Εκδήλωση του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών “ΕΝΑ”

ena-1

Το νεοϊδρυθέν Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών «ΕΝΑ» διοργάνωσε την περασμένη Πέμπτη την πρώτη του ανοιχτή εκδήλωση με θέμα «Ανάμεσα στις γαλλικές και γερμανικές εκλογές: οι προοπτικές για την Ευρώπη». Το «ΕΝΑ», όπως το παρουσίασε εκπρόσωπός του, είναι «μια ανεξάρτητη, ανοιχτή και δημοκρατική πρωτοβουλία νέων κατά βάση επιστημόνων, ένα βήμα ελεύθερου διαλόγου και ένας χώρος δημιουργίας και διάδοσης εναλλακτικών ιδεών, με τελικό στόχο το μετασχηματισμό τους σε εφαρμόσιμες θεωρίες τόσο στην Ελλάδα, όσο σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Επιθυμούμε να λειτουργήσουμε ως ένας σύγχρονος και καινοτόμος χώρος σκέψης, έρευνας και δράσης και πάντα με σεβασμό της ηθικής ευθύνης που πιστεύουμε ότι έχει ο επιστήμονας απέναντι στην κοινωνία. Η δράση μας, η οποία δεν θα είναι ουδέτερη αξιακά φιλοδοξεί να συμβάλει στον ξεκάθαρο και ουσιαστικό διαχωρισμό του ριζικά νέου από το όντως παλιό. Σκοπός μας δεν είναι η απλή περιγραφή και η κριτική μονάχα της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας που βιώνουμε, αλλά κυρίως η συμβολή στη διαμόρφωση μιας νέας εναλλακτικής πρότασης.»

 

Το πλαίσιο της συζήτησης έθεσε η Βάλια Αρανίτου, διευθύντρια του ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ και ιδρυτικό μέλος του «ΕΝΑ» κάνοντας μια σύντομη επισκόπηση της ευρωπαϊκής και διεθνούς πραγματικότητας και καταλήγοντας στα επίκαιρα ερωτήματα για το μέλλον της Ευρώπης:
«Η εναλλακτική πολιτική στο σύγχρονο κόσμο δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη τη διεθνή δυναμική. Γιατί είναι γνωστό ότι κοινωνικός μετασχηματισμός σε μια και μόνο χώρα, χωρίς τη διάδραση με το διεθνή συσχετισμό, μπορεί ενίοτε να απολήξει σε ένα παραλυτικό και ίσως καταστροφικό εγχείρημα. Αυτός είναι και ο λόγος που το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών επιλέγει σήμερα να ξεκινήσει τη δημόσια παρουσία του με αυτή τη συζήτηση, η οποία έχει σαφή και συγκριτική διάσταση.
Οι εκλογές αποτελούν ανέκαθεν την επιτομή και τη συμπύκνωση σύγχρονων και μακροχρόνιων πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και επικοινωνιακών διαδικασιών, οι οποίες έχουν προηγηθεί και συντελούνται σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Και πράγματι, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, οι εκλογές αποτέλεσαν κομβικά ιστορικά σημεία για τη διαμόρφωση πολιτικών εξελίξεων. Από τις διπλές εκλογές του 2015, το δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, έως τα δημοψηφίσματα στη Σκωτία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Brexit, την εκλογή Τραμπ και ό,τι προηγήθηκε αυτής στην Αμερική -εννοώ εδώ την εκστρατεία του Σάντερς για το χρίσμα των Δημοκρατικών- τις εκλογές στην Ολλανδία και την Αυστρία και βέβαια πρόσφατα τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία. Είδαμε, λοιπόν, να διαμορφώνεται ένα ολοένα μεταβαλλόμενο πολιτικό σκηνικό, που άλλοτε προβάλει καινοφανή γεγονότα και άλλοτε διανοίγει προοπτικές πολλαπλών κατευθύνσεων. Έτσι, για παράδειγμα, ως προς τις επικείμενες βρετανικές εκλογές της 8ης Ιούνη, οι οποίες προκηρύχθηκαν νωρίτερα από τον προβλεπόμενο χρόνο, διαφαίνονται εκπλήξεις και βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μια δυναμική που δεν προβλεπόταν, ακόμα και τη μέρα προκήρυξης των εκλογών. Επιπλέον, από την πρώτη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και έπειτα, ακολούθησε το σημαντικό ποσοστό των Ποδέμος στην Ισπανία, η κυβέρνηση των Σοσιαλιστών στην Πορτογαλία, με τη στήριξη κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς, και από την άλλη, μια αντίρροπη εξέλιξη, η επικράτηση ενός υπερκομματικού υποψηφίου στην Γαλλία. Όλα αυτά δίνουν μικρά και σαφή δείγματα εναργούς και έμπρακτης προσπάθειας των πολιτών για αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων πολιτικής εκπροσώπησης και εναλλακτικών τρόπων πολιτικής οργάνωσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύονται ορισμένα ερωτήματα: Πώς μπορεί να ανανεωθεί ένα χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα; Ποια μπορεί να είναι η αριστερή απάντηση σε αυτή την πρόκληση; Ποιος ο ρόλος της άκρας δεξιάς που εμφανίζεται ως δήθεν απάντηση σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία; Είναι προφανές ότι η έκβαση των πολιτικών αναμετρήσεων της άμεσης περιόδου θα καθορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Εάν δηλαδή αυτή θα βασίζεται στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο ή αν θα βασίζεται στο μοντέλο της ανταγωνιστικής λιτότητας. Τι Ευρώπη θέλουμε τελικά;
Στη συνάφεια αυτή, το διάστημα ανάμεσα στις γαλλικές και γερμανικές εκλογές οριοθετεί επί της ουσίας μια περίοδο πυκνή σε εξελίξεις και σε ερωτήματα για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ο άξονας Γαλλία-Γερμανία, ως ιδρυτική συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο των συζητήσεων, καθώς τα πολιτικά αποτελέσματα των εκλογών διαμορφώνουν και το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί η Ευρώπη τα επόμενα χρόνια. Την ίδια στιγμή, ο διάλογος για την Ευρώπη πολλών ταχυτήτων χαρτογραφεί διαφορετικές απόψεις για το βαθμό και την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενώ η παράμετρος «κρίση», αλλά και η παράμετρος «λιτότητα» εξακολουθούν να είναι καθοριστικές για την εκδίπλωση διαφορετικών πολιτικών σχεδίων. Ως εκ τούτου, ο στόχος της σημερινής μας εκδήλωσης είναι τριπλός: Πρώτον, να καταγράψει τα πολιτικά συμπεράσματα από τις γαλλικές εκλογές και να αναδείξει τις διαστάσεις των επικείμενων γερμανικών εκλογών. Δεύτερον, να ανιχνεύσει τις πιθανές επιδράσεις αυτών των πολιτικών γεγονότων στην πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Και τρίτον, να προσδιορίσει τις αρχές και τις κατευθύνσεις μιας προοδευτικής εναλλακτικής Ευρώπης.»

Έξι θέσεις για την ευρωζώνη

ena-2

Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο Άξελ Τρόοστ, αντιπρόεδρος και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος για ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής της Die Linke, ο οποίος επικέντρωσε την ομιλία του στις κατευθύνσεις μια εναλλακτικής Ευρώπης και στους τρόπους ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, παρουσιάζοντας έξι σημεία από το πρόγραμμα «Η Ευρώπη μπορεί να επιδείξει και αλληλεγγύη», που είναι αποτέλεσμα κοινής επεξεργασίας των τριών κομμάτων (Σοσιαλδημοκράτες, Αριστερά, Πράσινοι) και των κινημάτων:
«Στην Ευρωζώνη υπολείπονται πολλά που πρέπει να γίνουν και γι’ αυτό σημειώνουμε ότι πρέπει να υπάρξουν αλλαγές σε έξι σημεία. Αν δηλαδή επιθυμούμε να διασώσουμε το ευρώ και την ευρωζώνη, αν θέλουμε να προκύψει πρόοδος και όχι οπισθοχώρηση.
Το σημαντικότερο των έξι σημείων είναι το θέμα του πότε θα καταργηθεί η πολιτική λιτότητας. Είναι μια απαρέγκλιτη προϋπόθεση, ώστε στην ΕΕ και την Ευρωζώνη να υπάρξει μια θετική εξέλιξη. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, που σημαίνει κατάργηση του δημοσιονομικού συμφώνου ή τουλάχιστον μέτρα τα οποία θα αμβλύνουν το σύμφωνο αυτό και θα διανοίξουν δυνατότητες για επενδύσεις. Χρειαζόμαστε σημαντική αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο οποίος πρέπει να είναι ισχυρότερος και μεγαλύτερος. Επίσης, χρειαζόμαστε μεγαλύτερη παρέμβαση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Δεν λέμε ότι θα πρέπει να αρθεί η δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών-μελών, αλλά θα πρέπει να δούμε ποια θα είναι τα κομβικά σημεία της δημοσιονομικής πολιτικής και να συντάξουμε ένα δεκαετές πρόγραμμα επενδύσεων.
Το δεύτερο σημείο είναι πως θα πρέπει η Ένωση να πετυχαίνει εξισορρόπηση ισολογισμών. Και θέλω να επισημάνω ότι στη Γερμανία από το 1967 έχουμε ένα πρόγραμμα σταθερότητας, το οποίο είναι θεσμοθετημένο. Η νομοθεσία αυτή προβλέπει την καταπολέμηση της ανεργίας, την ανάπτυξη, χαμηλά ποσοστά πληθωρισμών κ.λπ. Βεβαίως πολλές φορές ο νόμος παραβιάζεται. Θεωρώ ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα θα πρέπει να πουν στην Γερμανία ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Αν είχαμε μια ΕΕ εξισορρόπησης ισολογισμών θα αναγκάζονταν όλοι οι φορείς να επιληφθούν του θέματος.
Το τρίτο είναι ότι θα πρέπει να υπάρχει κοινωνικοποίηση των δανείων. Το θέμα δεν είναι η από κοινού ανάληψη των χρεών και της αποπληρωμής τους, αυτό που παίζει ρόλο είναι η από κοινού ανάληψη των δανείων. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένες χώρες δεν θα είναι υποχρεωμένες να καταφύγουν στην κεφαλαιαγορά και δεν θα δέχονται εκβιασμούς από τους οίκους αξιολόγησης.
Το τέταρτο είναι η δημιουργία ενός συστήματος παρακολούθησης της αγοράς εργασίας, της ανεργίας, τους αποκλεισμού, της επισφαλούς απασχόλησης, της εξέλιξης των μισθών, της κοινωνικής προστασίας. Έτσι θα επιφέρουμε αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να πετύχουμε μια εναρμόνιση, σε περίπτωση υπέρβασης ορισμένων οριακών τιμών. Γι’ αυτό είναι σημαντικός ένας μεγαλύτερος προϋπολογισμός της ΕΕ
Το πέμπτο σημείο είναι το ερώτημα της ρύθμισης των τραπεζών. Όσα έγιναν μέχρι στιγμής δεν αρκούν. Η Ιταλία βρέθηκε λίγο πριν την κατάρρευση. Πρέπει με αποφασιστικότητα να ασχοληθούμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του φορολογικού ντάμπινγκ.
Τέλος, εάν όντως η ΕΕ και η ευρωζώνη είναι κάτι που θέλουμε να πάρει ο κόσμος στα σοβαρά, αν παραδεχτούμε ότι έχουμε ένα κοινό νόμισμα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος οικονομικής διάλυσης. Γι’ αυτό έχει νόημα να δημιουργηθεί ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση, κάτι σαν ευρωπαίος υπουργός Οικονομικών, ο οποίος θα προσπαθεί σε ορισμένους τομείς να λαμβάνει κοινά μέτρα.
Πιστεύω ότι υπάρχει η ευκαιρία στο διάστημα έως τις γερμανικές εκλογές τα ζητήματα αυτά να συζητηθούν στην Γερμανία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Γνωρίζω ότι αυτά είναι μακρινά οράματα, αν δεν αρχίσουμε όμως να σκεφτόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση, τότε βλέπω λίγο μέλλον για την ευρωζώνη και για τους ανθρώπους και τη δημοκρατική εξέλιξη εντός της ευρωζώνης».

Δύο ατυχήματα εν αναμονή

ena-4

Ο Γιώργος Καπόπουλος, δημοσιογράφος και πολιτικός επιστήμονας, έκανε μια πολιτική ανάλυση της ευρωζώνης και εκτίμηση των αναμενόμενων πολιτικών εξελίξεων.
«Να πάρω το νήμα από εκεί που το άφησε ο κ. Τρόοστ. Όντως έχουν ωριμάσει οι συνθήκες μιας σε οριακή κατάσταση ευρωζώνης, να συζητηθούν και να υιοθετηθούν εναλλακτικές πολιτικές. Το ερώτημα είναι ένα: Αυτό θα γίνει προληπτικά και συναινετικά από τις ηγεσίες της Γαλλίας και της Γερμανίας ή θα εξαναγκαστούν οι πρόμαχοι του status quo μετά από ατυχήματα σε κάποιους κρίκους της ευρωζώνης, Ιταλία και Ισπανία.
Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια τάση και μια δυναμική σταθεροποίησης του Μακρόν στις βουλευτικές εκλογές. Αυτή δίνει λογικά στον Μακρόν την αξιοπιστία και τη δυνατότητα να επιχειρήσει την εξισορροπημένη πολιτική που έχει εξαγγείλει. Από τη μια νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, που κατά τον Μακρόν δείχνουν την τόλμη της Γαλλίας να γίνει ανταγωνιστική, και από την άλλη η πίεση προς τη γερμανική πλευρά ώστε να υπάρξει πολιτική πλαισίωσης και διαχείρισης της ευρωζώνης. Σε αυτό το στοίχημα παίζει στην αρχή της θητείας του ο Μακρόν όλη του την αξιοπιστία. Διότι πολύ απλά αυτό το έργο, η γαλλική κοινή γνώμη το έχει δει άπειρες φορές. Με αυτή τη διπλή στρατηγική εξελέγη ο Σιράκ πρόεδρος το 1995. Στην ίδια ατζέντα εξελέγη και ο Σαρκοζί το 2007, μέχρι την πλήρη συνθηκολόγησή του στη Μέρκελ στην Ντοβίλ τον Οκτώβριο του 2010, μια συνθηκολόγηση που δημιούργησε το πρώτο ντόμινο αποσταθεροποίησης της ευρωζώνης και την ίδια εξισορρόπηση είχε υποσχεθεί ο Ολάντ μετά το 2012. Άρα δεν έχει περιθώριο επικοινωνιακών ελιγμών ο Μακρόν, αλλά ανάγκη ουσιαστικής εξισορρόπησης.
Κορμός των προτάσεων Μακρόν είναι η δημοσιονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης ή ένα υπουργείο Οικονομικών της Ευρώπης και το κοινοβούλιο του ευρώ. Αυτά τα σχέδια έχουν επεξεργαστεί τα τελευταία δύο χρόνια δύο think tank, ένα στο Βερολίνο και ένα στο Παρίσι. Δύο εκδοχές έχουν κατατεθεί για την πρόταση περί κοινοβουλίου της ευρωζώνης: ή ως αντιπροσωπεία των χωρών που μετέχουν στο ευρωκοινοβούλιο και ανήκουν στην ευρωζώνη ή εκπρόσωποι των εθνικών κοινοβουλίων. Βέβαια, η Γαλλία έχει και μια εναλλακτική λύση. Ας αρχίσουμε την πολιτική συνεργασία και την πολιτική εμβάθυνση και ενοποίηση από εκεί που δεν είναι ταμπού για τους Γερμανούς, όπως για παράδειγμα η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα ή η αντιμετώπιση του προσφυγικού και της μετανάστευσης και αργά ή γρήγορα θα κυκλώσουμε την ημιτελή ευρωζώνη ως ένα κενό πολιτικής ενοποίησης.
Το πρόβλημα είναι ότι η Γερμανία αντιμετωπίζει τις γαλλικές προτάσεις με δύο προσεγγίσεις. Η μία είναι του Σόιμπλε και λέει ότι για να γίνουν όσα λέει ο Μακρόν χρειάζεται αναθεώρηση των συνθηκών, να συμφωνήσουν δηλαδή οι 27 να διαμορφώσουν μια ομοφωνία, κάτι που δυστυχώς κατά τη γερμανική άποψη είναι αδύνατο, με τα σημερινά δεδομένα. Η δεύτερη προσέγγιση είναι ότι όλα αυτά είναι δυνατά στο πλαίσιο των ενισχυμένων συνεργασιών που προβλέπει η συνθήκη της Λισαβόνας. Άρα το διαδικαστικό είναι θέμα, όπως συνηθίζουμε να λέμε στην Ελλάδα, πολιτικής βούλησης.
Έτσι όπως είναι οργανωμένη η πολιτική ατζέντα της Ευρώπης, έτσι όπως μεσολαβούν οι διακοπές, με τις γερμανικές εκλογές να έχουν οριστεί για το τέλος του Σεπτεμβρίου και με τις μετεκλογικές διαβουλεύσεις στη Γερμανία συνήθως να διαρκούν ένα με δύο μήνες, είναι πολύ δύσκολο να δει κανείς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις έστω και τυπικά και επικοινωνιακά για την έναρξη ενός συνολικού γαλλογερμανικού διαλόγου για το μέλλον της Ευρώπης πριν το τέλος του χρόνου. Το ζητούμενο είναι τι συσχετισμοί θα προκύψουν από τις γερμανικές εκλογές και σε ποιο βαθμό ο Μακρόν θα κρατά αυτό το θέμα στην επιφάνεια και στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων. Σε όλη αυτή την αίσθηση ή ψευδαίσθηση ακινησίας υπάρχουν δύο άγνωστες παράμετροι, που μπορεί να προκαλέσουν αποσταθεροποίηση και να θέσουν με το χαρακτήρα του κατεπείγοντος μια συζήτηση για το μέλλον της ευρωζώνης και αυτοί λέγονται Ισπανία και Ιταλία.
Στην Ισπανία είχαμε την περασμένη Κυριακή την επανεκλογή στη θέση του ηγέτη του σοσιαλιστικού κόμματος, του Σάντσεζ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση Ραχόι θα ανατραπεί αύριο το πρωί, αλλά προσθέτει την εξής άγνωστη παράμετρο: αν δεν υπάρξει αποσταθεροποίηση τον Σεπτέμβριο στη Μαδρίτη με μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας της Καταλονίας, τότε όλοι προβλέπουν ότι στο πρώτο νομοσχέδιο δημοσιονομικών περικοπών ή συρρίκνωσης κοινωνικών κεκτημένων ο Σάντσεζ θα επιλέξει να καταψηφίσει την κυβέρνηση Ραχόι. Και αν δεν θέλει να πάει σε πρόωρες εκλογές, μοναδική λύση για την κυβέρνηση Ραχόι είναι η αναζήτηση πλειοψηφίας στη βουλή. Αυτή η πλειοψηφία δυνητικά υπάρχει. Είναι οι «Πολίτες», το φιλελεύθερο κόμμα που εμφανίστηκε πριν τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 2015, οι Βάσκοι εθνικιστές και μια ομάδα που προβλέπεται ότι θα αποσχιστεί από το σοσιαλιστικό κόμμα. Αν συμβεί το τελευταίο, τότε οι Ποδέμος θα βρεθούν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ανά πάσα στιγμή από αυτές τις εξελίξεις και μετά θα είναι πολύ πιθανή μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες στην Ισπανία.
Το δεύτερο και σοβαρότερο δημοσιονομικό, χρηματοπιστωτικό και πολιτικό ατύχημα εν αναμονή λέγεται Ιταλία. Εκεί η θητεία της βουλής λήγει τον Φεβρουάριο 2018. Το ζητούμενο είναι αν θα προκύψουν συνθήκες που θα επιβάλλουν πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Εκεί το δημοκρατικό κόμμα του Ρέντσι είναι η μόνη δύναμη που δεν αμφισβητεί το σημερινό status quo συμμετοχής της Ιταλίας στην ευρωζώνη. Όλα τα άλλα κόμματα προτείνουν ή παράλληλο νόμισμα ή επιστροφή στη λιρέτα.
Αν συμβούν αυτά τα δύο ατυχήματα, τότε δημιουργείται μια αίσθηση κατεπείγοντος που θα αναγκάσει την ηγεσία της Γερμανίας να ανταποκριθεί στην πρόταση της Γαλλίας για μια συνολική επανεξέταση του μέλλοντος και της πολιτικής πλαισίωσης της ευρωζώνης. Το πρόβλημα δεν είναι αν ο Μακρόν θα επαναλάβει τα σφάλματα του Σιράκ, του Σαρκοζί και του Ολάντ, αλλά ότι αν δεν κινηθεί η Γαλλία με την Γερμανία προς αυτή την κατεύθυνση, το ερώτημα που θα τίθεται είναι όχι αν θα επιβιώσει η ευρωζώνη αλλά αν θα διαλυθεί συντεταγμένα ή ασύνταχτα.»
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet