italia-2

Του Ματέο Πουτσιαρέλι

Δύσκολοι καιροί για την ιταλική αριστερά: τη μεταρρυθμιστική κυβερνητική αριστερά, την «ενδιάμεση» και την αντιπολιτευτική ριζοσπαστική αριστερά. Οι δημοτικές εκλογές της 25ης Ιουνίου ήταν ένα σοκ, γιατί οι κληρονόμοι του ΙΚΚ έχασαν σε πόλεις που ανέκαθεν διοικούνταν από την αριστερά ή που είχαν σε κάθε περίπτωση αριστερή πλειοψηφία από το τέλος του πολέμου και έπειτα: Γένοβα, Λα Σπέτσια, Πιστόια, Σέστο Σαν Τζοβάνι, πρώην εργατική πόλη στις πύλες του Μιλάνου, που για μια μακρά περίοδο την αποκαλούσαν «το Στάλινγκραντ της Ιταλίας». Όλες αυτές οι πόλεις κατακτήθηκαν από τη δεξιά, που δεν έχει πλέον επικεφαλής τη Forza Italia, αλλά τη ριζοσπαστικότερη Λέγκα του Βορρά, που έχει πια μετατραπεί από το γραμματέα της, Ματέο Σαλβίνι, σε ένα εθνικιστικό κόμμα.
Επομένως, η κρίση της αριστεράς γεμίζει τις σελίδες των εφημερίδων. Τόσο το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΚ), που κυβερνά από το 2013 τη χώρα μαζί με ένα κομμάτι της δεξιάς, όσο και το τμήμα του ΔΚ που αποσχίστηκε τους προηγούμενους μήνες, δηλαδή η παλαιά φρουρά των Μάσιμο Νταλέμα και Πιερλουίτζι Μπερσάνι (που ίδρυσαν το Άρθρο 1 –Δημοκρατικό Προοδευτικό Κίνημα), που αναφέρεται σε πιο παραδοσιακές αξίες, δεν ξέρουν τι να κάνουν. Γιατί το μεγάλο μέρος της συζήτησης γυρίζει συνεχώς γύρω μια πολιτικάντικη κουβέντα για τις μέλλουσες συμμαχίες, για τις εκλογές του 2018. Ένα πρόβλημα που αφορά και τη ριζοσπαστική αριστερά (Ιταλική Αριστερά, Possibile, Επανίδρυση), που έχει πλέον αποφασίσει εδώ και καιρό να κλείσει τις γέφυρες με το ΔΚ, αλλά η οποία, στην ουσία, έχει ελαχιστοποιηθεί σε θεσμική εκπροσώπηση και –πάνω απ’ όλα- σε μέλη.
Η πλειοψηφία του ΔΚ υπό την ηγεσία του Ματέο Ρέντσι, από πολιτική άποψη, ενσαρκώνει μια τυπική κεντρώα θέση. Οι σχέσεις με το αριστερό συνδικάτο (Cgil) είναι πια εδώ και χρόνια πολύ τεταμένες, από τη στιγμή που ο Ρέντσι έγινε υπέρμαχος μιας περαιτέρω ελαστικότητας στον κόσμο της εργασίας, ευνοώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις επιχειρήσεις και τη δυνατότητά τους να απολύουν με λιγότερες δεσμεύσεις. Για το μέλλον, ο πρώην πρωθυπουργός, λιγότερο ή περισσότερο καλυμμένα, σχεδιάζει μια κυβέρνηση συνασπισμού με τη Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, του παλαιού μεγάλου εχθρού, ενώ ο πόλεμος με τους λαϊκιστές του Κινήματος 5 Αστέρων είναι ανελέητος.
Η μειοψηφία του ΔΚ, αντίθετα, θα ήθελε να επαναφέρει έναν κλασικό κεντροαριστερό συνασπισμό μαζί με το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κίνημα, δηλαδή με τους πρώην συντρόφους που έχουν αποχωρήσει, μαζί με τη στήριξη του Τζουλιάνο Πιζαπία, του πρώην δημάρχου Μιλάνου, που ιδρύει το κίνημα Προοδευτικό Πεδίο. Ο Πιζαπία έχει μια πολύ αριστερή ιστορία (υπήρξε ανεξάρτητος βουλευτής της Επανίδρυσης στη δεκαετία του ’90), αλλά, ταυτόχρονα, έχει ισχυρούς δεσμούς με τον κεντρώο κόσμο και με τη μεγαλοαστική τάξη του βορρά. Το πρόβλημα είναι ότι η μορφή του Ρέντσι παραμένει πολύ διχαστική: από πολλούς θεωρείται ένα ξένο σώμα για την αριστερά, ένας άνθρωπος ξεκάθαρα δεξιός.

Η κατακερματισμένη αριστερά

Η αριστερά-αριστερά, αντίθετα, παραμένει κατακερματισμένη σε πολλά, πάρα πολλά, κομμάτια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπάρχει ένας χώρος εύκολα αναγνωρίσιμος από τους ψηφοφόρους. Σε κάθε πόλη σχημάτισε διαφορετικά ψηφοδέλτια πολιτών, για τα κοινά αγαθά και για το περιβάλλον, λαμβάνοντας κατά μέσο όρο το 3-4%. Λείπει μια ισχυρή ηγεσία και ένα συγκεκριμένο ενωτικό σχέδιο. Ο άνθρωπος που θα μπορούσε να εκπροσωπήσει αυτόν τον κόσμο, ο γραμματέας της Fiom (των εργατών μετάλλου) Cgil, ο Μαουρίτσιο Λαντίνι, άφησε τη θέση του για να μπει στην ομοσπονδιακή γραμματεία της Cgil: άρα δεν θα κάνει άμεσα πολιτική, όπως είχε υποσχεθεί. Ο δήμαρχος της Νάπολης Λουίτζι ντε Ματζίστρις, από την άλλη, ένας αυθεντικός υπέρμαχος του αριστερού λαϊκισμού στιλ Podemos, θα στοχεύσει προς την εθνική σκηνή μόνο το 2021, όταν θα λήξει η δεύτερη θητεία του ως δημάρχου στην πρωτεύουσα της περιφέρειας Καμπανίας.
Εξαιτίας όλων αυτών των γεγονότων, το ιστορικό εκλογικό σώμα της αριστεράς έχει αποφασίσει κυρίως να απέχει ή, ιδιαίτερα στις λαϊκές γειτονιές όπου το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι περισσότερο αισθητό, επιλέγει τη Λέγκα του Βορρά. Ο άνεμος της δεξιάς φυσάει επομένως και πάλι δυνατά στην Ιταλία από πολιτική άποψη. Από πολιτιστική άποψη, αντίθετα, η δεξιά έχει κερδίσει εδώ και πολύ καιρό. Στα τελευταία είκοσι χρόνια, πράγματι, όταν η κεντροαριστερά ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, μετρίασε ή, σε κάποιες περιπτώσεις, επιτάχυνε πολιτικές νεοφιλελεύθερης κοπής. Όπως στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων των μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων, περνώντας μέσα από τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, που αφαίρεσαν στην ουσία δικαιώματα στους εργαζομένους και ήρθαν κοντά στις απαιτήσεις των επιχειρηματιών. Αυτό είχε συμβεί πριν αναλάβει ο Ρέντσι την ηγεσία του ΔΚ, ενός κόμματος στο οποίο συνυπάρχουν οι πρώην κομμουνιστές και οι αριστεροί καθολικοί και το οποίο από την ίδρυσή του προτεινόταν ως πολιτικό διαταξικό υποκείμενο και ως εγγυητής των θεσμικών και ευρωπαϊκών ισορροπιών της χώρας. Δεν είναι τυχαίο που με το πέρασμα του χρόνου άλλαξε το είδος των ίδιων των ψηφοφόρων του ΔΚ: οι ροές ψήφου δείχνουν ότι από τις συνοικίες που κάποτε ήταν εργατικές και λαϊκές, η προτίμηση μετατοπίστηκε στο κέντρο των πόλεων, στη μεσαία και υψηλή τάξη. Ένας ανεστραμμένος κόσμος, υπό μια έννοια. Το να βλέπει κανείς περιοχές σαν τη Γένοβα, τη Λα Σπέτσια, την Πιστόια και το Σαν Τζοβάνι να πηγαίνουν στη δεξιά, δεν είναι τίποτε άλλο από την επιβεβαίωση της ανώμαλης κατάστασης μιας αριστεράς που έχασε την πυξίδα της και, πάνω απ’ όλα, το λαό στον οποίο αναφερόταν.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet