rapidis

Του Δημήτρη Ραπίδη*

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για τη συνταγματική αναθεώρηση στην Τουρκία δεν αποτελεί ακριβώς νίκη για τον Ερντογάν. Αποτελεί περισσότερο αντανάκλαση μιας ήδη βαθιά διχασμένης κοινωνίας, όπου το 50% του εκλογικού σώματος ακολουθεί πιστά και υποστηρίζει το πολιτικό πλαίσιο του κυβερνώντος κόμματος και του προέδρου, και το άλλο 50% επιθυμεί διακαώς την επιστροφή στις δημοκρατικές ελευθερίες, στο κράτος δικαίου και στην κοινωνική ειρήνη.
Το ποσοστό του «Όχι» θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερο. Πέρα από τις πολύ ανησυχητικές κατηγορίες για νοθεία, είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η αντιπολίτευση που υποστήριξε την καμπάνια, δηλαδή το CHP και το HDP, δεν κατάφερε να αντιπαρατεθεί πειστικά στο δημόσιο διάλογο με το στρατόπεδο του «Ναι». Σαφώς και υπήρχαν αντικειμενικά εμπόδια, όπως η ανελευθερία του Τύπου, η δυσκολία αναζήτησης «καναλιών» ελεύθερης διακίνησης ιδεών και ανάπτυξης υγιούς πολιτικού διαλόγου, το καθεστώς επιβολής και οι κάθε είδους περιορισμοί που θέτει η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης της χώρας, ωστόσο υπήρχε αρκετός «χώρος» δράσης και πολλά «εργαλεία» αποτελεσματικής πολιτικής εκστρατείας, κυρίως μέσα από το διαδίκτυο. Αυτά τα εργαλεία δεν αξιοποιήθηκαν αποτελεσματικά.
Κατά συνέπεια, οι τούρκοι πολίτες που ψήφισαν «Όχι» σήκωσαν σιωπηλά το βάρος της καμπάνιας, χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη στήριξη και κάλυψη από την αντιπολίτευση. Και εάν αυτή η έλλειψη στήριξης ήταν σχεδόν αναπόφευκτη για το διωκόμενο ΗDP, δεν ισχύει το ίδιο για το CHP και την πολιτική του ηγεσία.

Οι συλλογικές πρωτοβουλίες του «Όχι»

Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκαν συλλογικότητες σε πολλές περιοχές στα μεγάλα αστικά κέντρα, που ήρθαν να καλύψουν το κενό δράσης και κινητοποίησης. Η διακίνηση της ενημέρωσης και οι ζυμώσεις έγιναν με παραδοσιακούς τρόπους, από «στόμα σε στόμα», σε μικρούς χώρους συγκέντρωσης, με τη συμβολή κινημάτων αλληλεγγύης, εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών σχηματισμών και κομμάτων της κομμουνιστικής, ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς.
Ανάλογη στήριξη της προσπάθειας υπήρξε από ακαδημαϊκούς, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, που καθ΄όλη την περίοδο που ακολούθησε το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου και την αυστηροποίηση των πολιτικών της κυβέρνησης στο εσωτερικό, τήρησαν στάση αναμονής, αποστασιοποιήθηκαν από το κεμαλικό CHP και δεν τάχθηκαν ανοιχτά ενάντια στο ΑΚΡ και τον Ερντογάν.
Το σύνολο όλων αυτών των δρώντων, σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, μπορεί να αποτελέσει τη «μαγιά» για την ενίσχυση των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων που δεν αρκούνται πλέον στον αυτοπροσδιορισμό του CHP ως φορέα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της σοσιαλδημοκρατίας στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο και με τις ιδιαιτερότητες της τουρκικής δημοκρατίας.

Με αφετηρία το πάρκο Γκεζί

Το αντικυβερνητικό κίνημα που αναπτύχθηκε και εκδηλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, με αφορμή τις μεγάλες και αιματηρές διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί της πλατείας Τακσίμ στην Κωσταντινούπολη, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2013, οργανώνεται πιο μεθοδικά και συστηματικά. Το πέρασμα από τη σιωπηρή αντίσταση στην κινητοποίηση και στη μαζικότητα του κινήματος φαίνεται να πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες. Μικρές σε κλίμακα, αλλά πολλές σε αριθμό πορείες διαμαρτυρίας πραγματοποιούνται από την περασμένη Κυριακή στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα.
Το ζητούμενο για το επόμενο διάστημα είναι πώς θα καταφέρουν όλες αυτές οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, τα συνδικάτα, οι ενώσεις νέων, τα επιμελητήρια να κεφαλαιοποιήσουν την οργή και δυσαρέσκεια, να εκφραστούν πολιτικά, να καταφέρουν σταδιακά να αλλάξουν τους συσχετισμούς δυνάμεων «από τα κάτω» και να εμφανιστούν ισχυρά και οργανωμένα στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό για όλες αυτές τις δυνάμεις.

*Πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet