνειδήσεις μας και στις συνειδήσεις των λαϊκών στρωμάτων την ελπίδα ότι μπορούμε και στις αντικειμενικά αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζουμε, να αγωνιστούμε για μια έξοδο από την κρίση με την κοινωνία όρθια. Δηλαδή, να εκπληρώσει ο ΣΥΡΙΖΑ μια αποστολή που όχι μόνο έχει αναλάβει, αλλά έχει πιστέψει ότι μπορεί να φέρει σε πέρας.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet