Οπως φαίνεται, πρέπει να αρχίσουμε από τα στοιχειώδη. Κάθε κυβερνητικός αξιωματούχος, πολύ περισσότερο κάθε εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, οφείλει να πάψει να χρησιμοποιεί τον όρο «δικαιοσύνη», όταν αναφέρεται στη δικαστική εξουσία. Διαφορετικά, συμβάλλει στη σύγχυση που σκόπιμα προκαλείται για τον χαρακτήρα της.]
Είναι μια από τις τρεις διακριτές μεταξύ τους εξουσίες, μάλιστα η λιγότερο σχετιζόμενη με οποιαδήποτε μορφή λαϊκής ετυμηγορίας, παρότι κατά το σύνταγμα πηγάζει και αυτή από το λαό και οφείλει να ασκείται προς το συμφέρον του. Ακόμα και η πιο αυταρχική εκλεγμένη εκτελεστική εξουσία έχει πολύ περισσότερα ίχνη δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Δεν είναι ώρα, βέβαια, για θεωρητικολογίες. Απλώς, με αφορμή την τελευταία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την παραγραφή των (πιθανών) οφειλών στο δημόσιο οφειλετών, οφείλουμε να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους, για να προλάβουμε τις εξελίξεις και όχι να παριστάνουμε τους έκπληκτους, όταν μας προλαβαίνουν. Ως εξουσία, λοιπόν, συνδέεται στενότατα με το εποικοδόμημα που διαμορφώνεται σε κάθε κοινωνία, στη βάση της οικονομικής-παραγωγικής και κοινωνικής-ταξικής πραγματικότητας. Η τάση της, επομένως, είναι να αναπαράγει τη δομή που τη γεννάει, αυτή τη σχέση κυριαρχίας. Και κάθε αναφορά στην ανεξαρτησία της περισσότερο σαν ξόρκι μπορεί να λειτουργεί, παρά σαν περιγραφή της πραγματικότητας.
Ας έρθουμε, όμως, στη συγκεκριμένη απόφαση, που έχει ξεσηκώσει δικαιολογημένο θόρυβο. Ο αποκλεισμός της δυνατότητας να πηγαίνει η αναζήτηση της φοροδιαφυγής σε βάθος χρόνου, στο αναγκαίο για την αποκάλυψη του εγκλήματος, στη συγκεκριμένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική συγκυρία με μνημόνια και σκανδαλώδη φοροδιαφυγή, αποτελεί μια επιλογή υπέρ του ιδιωτικού και ιδιοτελούς συμφέροντος και σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Το οποίο το ίδιο ακριβώς όργανο της δικαστικής εξουσίας, το ΣτΕ, έχει επικαλεστεί αρκετές φορές, προκειμένου να αιτιολογήσει τη συνταγματικότητα ακόμα και των σκληρότατων μνημονιακών πληγμάτων κατά του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η προσφυγή επί της οποίας αποφάνθηκε το ΣτΕ κατατέθηκε από μεγαλοοφειλέτες και όχι από κάποιους ταλαίπωρους.
Η κριτική, λοιπόν, που ασκείται στη συγκεκριμένη απόφαση, μόνο άδικη και αστήρικτη δεν είναι. Ούτε αποτελεί αθέμιτη παρέμβαση στο έργο της δικαστικής εξουσίας. Η γνωστή ρήση «και οι κρίνοντες κρίνονται» δεν αποτελεί ευφυολόγημα, αλλά στοιχειώδη κανόνα του νομικού πολιτισμού. Γιατί η δικαιοδοτική κρίση, ιδίως σε τέτοιο επίπεδο, ποτέ δεν είναι τόσο τυπικά συνδεδεμένη με το γράμμα του κόσμου όσο φημολογείται συνήθως. Και η ανάγκη να συμβαδίζουν οι δικαστικές κρίσεις με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά και με την απαίτηση να προτάσσεται το δημόσιο, το κοινό συμφέρον, δεν είναι εκτροπή από την ορθή δικαιοδοτική διαδικασία, αλλά βασικός όρος αυτής της διαδικασίας. Πολύ περισσότερο όταν και οι ίδιες οι αδυναμίες αυτής της δικαιοδοτικής διαδικασίας, με αναβολές επί αναβολών, συμβάλλουν σημαντικά στην επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος, που χρειάζεται για την εξέταση σοβαρών ιδίως υποθέσεων φοροδιαφυγής.
Ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι να διορθωθεί το κακό. Μπορεί, αν θέλει, το ίδιο το ΣτΕ να επανορθώσει αναγνωρίζοντας τα κενά της ίδιας της απόφασής του. Θα το πράξει;

Χ. Γ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet