Του Κωστή Γιούργου

Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε. Για τις ασάφειες που η γερμανική πλευρά θα επεδίωκε να υπάρχουν στο χειρισμό του ελληνικού ζητήματος από το Eurogroup της 15ης Ιουνίου αλλά και μετέπειτα, μας είχε προϊδεάσει ο κ. Σόιμπλε, όταν προέτρεπε να μην τρέφουμε αυταπάτες ότι θα μπορούσε να βρεθεί λύση καλύτερη από εκείνη που είχε καταθέσει ο ίδιος στο Eurogroup της 22ας Μαΐου. Δηλαδή, κατ’ αρχήν συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα για την Ελλάδα, χωρίς χρηματοδότηση εκ μέρους του Ταμείου και χωρίς να προαπαιτείται η διευθέτηση του χρέους – πρόταση με την οποία είχε συνταχθεί, δια του κ. Τόμσεν, το ΔΝΤ, υπαναχωρώντας από τις απαιτήσεις του προκειμένου να διευκολυνθεί η κ. Μέρκελ εν όψει της εκλογικής αναμέτρησης τον Σεπτέμβριο.

Στα όρια της αγανάκτησης

Όμως, όσο και να μην αιφνιδιάζουν, όσο αναμενόμενα και να ήταν αυτά που επιφυλάσσουν τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην Ελλάδα, οι δανειστές ξεπερνούν τα όρια της υποκρισίας και πλησιάζουν εκείνα της αγανάκτησης. Όταν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, μιλώντας στο συνέδριο του Economist στη Φρανκφούρτη με θέμα την επιστροφή της Ελλάδας στις χρηματαγορές, επέκρινε τους δανειστές, λέγοντας ότι, αν και η χώρα τήρησε τις δεσμεύσεις της, «οι θεσμοί δεν μπορούν να παράσχουν σαφήνεια για το χρέος και αυτό δεν είναι ηθικά σωστό», δεν αντιδρούσε αιφνιδιασμένος, αλλά με συγκρατημένη αγανάκτηση.
Με την υποκρισία και την αλαζονεία του ισχυρού να υπερέχουν, ένας έντιμος συμβιβασμός στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου ή, έστω, στη σύνοδο Κορυφής της 22ας Ιουνίου, μοιάζει σήμερα πολύ λιγότερο πιθανός από ό,τι την επαύριο της υπερψήφισης του πολυνομοσχεδίου από την ελληνική Βουλή. Η ένταξη στο πρόγραμμα πιστωτικής χαλάρωσης, που ως προϋπόθεσή της ορίστηκε μονομερώς από τους δανειστές η διευθέτηση του χρέους ώστε σήμερα να συναντά προσκόμματα, απομακρύνεται έντεχνα από την κεντρική θέση που μέχρι χθες κατείχε στη διαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να χάνει κρίσιμους πόντους στη διεκδίκηση του ανοίγματος στις αγορές και να εκτίθεται στον κίνδυνο των συνήθων εκβιασμών. Η ρητορική των δανειστών μετατοπίζεται όλο και πιο έντονα στις μεταρρυθμίσεις, τα περιγράμματα των οποίων συντηρούνται τόσο ασαφή και απροσδιόριστα όσο διευκολύνει τους δανειστές στους χειρισμούς τους. Μόλις προχθές το εκτελεστικό μέλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μπενουά Κερέ, διεμήνυσε ότι όσο παραμένει στην ασάφεια η διευθέτηση του χρέους, η Ελλάδα δεν πρόκειται να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Το σημαντικότερο ίσως, και σίγουρα το πιο ακανθώδες, είναι ότι τίθεται ξανά και δια της πλαγίας οδού το αποσιωπημένο μέχρι προχθές ζήτημα της «ιδιοκτησίας» του προγράμματος. Ο Νίκολας Τζιαμαρόλι, εκπρόσωπος στο κουαρτέτο των θεσμών του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), που τελεί υπό αδιαμφισβήτητη γερμανική επιρροή, αποκάλυψε εξόφθαλμα την πρόθεση των θεσμών η διευθέτηση του χρέους να παραμείνει στην ασάφεια που εξυπηρετεί τις γερμανικές προτεραιότητες: Ο καλύτερος δρόμος, είπε, για την επάνοδο στις αγορές περνά [όχι από την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοστικής χαλάρωσης, όπως επιζητεί η Ελλάδα, αλλά] από την ιδιοκτησία του προγράμματος. «Η υπερβολική εστίαση στην ελάφρυνση του χρέους αποσπά την προσοχή από αυτό που χρειάζεται να γίνει πραγματικά». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Rolf Strauch, ανώτατο στέλεχος του ESM επίσης, στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ προ ημερών υποστήριξε ότι η συζήτηση για την Ελλάδα κακώς εστιάζει στην ελάφρυνση του χρέους. «Η ιδιοκτησία του προγράμματος», είπε, «είναι τώρα πολύ πιο σημαντική προτεραιότητα από την ελάφρυνση χρέους».

Η «ιδιοκτησία» του προγράμματος

Θεωρούμε βέβαιο ότι η «ιδιοκτησία του προγράμματος» θα καταλαμβάνει κεντρική θέση στις απαιτήσεις των δανειστών όσο πλησιάζει η 15η Ιουνίου. Και τούτο διότι «ιδιοκτησία του προγράμματος» σημαίνει με απλά λόγια ότι η Ελλάδα αποδέχεται οικειοθελώς την πατρότητα του μνημονιακού προγράμματος, ότι το πρόγραμμα δεν της επιβάλλεται έξωθεν, αλλά το επωμίζεται αυτοβούλως και άρα, σε τελική ανάλυση, το υπηρετεί ως αυτοτιμωρία, κάτι το οποίο η ελληνική κυβέρνηση έχει αρνηθεί και συνεχίζει σε όλους τους τόνους να αρνείται να δεχθεί, προς μεγάλη ενόχληση των εταίρων.
Στο σημείο αυτό υποκρύπτεται κάτι ακόμη πιο δυσάρεστο και από τους ωμούς εκβιασμούς και τις παραβιάσεις των συμπεφωνημένων που εύλογα περιμένει κανείς ως λογική συμπεριφορά του χρηματοπιστωτικού, τοκογλυφικού καπιταλισμού. Υποκρύπτεται η βαθύτατα συντηρητική, βάρβαρη και ολότελα ξένη στο πνεύμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού προσκόλληση του πιο ακραίου προτεσταντισμού στην αντίληψη ότι για να είναι αποτελεσματική η τιμωρία δεν αρκεί να επιβάλλεται έξωθεν στον τιμωρούμενο. Πρέπει απαραιτήτως ο τιμωρούμενος να αποδέχεται ομολογημένα την ενοχή, ώστε η πράξη της τιμωρίας να βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο και καθόλου τον τιμωρούντα.
Αν αντιλήψεις αυτού του είδους πρόκειται να αποτελέσουν δομικό συστατικό της πολιτικής κουλτούρας της Ευρώπης του μέλλοντος, οι ένθερμοι υποστηρικτές της Ευρώπης των αρχών της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού επιβάλλεται να επανεξετάσουμε τη σχέση μας με τον ευρωπαϊσμό που άλλοι προοικονομούν για τους λαούς αυτής της ταλαίπωρης ηπείρου.
Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά: Ποια Ευρώπη, ποιους Ευρωπαίους είχε κατά νου η γερμανίδα καγκελάριος, όταν, την περασμένη Κυριακή σε κομματική εκδήλωση στο Μόναχο, λίγες ώρες μετά το πέρας της Συνόδου των G7 στην Ταορμίνα της Σικελίας, υποστήριξε, απαντώντας στην αμετροέπεια και τον αυταρχισμό του αμερικανού προέδρου, ότι «οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουν τις τύχες τους στα δικά τους χέρια»; Έχει συνειδητοποιήσει επαρκώς η κυρίαρχη οικονομική και πολιτική τάξη της Ευρώπης των επωνύμων πόσο έχει διευρύνει –και συνεχίζει να διευρύνει– με τις επιλογές της το χάσμα που η ίδια επέλεξε να την χωρίζει από τη «μάζα» των ανωνύμων τους οποίους καλεί τώρα «να πάρουν τις τύχες τους στα δικά τους χέρια» για να τους ξεχάσει αύριο;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet