Με το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και την τεχνική συμφωνία που μονογραφήθηκε, έγινε ένα σημαντικό βήμα στη μακρά και πολύ οδυνηρή πορεία εξόδου της χώρας από την επιτροπεία και το μνημόνιο. Το βαρύ φορτίο της, ιδίως τα πρόσθετα μέτρα που ζητήθηκαν και τελικά επιβλήθηκαν, ενώ δεν συμπεριλαμβάνονταν στο τρίτο μνημόνιο, δημιουργούν τη βάσιμη ανησυχία στους πολίτες ότι η δυνατότητα των δανειστών να προσθέτουν νέους όρους κάθε φορά που η ελληνική πλευρά θα βρίσκεται σε δυσκολία ή θα φθάνει η στιγμή να υλοποιηθεί μια πτυχή της συμφωνίας, θετική για μας, είναι πραγματική και διαρκής.
Αυτός είναι και ο λόγος που η αποτίμηση της συμφωνίας από την κυβέρνηση υπήρξε αρκετά προσεκτική αυτή τη φορά, όπως φάνηκε και από την ομιλία του πρωθυπουργού στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. «Δεν θα κρύψουμε», είπε ο Αλέξης Τσίπρας, «ότι όπως σε κάθε συμφωνία, η οποία εμπεριέχει το στοιχείο του συμβιβασμού, και ειδικότερα συμβιβασμού μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο από το οποίο παλεύουμε να φύγουμε, να ξεφύγουμε, από το μνημονιακό πλαίσιο δηλαδή, υπάρχουν σημεία που δεν αποτελούν επιλογή μας, ούτε θα αποτελέσουν ποτέ».
Και θυμίζοντας την τραγική αφετηρία του καλοκαιριού του 2015, όπου υπήρξε συμφωνία «ως αποτέλεσμα ενός σκληρού συμβιβασμού, με αντικείμενο την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη», χαρακτήρισε τη σημερινή συμφωνία —«που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχει δυσκολίες»— ότι «έχει τις λιγότερες δυνατές πληγές, δεδομένων των συσχετισμών μέσα στους οποίους παλεύουμε».

Ανοιχτό και μπροστά μας το χρέος

Ασφαλώς, ένα σοβαρό μέρος από την επιδιωκόμενη συνολική συμφωνία, τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, είναι ακόμη μπροστά μας και ανήσυχα ανοιχτό. Το πιο πιθανό είναι η συμφωνία μεταξύ ΔΝΤ-Γερμανίας, τελικά, παρά τα κενά της και κυρίως τις αβεβαιότητές της, διότι θα αφήσει τη συγκεκριμενοποίησή τους για το 2018, να διαμορφώσει τη βάση για να κριθεί το χρέος βιώσιμο, τόσο που να μπορεί η ΕΚΤ του κ. Ντράγκι να εντάξει την Ελλάδα στα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης. Θα διαμορφωθεί, λοιπόν, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορεί να κινηθεί η κυβέρνηση και η χώρα σε μια αναπτυξιακή πορεία.

Σαφές ξεκαθάρισμα

Ωστόσο, τα πράγματα δεν θα είναι και μετά τη συμφωνία καθόλου εύκολα και έχει ενδιαφέρον που το σημείωσε αυτό ο ίδιος ο πρωθυπουργός. «Ο κύκλος της ύφεσης και της αβεβαιότητας, ξέρετε, δεν θα κλείσει, απλά επειδή κλείνει η αξιολόγηση και ρυθμίζεται το χρέος». «Χρειάζεται σκληρή δουλειά, σοβαρός προγραμματισμός και συντονισμός, ιεραρχήσεις, αλλά και συγκρούσεις».
Πρόκειται για ένα σαφές ξεκαθάρισμα που έπρεπε να γίνει, ακριβώς, αυτή τη στιγμή που φαίνεται να κλείνει ένας κύκλος και να ανοίγει άλλος. Έπρεπε με όλη την ευθύνη να σταθμιστούν οι δυσκολίες και οι δυνατότητες, χωρίς εξωραϊσμούς, που δεν έλειψαν από την πολιτική επικοινωνία που ακολουθούσε συχνά η κυβέρνηση και την έβλαψε αισθητά. Καμιά υπερβολή, επίσης, δεν χρειάζεται και στην αποτίμηση του έργου που έχει υπάρξει έως τώρα.
Μετά τι συμφωνία, όμως, τι; Πώς θα οργανώσει τη δουλειά της η κυβέρνηση, πώς θα οργανώσει την παρέμβασή του το κόμμα που την έφερε στην εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ; «Από την επόμενη μέρα και της τυπικής ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, είμαστε υποχρεωμένοι, χωρίς δικαιολογίες, να ξεκινήσουμε την υλοποίηση ενός ουσιαστικού και μακρόπνοου στρατηγικού σχεδιασμού», παρατήρησε ο Α. Τσίπρας, έχοντας προφανώς επίγνωση των σοβαρών προβλημάτων που έχουν παρατηρηθεί στο κυβερνητικό, ιδίως, έργο, το οποίο, τόνισε σε άλλο σημείο, είναι πολύ λίγο σε σύγκριση με ό,τι οραματιζόμαστε, με όσα θέλουμε να υλοποιήσουμε.

Απαραίτητος όρος

Εφόσον ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία και έχουμε εικόνα και των μέτρων για το χρέος, είναι εντελώς απαραίτητη μια συζήτηση για τη διαδρομή κυβέρνησης και κόμματος, όπως και για το σχεδιασμό της δουλειάς για την επόμενη μέρα. Είναι ένας όρος απαραίτητος για να πάει μπροστά η προσπάθεια. Αυτή η συζήτηση, όμως, πρέπει να διαπεράσει όλο το κόμμα και το κοινωνικό του περιβάλλον. Να είναι μια συζήτηση ειλικρινής, χωρίς αποσιωπήσεις και εξωραϊσμούς, συζήτηση ελεύθερη. Αυτό εξάλλου έχει λείψει έως τώρα, όχι μόνο λόγω του άγχους και των περισπάσεων που δημιουργούν οι διαπραγματεύσεις, αλλά και διότι αυτή ήταν η πρακτική της ηγεσίας, διαφόρων επιπέδων. Όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, οι ηγεσίες έχουν την τάση να ξεχνούν, να αποφεύγουν και να μην διευκολύνουν τη συμμετοχή των μελών και φίλων της συλλογικότητας.
Όποιος και όποια νομίζουν ότι μπροστά μας ανοίγεται μια εύκολη διαδρομή, κάνει μέγιστο λάθος. Η αντιπολίτευση έχει ένα γερό χαρτί στα χέρια της, που είναι τα πρόσθετα μέτρα για το 2019-2020 και τα υψηλά —τερατώδη— πλεονάσματα, που θα διαρκέσουν μάλλον έως και το 2022. θα μπορεί άνετα να μιλά για τέταρτο μνημόνιο και από ένα μέρος του κόσμου θα γίνεται αποδεκτό.
Η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας στην πλάτη μια πολιτική που τους επιβλήθηκε και είναι στα όρια των πεποιθήσεων της Αριστεράς, έχει μόνο ένα όπλο για να αντιμετωπίσει αυτή τη δύσκολη θέση: να παράξει πλούσιο έργο ως μία αριστερή δύναμη. Διότι σε αυτό το σημείο υπήρξε υστέρηση έως τώρα, πέρα από τα εμπόδια που δημιουργούσε το μνημόνιο και σε ένα βαθμό θα συνεχιστούν.

Παύλος Κλαυδιανός

 

 

 

Η ΝΔ σε σύγχυση

 

Τα λάθη με τους αριθμούς που αφορούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι αντιφάσεις που σημειώθηκαν στις τοποθετήσεις του προέδρου της ΝΔ, κ. Κ. Μητσοτάκη, και στις επίσημες ανακοινώσεις του κόμματος, δεν είναι καθόλου αριθμητικά, αλλά πολιτικά. Έχουν δε δύο αιτίες. Η πιο βασική είναι η προβλεπόμενη αμηχανία της ΝΔ, όταν βρεθεί μπροστά στο δίλημμα να ψηφίσει ή όχι τα θετικά αντίμετρα στη Βουλή. Μπορεί να πειθαρχήσουν οι βουλευτές της στη σκληρή γραμμή «είναι ψίχουλα, δεν τα ψηφίζουμε», ωστόσο σίγουρα οι υπόγειες διαφωνίες θα είναι γεγονός και όχι χωρίς συνέπειες για την ευστάθεια της ηγετικής ομάδας Μητσοτάκη. Η δεύτερη αιτία είναι το τραύμα από την καταψήφιση της ενίσχυσης στους συνταξιούχους στο τέλος του 2016.
Υπό πίεση, λοιπόν, ο Κ. Μητσοτάκης έκανε την πρόταση να επιστρέψει τώρα η κυβέρνηση ένα 0,5% του ΑΕΠ στην κοινωνία, εφόσον είχε τόσο μεγάλο πλεόνασμα και να μην περιμένει τα αντίμετρα –που λέει, ωστόσο, ψίχουλα– το 2019. Συρροή λαθών και τι πιο εύκολο για τον Ευκλείδη Τσακαλώτο να σχολιάσει την πρόταση ανάλογα. Πρώτον, είπε, αυτή η δαπάνη, αν γινόταν, θα καταγραφόταν το 2017, άρα θα μείωνε το πρωτογενές πλεόνασμα γι’ αυτό το έτος, όταν η ΝΔ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι δεν θα πιαστεί ο μνημονιακός στόχος. «Η κυβέρνηση, έδωσε τα 620 εκατ. ευρώ στους χαμηλοσυνταξιούχους το 2016, γιατί το ποσό δεν μπορούσε να δαπανηθεί εντός του 2017. Τότε που μπορούσε η ΝΔ, δεν ψήφισε τα μέτρα». Δεύτερον, πρόσθεσε, «τα πλεονάσματα δεν χάνονται, ούτε εξαφανίζονται, επειδή δεν μεταφέρονται! Μια υπεραπόδοση μπορεί να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο, αν οφείλεται σε μόνιμους και όχι έκτακτους παράγοντες». Αν σήμερα αναγνωρίζει το λάθος του ο πρόεδρος της ΝΔ, σημείωσε ο υπουργός, «υπάρχουν τα θετικά μέτρα που μπορεί κάλλιστα να υπερψηφίσει στη Βουλή, και ας καταγγείλει τον ΣΥΡΙΖΑ και όλα τα υπόλοιπα μέτρα».
Η απάντηση της ΝΔ ότι η άρνηση της κυβέρνησης να δεχθεί την πρόταση του προέδρου της προδίδει τον φόβο της πως δεν θα πιαστούν τα πλεονάσματα το 2017, ότι η υπεραπόδοση δεν είναι μόνιμη, είναι εντελώς ασθενής. Αυτό, μάλιστα, την καθιστά, αν είναι έτσι, ένα ανεύθυνο κόμμα και όχι κόμμα που διεκδικεί, άμεσα, την κυβέρνηση.
Ο ισχυρισμός, τελικά, κύκλων της ΝΔ ότι μια χαρά λειτούργησε η πρόταση του προέδρου της, διότι δίνει επιχειρήματα στους βουλευτές της κατά τη συζήτηση και στη δύσκολη ψηφοφορία στη Βουλή, είναι εντελώς μετέωρη. Όσο και αν καλύπτεται πίσω απ’ όλο και περισσότερο σκληρούς χαρακτηρισμούς εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα, η πολιτική της είναι γυμνή μπροστά στους πολίτες. Αυτό δεν μπορεί να το αποφύγει.


Π.Κ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet