Η σύνοδος κορυφής Πέμπτη και Παρασκευή στις Βρυξέλλες μάς έδωσε τη δυνατότητα, για μια ακόμη φορά, να δούμε το ελληνικό ζήτημα, μέσα στο περιβάλλον του διεθνούς γίγνεσθαι. Ιδιαίτερα το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι στη μετά Μακρόν περίοδο, που φαίνεται ότι παίρνει κάποια διαφοροποιούμενα χαρακτηριστικά. Εν τω μεταξύ, στην εσωτερική πολιτική σκηνή καταγράφεται μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση. Η αξιωματική αντιπολίτευση επικουρούμενη από τον ευρύτερο συντηρητικό χώρο, όπως αυτός συναρθρώνεται με τον αντικυβερνητικό –για ποικίλους λόγους– Τύπο, φεύγει από το μονότονο «εκλογές» και «τέταρτο μνημόνιο» και επιχειρεί να χτίσει μια αντιπολίτευση που εγκαλεί την κυβέρνηση, ιδίως τον ΣΥΡΙΖΑ, για θεσμικές παρεκκλίσεις και ανικανότητα να αντιμετωπίσει προβλήματα καθημερινότητας. Δυστυχώς, για το δεύτερο, για μια σειρά λόγους, η κυβέρνηση και οι υπουργοί της δίνουν ικανές αφορμές.

Αναδιατάξεις στην ευρωπαϊκή κορυφή

Στις Βρυξέλλες  η φρασεολογία στην κοινή συνέντευξη Μακρόν-Μέρκελ διέφερε από το παρελθόν. Ο Μακρόν μετατοπίστηκε από θέσεις προεκλογικές, που απέπνεαν   εμπιστοσύνη στις ελεύθερες συναλλαγές και την παγκοσμιοποίηση και σημείωσε «ότι υποστηρίζει τις ανοικτές αγορές», πρόσθεσε όμως «ότι α��τό δεν σημαίνει πως η Ευρώπη θα είναι αφελής και ότι θα υπερασπιστεί τους κανόνες και θα εξασφαλίσει ότι θα γίνονται σεβαστοί». Ο Μακρόν τόνισε ακόμη πως χρειάζεται «πραγματική αμοιβαιότητα στις επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς». Ο γάλλος πρόεδρος πρόσθεσε πως η Ευρώπη είναι η καλύτερη προστασία από τις μεγάλες προκλήσεις από την τρομοκρατία μέχρι τη μετανάστευση και το εμπόριο. Η κ. Μέρκελ, από την πλευρά της, πρόσθεσε πως «η Ευρώπη πρέπει να επικεντρωθεί στο μέλλον της και πως η έξοδος της Βρετανίας δεν μπορεί να συσκοτίσει αυτή την ανάγκη». Τόνισε επίσης πως «η ΕΕ βασίζεται σε κοινές αξίες» και πρόσθεσε πως «αν κάποιος βλέπει ότι οι αξίες αυτές παραβιάζονται, πρέπει να το λέει».
Όσο για τις σχέσεις Γαλλίας-Γερμανίας, οι τοποθετήσεις ήταν θερμές στο ίδιο μήκος κύματος. Ο γάλλος πρόεδρος δήλωσε ακόμα πως όταν η Γαλλία και η Γερμανία μιλούν με την ίδια φωνή, η Ευρώπη μπορεί να προχωρήσει, ενώ η γερμανίδα καγκελάριος δήλωσε ότι «Η σύνοδος κορυφής της ΕΕ έστειλε ένα μήνυμα νέας αισιοδοξίας», προσθέτοντας πως «κρίσιμη σημασία για την επιτυχία της είχε η προετοιμασία της από τη Γερμανία και τη Γαλλία».

Οι επιδράσεις στο ελληνικό ζήτημα

Αυτό το κλίμα επαληθεύει και την εκτίμηση ότι οι δύο μεγάλοι εταίροι μπόρεσαν να βρουν μια κοινή βάση για το ελληνικό ζήτημα, κάτι που ενδιέφερε κυρίως τον Μακρόν, καθώς μ’ αυτό θα επιβεβαίωνε την άποψη ότι η Γαλλία έχει φωνή. Η Μέρκελ δεν του στέρησε την ευκαιρία αυτή. «Χαιρετίζω την ανάκαμψη της Ελλάδας και τις μεταρρυθμίσεις που προώθησε ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας», τόνισε ο γάλλος πρόεδρος. «Βρέθηκε στο τελευταίο Eurogroup ένα πολύ ισχυρό συναινετικό πλαίσιο. Στη σημερινή σύνοδο δεν μιλήσαμε για την Ελλάδα, και αυτό είναι πολύ καλό νέο, γιατί δουλέψαμε πολύ με την κ. Μέρκελ, ώστε να καταλήξουμε στη συμφωνία που βρέθηκε στο Eurogroup», πρόσθεσε. Από τη μεριά της, η γερμανίδα καγκελάριος τόνισε πως «δεν μιλήσαμε για την Ελλάδα στη σημερινή σύνοδο, γιατί έχουν βρεθεί λύσεις» και επισήμανε πως και με το «πακέτο Γιούνκερ» θα υπάρχει ενίσχυση των επενδύσεων.
Ασφαλώς δεν έχασε την ευκαιρία να παρέμβει και ο έλληνας πρωθυπουργός. «Έχουμε όχι το τέλος του δρόμου, αλλά το άνοιγμα του δρόμου για την έξοδο από την κρίση. Πλέον ο δρόμος είναι ανοιχτός και αυτό το επιβεβαιώνουν αυτές τις μέρες και οι αγορές. Σήμερα είχαμε τη χαμηλότερη τιμή σε δεκαετές ομόλογο του ελληνικού δημοσίου από την έναρξη της κρίσης το 2010», επισήμανε ο Αλέξης Τσίπρας, απαντώντας σε ερώτηση του απεσταλμένου του ΑΠΕ-ΜΠΕ στις Βρυξέλλες, Νίκου Λιονάκη, σχετικά με την απόφαση του Eurogroup. Και συνεχίζοντας την επισήμανση του Μακρόν ότι σε αυτή την Σύνοδο δεν υπήρξε «θέμα Ελλάδας» παρατήρησε: «Είναι θετικό το ότι δεν ήταν θέμα, διότι αν ήταν, θα ήταν θέμα κρίσης. Φάνηκε ότι την τελευταία στιγμή όλοι θέλησαν να το αποφύγουν και αυτό είναι θετικό».

Το εσωτερικό μέτωπο και η Νέα Δημοκρατία

Σημειώθηκε στην αρχή του σημερινού σημειώματος ότι η αντιπολιτευτική τακτική του κ. Μητσοτάκη και γενικά της αντιπολίτευσης μετατοπίζεται και θέτει ζητήματα λειτουργίας του πολιτεύματος και καθημερινότητας. Στο πρώτο, αιχμή επιλέχθηκε να είναι το τηλεφώνημα του κ. Καμμένου με έναν κρατούμενο. Ασφαλώς δεν είναι απλό αυτό, ούτε συνηθισμένο, όσο και αν ο διάλογος που διημείφθη, δεν εξέθετε τον υπουργό. Ως γεγονός, απλώς, προσφερόταν στην ΝΔ.
Ωστόσο, λόγω της εμμονής της δεν υπολόγισε όσο έπρεπε ότι η υπόθεση του «Noor 1» έχει ακόμη πολλές σκοτεινές πλευρές, που πάντως αν κάποιοι αγχώνονται απ’ αυτές, αυτοί είναι πολιτικοί της φίλοι, έστω και ανοικονόμητοι. Η κυβέρνηση σωστά πίεσε σ’ αυτό το σημείο τη ΝΔ να πει ονόματα και πριν απαντήσει καλά καλά, η ξαφνική παρέμβαση του κ. Μαρινάκη, του προσώπου δηλαδή που υπονοούσαν αλλά δεν ανέφεραν τα ρεπορτάζ, στριμώχνει εξαιρετικά τη ΝΔ. Φυσικά και όχι μόνο. Η συζήτηση αύριο στη Βουλή σίγουρα θα είναι πολύ σκληρή. Ο ισχυρισμός του εφοπλιστή και ιδιοκτήτη τώρα του ΔΟΛ ότι διεκδικεί «στο πλαίσιο των καθορισμένων κανόνων και δεν απαιτεί τίποτα» και ότι «με την καθαρότητα αυτή προσέφυγα ως όφειλα, υποβάλλοντας μηνυτήρια αναφορά στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για καθορισμό της ευθύνης καθενός εκ των σκευωρών» δεν είναι σίγουρο ότι δεν θα κλονισθεί.

Οι ευθύνες της κυβέρνησης

Το άλλο πεδίο είναι η καθημερινότητα, όπως τη ζήσαμε τις τελευταίες μέρες με την εμφάνιση οξυμένων προβλημάτων. Υπάρχει ένα ζήτημα με την κυβέρνηση. Ως φαίνεται, δεν έχει κατανοήσει εις βάθος ότι σ’ αυτήν έλαχε ο κλήρος, ακριβώς επειδή είναι κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά, να επιλύσει χρόνια προβλήματα που άφηνε άλυτα ο δικομματισμός, είτε από ανικανότητα είτε από υπολογισμό, γιατί έχουν κοινωνικό και πολιτικό κόστος, ακόμα κι αν συνιστούν παρανομία. Το ζήσαμε με τις άδειες των καναλιών, τα αυθαίρετα, τα μπλοκάκια, τα ανασφάλιστα αυτοκίνητα, τα οχήματα που δεν πέρασαν από ΚΤΕΟ, τις συντάξεις που εκκρεμούν, εφάπαξ που εκκρεμούν, το ζούμε τώρα με τα σκουπίδια, τις χωματερές, τα απόβλητα και άλλα πολλά. Σχεδόν όλα η κυβέρνηση τα χειρίστηκε με τέτοιο ερασιτεχνισμό, πισωγυρίσματα, τροποποιήσεις επί τροποποιήσεων, εγκυκλίους επί εγκυκλίων, που η αντιπολίτευση, ο ένοχος γι’ αυτά τα άλυτα και χρόνια προβλήματα, βρήκε πάτημα να περνά στον κόσμο την άποψη ότι τούτη η κυβέρνηση φταίει. Είναι ανίκανη, καθυστερεί, είναι κοινωνικά ανάλγητη, σκληρή γιατί κυνηγάει τον κόσμο με πρόστιμα κ.τ.λ., κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Δεν θα μπορούσαμε να το φανταστούμε ποτέ αυτό. Για όλ’ αυτά μπορούσε, εντούτοις, να υπάρξει διαφορετικός χειρισμός και πάνω απ’ όλα σωστή και επίμονη ενημέρωση του κόσμου για το τι φταίει, ποιος φταίει, γιατί αυτό πρέπει να διορθωθεί και πώς μπορεί να γίνει τώρα αυτό με όσο το δυνατό λιγότερο κοινωνικό πόνο. Δεν έγινε αυτό τις περισσότερες φορές.



Παύλος Κλαυδιανός

 

 

Η καθημερινότητα της «Καθημερινής»

pavlos

Δεκαετίες στην πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση και εμείς εδώ στην «Εποχή», και συμβάλλοντες, δεν μας εκπλήσσει όταν συμβαίνει να εξαπολύονται άρθρα πολεμικής και κριτικής προς την πλευρά της Ανανεωτικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς, προς την πλευρά μας. Αναζητούμε, μάλιστα, το γόνιμο στοιχείο, όταν υπάρχει, στην κριτική τους. Ακόμη περισσότερο δεν μας εκπλήσσει η αύξηση της έντασης της κριτικής τον τελευταίο καιρό, καθώς η πολιτική αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ και αξιωματικής αντιπολίτευσης όλο και περισσότερο οξύνεται. Αυτό είναι εύλογο να φθάνει και στις σελίδες της «Καθημερινής» με πολλούς τρόπους και μορφές.
Την Παρασκευή, ωστόσο, υπερέβη τα όρια με δύο της άρθρα. Το ένα, του Φαληρέα, παίρνει τη σκυτάλη από άλλες στήλες της εφημερίδας, που κάνουν καθημερινό ιδεολογικό πόλεμο στον υπουργό Κώστα Γαβρόγλου στις παρεμβάσεις για την παιδεία, και ασυγκράτητος γυρίζει πίσω σε άλλες εποχές. Σε ένα παρωχημένο αντικομμουνισμό. Ανακαλύπτει, λοιπόν, τον «κρυμμένο μπολσεβίκο» στο πρόσωπο του υπουργού που «εισάγει πολιτικές οπισθοδρομικές ψηφοθηρικές», είναι το «τέρας» που κάνει την «ανάμνηση Μπαλτά νοσταλγική». Και ευφυής, ως θέλει να φαίνεται, καταλήγει ότι «με τούτα και με κείνα» ο Γαβρόγλου «πέτυχε τον αρχικό στόχο του: μπήκε στο παιχνίδι». Σε τόσο βαθυστόχαστα συμπεράσματα τον οδηγεί η πολιτική του κουλτούρα και η εμπειρία του από τα παιχνίδια στους χώρους της δεξιάς.

Φόβος για τη γνώμη των πολιτών

Σε ένα άλλο άρθρο–ρεπορτάζ άλλος συνάδελφος, ο Κ. Ζούλας, θα ανακαλύψει σε ένα ερωτηματολόγιο της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση» «παιχνίδι με το Σύνταγμα από το Μαξίμου»! Προφανώς, τον ενόχλησε, η απεύθυνση, το σλόγκαν, όπως χαρακτηρίζει την πρόσκληση στους πολίτες, «η γνώμη σου μετράει». Δικαίωμα του να θεωρεί ότι μ’ αυτό επιχειρείται από την κυβέρνηση ν’ αλλάζει «την ατζέντα της επικαιρότητας», όπως σημειώνει. Είναι μια πολιτική εκτίμηση. Αλλά να θεωρεί ότι η προσφυγή στη γνώμη των πολιτών, πριν η συζήτηση για την αναθεώρηση φθάσει στη Βουλή, συνιστά προσπάθεια εμπλοκής της διαδικασίας σε παιχνίδια, είναι κάτι διαφορετικό. Εμποδίζει την ανοιχτή διαβούλευση.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα ειρωνικά σχόλια συνταγματολόγων που απευθύνθηκε και συμπεριλαμβάνει στο ρεπορτάζ. Η απάντηση του καθηγητή Μιχάλη Σπουρδαλάκη, προέδρου της Επιτροπής Διαλόγου για την Συνταγματική Αναθεώρηση, που παρενέβη με δηλώσεις του, είναι αρκετά ευθύβολη: «Σε ό,τι αφορά τα ειρωνικά σχόλια (των συναδέλφων) η έκπληξή μου είναι ακόμη μεγαλύτερη, γιατί θεωρώ ότι τα σοβαρά και τεκμηριωμένα επιχειρήματα αποτελούν συνήθως την αιχμή στην αντιπαράθεση απόψεων. Τέτοια, ουσιαστικά, εδώ δεν διατυπώνονται. Οι ειρωνείες μάλιστα που χρησιμοποιούν, τους εκθέτουν, καθώς επιχειρούν με αυτές να συγκαλύψουν, τη θεμιτή κατά τα άλλα, άποψή τους ότι οι πολίτες δεν έχουν και δεν πρέπει να έχουν λόγο προδιαδικαστικά για επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν την τυπική διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος».


Π.Κ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet