Η Τουρκία των τριών διχοτομικών

moudouros

Τη συνέντευξη πήρε ο Πέτρος Κοντές

Στις πρώτες αναλύσεις η νίκη του Ερντογάν χαρακτηρίστηκε ως «πύρρειος», ενώ κυβερνητικά στελέχη έκριναν το αποτέλεσμα κατώτερο του αναμενόμενου. Ωστόσο, μετά το δημοψήφισμα εμφανίζεται αποφασισμένος σε ό,τι αφορά την υλοποίηση της ατζέντας του. Πόσο ενισχυμένος βγαίνει από το δημοψήφισμα αυτό; Το αποτέλεσμα είναι αρκετό για να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν;
Σε ένα πρώτο επίπεδο θα πρέπει να κρίνουμε την ενίσχυση του Ερντογάν στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας και δευτερευόντως στο κατά πόσο αυτή αντικατοπτρίζεται, στο βαθμό που ο ίδιος επιδιώκει, σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Αφενός, έστω και με μικρή διαφορά —περίπου ένα εκατομμύριο ψήφους— κατάφερε να επιβάλει το για πάρα πολλά χρόνια πάγιο αίτημα του ισλαμικού τουρκικού κινήματος, δηλαδή τη μετάβαση στο προεδρικό πολίτευμα που χαρακτηρίζεται από την ενότητα και όχι τη διάκριση των εξουσιών με ταυτόχρονη απουσία των ισχυρών ελέγχων και ισορροπιών (ανεξάρτητη και ενισχυμένη λειτουργία βουλής και δικαστικού συστήματος) των κλασικών προεδρικών συστημάτων σε χώρες με αντίστοιχη παράδοση. Επομένως, στο θεσμικό επίπεδο ο Ερντογάν κατήγαγε νίκη, έστω και με μικρή διαφορά.
Στο επίπεδο της κοινωνίας, των ευρύτερων κοινωνικών μετατοπίσεων, των υπόγειων ρευμάτων αν θέλετε, τα πράγματα δυσκολεύουν για τον ίδιο, καθώς έχουμε μπροστά μας ένα προεδρικό σύστημα σε μια «Τουρκία των τριών εθνών», των τριών μεγάλων, διακριτών πληθυσμιακών ομάδων πολιτισμικά, πολιτικά και οικονομικά. Στο χάρτη των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος παρατηρεί κανείς την ίδια εικόνα πολύπλοκης πόλωσης που επικρατεί από το 2010 και μετά: οικονομικής, άρα κοινωνικής και ταξικής, πολιτισμικής σε επίπεδο ταυτοτήτων, και πολιτικής σε ό,τι αφορά την επιλογή κομμάτων και πολιτικών στρατηγικών. Ουσιαστικά στην κοινωνία βλέπουμε τρεις διχοτομικές εκφράσεις της τουρκικής κοινωνίας: τις φτωχότερες νοτιοανατολικές περιοχές που συσπειρώνονται γύρω από την κουρδική ταυτότητα, τις πιο ανεπτυγμένες οικονομικά και μορφωτικά/πολιτισμικά δυτικές περιοχές, που συσπειρώνεται η κοσμική ταυτότητα της Τουρκίας, και την τεράστια, αναπτυσσόμενη περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας και Μαύρης Θάλασσας, που διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας την τελευταία εικοσαετία, στην οποία παρατηρεί κανείς την ισλαμοτουρκική σύνθεση, την τεράστια μερίδα της συντηρητικής δεξιάς που αποτελεί και το πλειοψηφικό ρεύμα της χώρας, στο οποίο χτίζεται το «κεντρικό έθνος», το προεδρικό σύστημα.

Η αντιπολίτευση της χώρας, τόσο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα όσο και το HDP, αδυνατεί να εκφράσει τα υπόγεια ρεύματα στα οποία αναφερθήκατε με τρόπο πλειοψηφικό. Μετά το δημοψήφισμα ο στόχος της ποιος είναι; Υπάρχει περιθώριο να ανατραπεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ή πρόκειται για μια τακτική που σκοπεύει στη συγκρότηση ενός δημοκρατικού πόλου;
Η απάντηση έχει, επίσης, δύο σκέλη. Το ένα βασίζεται στην προαναφερθείσα ιδεολογική και πολιτισμική πόλωση της χώρας, τις τρεις διαφορετικές ταυτότητες που αντικατοπτρίζονται και σε οικονομικό επίπεδο. Το μέτωπο του «ΟΧΙ», επομένως, δεν είναι ένα ομοιογενές σύνολο που να συμφωνεί σε βασικούς πολιτικούς στόχους, ιδιαίτερα για τη διαχείριση του νέου πολιτεύματος, την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά κυρίως το κουρδικό πρόβλημα και την επέκταση της τουρκικής επιρροής στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Εκεί η αντιπολίτευση δεν μπορεί να εκφραστεί ενιαία, όπως στο δημοψήφισμα. Η πολυδιάσπαση και η ανομοιογένεια πολιτικών στόχων της αποτελεί ένα στρατηγικό πλεονέκτημα του Ερντογάν.
Δεύτερον, παρά το γεγονός ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ήδη από τις εκλογές του Ιουνίου του 2015 έδειξε τη πρόθεση να μετατοπίσει την πολιτική αντιπαράθεση από τον άξονα θρησκείας-κοσμικότητας στα πολυπλοκότερα θέματα της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και των εναλλακτικών πολιτικών, τακτική που συνέχισε και στο δημοψήφισμα, η επιλογή της αποκλειστικά δικαστικής αμφισβήτησης του αποτελέσματος επανέφερε στη μνήμη ενός μεγάλου τμήματος της τουρκικής κοινωνίας την παλιά, ελιτίστικη νοοτροπία του κεμαλισμού, που ήθελε ουσιαστικά να εγκαθιδρύσει μια κηδεμονία έναντι των δημοκρατικών δυνάμεων της κοινωνίας. Ίσως μια σωστότερη τακτική του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να συνέχιζε την πολιτική αμφισβήτηση του δημοψηφίσματος. Δεν μπορεί να αναμένεται μια σοβαρή πρόθεση ανατροπής του αποτελέσματος από το δικαστικό σύστημα, καθώς ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από το κυβερνών κόμμα, αλλά προσωπικά από τον Ερντογάν.
Εκείνο που μένει αναπάντητο σύμφωνα με τις κινήσεις της αντιπολίτευσης και περιμένει απάντηση από τις κοινωνικές δυναμικές είναι κατά πόσο οι νέοι πρωταγωνιστές που θα προκύψουν την περίοδο εφαρμογής του νέου πολιτεύματος θα καταφέρουν είτε να σχηματίσουν νέα πολιτικά κόμματα είτε να μετασχηματίσουν τα υπάρχοντα σε σοβαρές πηγές αμφισβήτησης της διακυβέρνησης της χώρας. Ψήγματα αντιπολίτευσης υπάρχουν εντός της κεντροδεξιάς, ακόμα και μέσα από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης είτε κι από μια μεγάλη μερίδα της εθνικιστικής δεξιάς, του Κόμματος της Εθνικιστικής Δράσης. Στους κύκλους του ισλαμικού κινήματος της χώρας, όμως, στο παρόν στάδιο είναι αδύνατο να προχωρήσει μια οργανωμένη αμφισβήτηση του κυβερνώντος κόμματος. Μένει να δούμε τους επόμενους μήνες πώς θα κινηθεί η εσωκομματική αντιπολίτευση στο Κόμμα Εθνικιστικής Ενότητας. Θα προχωρήσει στο σχηματισμό ενός νέου πολιτικού σχηματισμού ή θα εξακολουθήσει την πολιτική αμφισβήτηση του Μπαχτσελί;
Τμήματα της κοινωνικής αντίδρασης αντιστοιχίζονται τόσο στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και στο Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, του πολιτικού κουρδικού κινήματος είναι, νομίζω η καταστολή και όχι τόσο η συσπείρωση των κούρδων ψηφοφόρων και η συμμαχία τους με ένα τμήμα της τουρκικής αριστεράς. Οργανωτικά το πολιτικό κίνημα των κουρδικών περιοχών έχει σχεδόν καταστραφεί, αρά εκεί αντιμετωπίζουμε μια προσπάθεια συνολικής αναδιοργάνωσης, όχι με νέο πολιτικό πρόγραμμα, αλλά με νέες οργανωτικές δομές ίσως. Από την άλλη το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα διακρίνεται για τις πολυδιασπάσεις του. Παρόλο που έμμεσα προσπάθησε και τα κατάφερε να ηγηθεί της προεκλογικής εκστρατείας του μετώπου του «ΟΧΙ», φαίνεται ότι λόγω των εσωτερικών του διαφωνιών δεν μπορεί να συνεχίσει.

Η διεθνής θέση της Τουρκίας

Το δημοψήφισμα θα επιφέρει ποιοτικές αλλαγές στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας ή πρόκειται για ένα ακόμα επεισόδιο στη μεταξύ τους διελκυστίνδας;
Θα συμφωνήσω με το δεύτερο. Το δημοψήφισμα και το πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας του δεν σηματοδοτεί κάτι νέο στις σχέσεις τους. Ίσως, όμως, αποτελεί την κορύφωση του τελευταίου σταδίου των διμερών τους σχέσεων. Από το 2011 και μετά, με το ξέσπασμα της αραβικής άνοιξης, βρισκόμαστε στην τρίτη φάση των σχέσεων των δύο μερών κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του AKP. Το πρώτο στάδιο, μεταξύ 2000-2005, χαρακτηριζόταν από μια εργαλειακή αφοσίωση στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας με τρόπο που θα κατοχύρωνε κάποιες μεταρρυθμίσεις και θα περιθωριοποιούσε το παλιο, κεμαλικό, στρατιωτικο-γραφειοκρατικό κεκτημένο στην Άγκυρα. Στη συνέχεια, μετά την οικονομική κρίση του 2008, η Τουρκία άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της περισσότερο ως ισότιμο εταίρο και όχι ως υποψήφιο κράτος-μέλος. Πλέον βρισκόμαστε στο στάδιο που η τουρκική εξουσία αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται μόνο για μια σχέση μεταξύ δύο ισότιμων εταίρων —με τα σκαμπανεβάσματά της— αλλά μεταξύ εκπροσώπων δύο αντίθετων κόσμων. Η Τουρκία φαντάζεται τον εαυτό της ως εκπρόσωπο του αναπτυσσόμενου κόσμου, πολιτισμικά και του μουσουλμανικού κόσμου, που διεκδικεί ισότητα στις διεθνείς σχέσεις, μεγαλύτερο μερίδιο στην παγκόσμια οικονομία και σ’ αυτό το πλαίσιο αντιμετωπίζει και τις σχέσεις της με την ΕΕ. Τα ζητήματα του δημοψηφίσματος για την επαναφορά της θανατικής ποινής ή την προοπτική της ενταξιακής της πορείας είναι δύο ενδεχόμενα που μπορεί προς το παρόν να φαίνονται απομακρυσμένα, αλλά σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τα λάβουμε πάρα πολύ σοβαρά υπόψη ως πιθανότητες, μικρές ή μεγάλες, του επόμενου χρονικού διαστήματος.

Στη Συρία η Τουρκία με το βλέμμα στραμμένο στο κουρδικό της τμήμα, αλλά κυρίως επωφελούμενη από την αλλαγή στάσης των ΗΠΑ, φαίνεται να παίρνει καινούριες πρωτοβουλίες. Πώς πιστεύετε ότι θα εξελιχθεί η στάση της εκεί;
Η εξέλιξη της τουρκικής παρέμβασης στη Συρία και στο Ιράκ, αλλά και γενικά η υπόθεση της Μέσης Ανατολής, έχω την εντύπωση ότι παραμένει ανοικτή, διότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε ενώπιον της συνολικής κατάρρευσης των κοινωνιών, όπως τις ξέραμε για δεκαετίες. Έχω την εντύπωση ότι το παλιό πεθαίνει, αλλά το νέο δεν έχει ακόμα γεννηθεί, δεν έχει πάρει τη θέση του στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη ή στις περιφερειακές ισορροπίες. Λόγω αυτών των τεκτονικών αλλαγών η Τουρκία προσπαθεί με κάθε τρόπο να είναι μέρος της οικοδόμησης της νέας κατάστασης πραγμάτων που θα επικρατήσει σε λίγα χρόνια. Με αυτό κατά νου, δεν είναι απίθανο να δούμε την Τουρκία να συνεχίζει να εκβιάζει και να προκαλεί πίεση με τις πρωτοβουλίες της τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Μόσχα με επίκεντρο την κατάσταση του πολιτικού κουρδικού κινήματος, του οποίου η βαρύτητα φαίνεται να μεταφέρεται στα εδάφη της Βόρειας Συρίας. Έχοντας κατά νου τον πρώτο στρατηγικό στόχο της Τουρκίας, που είναι η διακοπή της ανοδικής πορείας της κουρδικής αυτονόμησης στο γεωγραφικό της χώρο, μπορούμε να υπολογίσουμε ότι θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται με επεμβατικό τρόπο και να διεκδικεί την κατοχύρωση του πολιτικού της πλέον ρόλου —όχι απόλυτα του στρατιωτικού— σε ζητήματα κρίσιμης σημασίας, όπως το μέλλον της Ράκα, έχοντας στόχο την ευρύτερη σουνιτική ζώνη της περιοχής. Αυτό αφορά τα εδάφη και του Ιράκ και της Συρίας και η επιτυχία της τουρκικής επιρροής στο σουνιτικό στοιχείο θα εξαρτηθεί στην εξασφάλιση συναινέσεων είτε από τις ΗΠΑ είτε από τη Μόσχα.

Η αρνητική δημοψηφισματική ψήφος των εποίκων στα βόρεια εδάφη της Κύπρου αποτελεί στοιχείο της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στην επιθυμία της τουρκοκυπριακής κοινωνίας για επίλυση του Κυπριακού ζητήματος και τη στρατηγική επιλογή του Ερντογάν;

Βεβαίως υπάρχει διάσταση μεταξύ ενός πολύ μεγάλου μέρους της τουρκοκυπριακής κοινότητας και των πολιτικών που αναπτύσσει η Άγκυρα τα τελευταία χρόνια και σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις, αλλά ιδιαίτερα σε σχέση με το δομικό μετασχηματισμό στα βόρεια εδάφη της Κύπρου. Σε ότι αφορά τις κοινωνικές αλλαγές που καταγράφονται στην κοινωνία των εποίκων στα βόρεια εδάφη της Κύπρου, όντως επικράτησε το «ΟΧΙ». Μια ακόμα παρατήρηση είναι ότι η προσέλευση ήταν πολύ χαμηλή, μόνο 42% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων τούρκων ή κούρδων εποίκων που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι υπάρχει μια ισχυρή κουρδική αντιπολίτευση ανάμεσα στους εποίκους, χωρίς να αποκλείονται και άλλα αντιπολιτευτικά προς την Άγκυρα κοινωνικά τμήματα. Μια άλλη παρατήρηση είναι ότι με τα χρόνια της παραμονής των εποίκων στην Κύπρο εκφράζονται διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα και πολιτικές προσεγγίσεις σε διάφορα ζητήματα μεταξύ εποίκων και Τουρκίας, διότι, ένα πάρα πολύ μεγάλο τμήμα τους βρίσκεται εκεί 40 χρόνια, άρα έχουν πάρα πολύ διαφορετικά ερεθίσματα, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει οριστική αποκοπή.

Δεν κυριαρχεί το ζήτημα Αϊντε στις διαπραγματεύσεις

Έχει προκύψει ένα ζήτημα με τον ειδικό σύμβουλο του Ο.Η.Ε και τη στάση που κρατά σε σχέση με την Τουρκία στις συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού. Η κυπριακή κυβέρνηση φαίνεται ότι με χαμηλότερους τόνους συμφωνεί με την κριτική που δέχεται ο κ. Αϊντε. Η στάση αυτή είναι κοινή σε όλο το πολιτικό φάσμα της ελληνοκυπριακής πλευράς;
Υπάρχουν απόψεις τέτοιου είδους στο σύνολο, θα μπορούσαμε να πούμε, του κομματικού συστήματος της ελληνοκυπριακής πλευράς, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν διαφορετικοί τόνοι στην κριτική έναντι του ειδικού αντιπροσώπου. Για να είμαστε ειλικρινείς, όμως, το ζήτημα που κυριαρχεί στις διαπραγματεύσεις δεν είναι αυτό που έχει προκύψει με τον Αϊντε και το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, απ’ ότι αντιλαμβάνομαι, το τελευταίο χρονικό διάστημα. Η κρισιμότερη πραγματικότητα συγκροτείται ουσιαστικά από την πρόσφατη διακοπή των συνομιλιών και τα προβλήματα που προκύπτουν με την επανέναρξη τους. Φαίνεται ότι μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ των δύο ηγετών, γεγονός που μας φέρνει πιο πίσω από το σημείο που διακοπής των συνομιλιών, δηλαδή από ένα σημείο στο οποίο υπήρχε στον ορίζοντα η διάσκεψη της Γενεύης, και η εμπλοκή της Άγκυρας στα κρίσιμα για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματα της ασφάλεια και των εγγυήσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κύπριων ηγετών και να αυξάνεται η απαισιοδοξία στην κοινωνία. Το σημαντικό είναι ότι σε στιγμές κρίσεως, στασιμότητας των διαπραγματεύσεων, πολλαπλασιάζονται οι πιέσεις της Άγκυρας προς την τουρκοκυπριακή πλευρά. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει το επόμενο χρονικό διάστημα η αύξηση των πιέσεων προς τους τουρκοκύπριους σε ζητήματα όπως η παραχώρηση νέων υπηκοοτήτων σε εποίκους ή η ενίσχυση της καθόδου τουρκικών κεφαλαίων σε επιχειρηματικές δραστηριότητες στη Βόρεια Κύπρο.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet