kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Παρακολουθώντας κανείς τις εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, διαπιστώνει —για μία ακόμα φορά— την έντονη αλληλεπίδραση που υπάρχει στην περιοχή. Πρόκειται για μία κατάσταση ιδιαίτερα περίπλοκη εξαιτίας των πολλαπλών συγκρούσεων και των αντιτιθέμενων συμφερόντων των τοπικών δρώντων. Η δύσκολη αυτή κατάσταση γίνεται ακόμα δυσκολότερη από το γεγονός της ανάμειξης ξένων δυνάμεων, οι οποίες έχουν αποκλίνοντα συμφέροντα και οι οποίες δρουν στην περιοχή είτε άμεσα είτε έμμεσα, δηλαδή μέσω των περιφερειακών τους συμμάχων.
Έτσι, η συριακή κρίση, που άρχισε τον Μάρτιο του 2011, συνεχίζεται, αφού κάθε μία από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις στη χώρα έχει τους δικούς της στόχους, ενισχύεται —αλλά και ελέγχεται, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό— από τους περιφερειακούς ή διεθνείς δρώντες που τη στηρίζουν, πράγμα που μετατρέπει τη συριακή κρίση σε πόλεμο δι’ αντιπροσώπων. Πρόκειται για ένα λαβύρινθο αντιπαλοτήτων και αντικρουόμενων συμφερόντων, που σχηματοποιούνται σε μεταβαλλόμενες ή και παρά φύσιν συμμαχίες, αλλά και σε αλλαγές στρατοπέδου. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να συμβάλει στη λήξη του πολέμου εάν δεν πραγματοποιήσει τους στόχους του.
Θεωρητικά όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές, πλην των φανατικών ισλαμιστών του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου, έχουν ως στόχο την ήττα των τζιχαντιστών, την έναρξη εθνικού διαλόγου, ο οποίος θα οδηγήσει στην εύρεση μιας χρυσής τομής στο πολιτικό επίπεδο, που με τη σειρά της θα επιτρέψει τη λήξη του πολέμου και θα οδηγήσει στην εποχή της ειρήνης. Ωστόσο, το σχήμα αυτό είναι μάλλον ρητορικό, αφ΄ ενός διότι οι εμπόλεμες παρατάξεις ακόμα και όταν συμφωνούν σε εκεχειρία δεν είναι βέβαιο ότι θα την τηρήσουν, ώστε να αρχίσει κάποιος γύρος συνομιλιών, να μοιραστεί ανθρωπιστική βοήθεια κλπ. Αφ΄ ετέρου διότι υπάρχουν παράλληλες διπλωματικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τις συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ στη Γενεύη και τις συνομιλίες στην Αστάνα, πρωτεύουσα του Καζακστάν, οι οποίες διεξάγονται ανάμεσα στο Ιράν, την Τουρκία, τη Ρωσία και τους Σύρους συμμάχους τους. Αυτές οι παράλληλες διαδικασίες, όμως, αντί να συμβάλλουν στην πολιτική εξομάλυνση και να ανοίγουν τον δρόμο για την επίλυση της κρίσης, απλώς υποδηλώνουν την αδυναμία του ΟΗΕ να παρέμβει αποφασιστικά στην επίλυση της κρίσης. Έτσι, τα Ηνωμένα Έθνη φαίνεται να αρκούνται στη διατήρηση ενός έστω δευτερεύοντα ρόλο σε αυτή την τραγωδία, ακόμα και εάν κατ΄ αυτό τον τρόπο νομιμοποιούν τη λεγόμενη ρεαλιστική πολιτική που ασκούν κράτη-μέλη τους στη Συρία. Τέλος, διότι η δράση της κάθε εμπλεκόμενης πλευράς επί του πεδίου συχνά έρχεται σε αντίθεση με τις δηλώσεις της, ενώ οι στρατιωτικές επιτυχίες της κάθε πλευράς επί των τζιχαντιστών δημιουργούν νέα προβλήματα στους υπόλοιπους.

Απελευθερώνονται Μοσούλη και Ράκκα

Αυτή την περίοδο, εμφανίζεται μία έντονη κινητικότητα τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στο διπλωματικό πεδίο. Ήδη από τα τέλη Ιουνίου οι ιρακινές δυνάμεις, επικουρούμενες από τους Κούρδους του Ιράκ, τις σιιτικές δυνάμεις «Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης», αλλά και από το διεθνή συνασπισμό υπό τις ΗΠΑ καταλαμβάνουν εδάφη στο δυτικό και βόρειο Ιράκ, τα οποία ήσαν υπό την κατοχή του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου από το 2014. Σύμφωνα, μάλιστα, με εκτιμήσεις, επίκειται η απελευθέρωση της Μοσούλης από τους τζιχαντιστές. Παράλληλα, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις υποστηριζόμενες από το διεθνή συνασπισμό δυνάμεων υπό τις ΗΠΑ έχουν περικυκλώσει πλήρως την συριακή πόλη Ράκκα, την πρωτεύουσα του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου, και όπως φαίνεται πλησιάζει η ώρα της απελευθέρωσης της. Η απελευθέρωση της Ράκκα έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο, αφού η απώλεια του πολιτικού και διοικητικού κέντρου του λεγόμενου Ισλαμικού Χαλιφάτου, θα επιφέρει ένα τεράστιο πλήγμα τόσο στο κύρος όσο και στις επιχειρησιακές δυνατότητες του, ενώ οι δυνάμεις που θα απελευθερώσουν την Ράκκα θα θεωρηθούν ως οι απελευθερωτές της Συρίας από το ΙΚΙΣ.
Όπως προκύπτει, οι ΗΠΑ αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος στη Συρία και το Ιράκ, φυσικά μέσω των συμμάχων τους, και φαίνονται αποφασισμένες να συνεργαστούν και να ενισχύσουν όποια ομάδα δέχεται αυτή την συνεργασία, εκτός βεβαίως από τις κυβερνητικές συριακές δυνάμεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και με δεδομένη τη συνεργασία της Τουρκίας με τη Ρωσία στη συριακή κρίση, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι θα εξοπλίσει τους Κούρδους της Συρίας. Η αμερικανική αυτή πρωτοβουλία ενδυναμώνει στρατιωτικά, πολιτικά και διπλωματικά τους Κούρδους της Συρίας, και —όπως ήταν αναμενόμενο— προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Άγκυρας, η οποία θεωρεί όλες τις ένοπλες κουρδικές οργανώσεις τρομοκρατικές.

Οι τουρκικές προτεραιότητες

Προφανώς η Τουρκία, που αντιμετωπίζει χρόνιο και σοβαρό πρόβλημα στο εσωτερικό της με τους Κούρδους που ζουν στην επικράτεια της, έχει τους δικούς της στόχους και προτεραιότητες στη συριακή κρίση, οι οποίοι θα μπορούσαν να σχηματοποιηθούν ως εξής:
• Να αποκτήσει τον έλεγχο τμήματος της Βόρειας Συρίας, ώστε να αποτρέψει τον κουρδικό έλεγχο σε ολόκληρο το συριακό Βορρά και άρα να αποκλείσει το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός κουρδικού κρατιδίου στη Συρία κατά το πρότυπο του ομόσπονδου κουρδικού κρατιδίου στο Ιράκ.
• Να συσπειρώσει και να ελέγξει την σουνιτική, μη τζιχαντιστική, αντιπολίτευση στη Συρία, πράγμα που, εφ΄ όσον επιτευχθεί, θα δώσει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στην Τουρκία και θα της επιτρέψει να έχει λόγο στα μεταπολεμικά πολιτικά τεκταινόμενα στη Συρία, ενώ θα μπορέσει να επηρεάσει και τους όρους της λήξης της σύγκρουσης, όποτε συμβεί αυτό.
• Να εξισορροπήσει την ιρανική επιρροή στη Συρία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πολιτική της Άγκυρας προς την Τεχεράνη δεν είναι μεν εχθρική, αλλά δεν είναι ούτε και σταθερή, αφού καθορίζεται από τη μία πλευρά από σημαντικά οικονομικά συμφέροντα που οδηγούν στην σύγκλιση και από την άλλη πλευρά από πολιτικό ανταγωνισμό που οδηγεί στην απόκλιση. Παρά ταύτα, η Τουρκία συνεργάζεται με το Ιράν στη Συρία, παρά το γεγονός ότι οι στόχοι των δύο χωρών είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι.
Το Ιράν όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο της μεσανατολικής πολιτικής της Ουάσιγκτον, η οποία θεωρεί ότι ο βασικός αντίπαλος της στην περιοχή δεν το ΙΚΙΣ αλλά η Τεχεράνη, πράγμα που ο Ντόναλντ Τράμπ είχε καταστήσει σαφές, δηλώνοντας ότι η Συμφωνία 5+1 για τα ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα —την οποία είχε επιτύχει ο προκάτοχος του το 2015— ήταν «η χειρότερη συμφωνία που έγινε ποτέ». Με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας δοκιμάζονται ακόμα περισσότερο αλλά καμία από τις δύο δεν φαίνεται διατεθειμένη να αλλάξει πορεία. Υπ΄ αυτό το πρίσμα δεν είναι περίεργο που στην τελευταία σύνοδο της Αστάνα, στις 4 και 5 Ιουλίου, η Τουρκία μπλόκαρε τη συζήτηση για την εγκαθίδρυση ζωνών απαγόρευσης πτήσεων στην Συρία, την στιγμή που ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Ρεξ Τίλερσον, είχε δηλώσει λίγο πριν την έναρξη των συνομιλιών στην πρωτεύουσα του Καζακστάν ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να συζητήσει με τη Μόσχα για το θέμα αυτό.

Λυδία λίθος

Αυτήν την περίοδο, λοιπόν, η συριακή κρίση αποκτά και χαρακτήρα Λυδίας λίθου, δηλαδή σε αυτή —και μέσω αυτής— δοκιμάζονται αντοχές και συμμαχίες, ενώ κάθε πλευρά προσπαθεί να διαμορφώσει ευνοϊκές για αυτήν ισορροπίες, έστω και εάν αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργεί μία νέα κρίση ή ακόμα και ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης, όπως συνέβη με το Κατάρ, όπου βασικό διακύβευμα της κρίσης —εκτός από το μέλλον του ίδιου του Κατάρ— είναι η πλήρης επικράτηση της Σαουδικής Αραβίας και ο πλήρης πολιτικός καταποντισμός του Ιράν.
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet