Από το βιβλίο «“Αυτοβιογραφικά” και μη   της Κορίννας Καρκανίδου που θα εκδοθεί προσεχώς

«Άλλος κλέβει, άλλος τα παίρνει,
άλλος καταζητείται, άλλος δικάζεται»
(από τα αρχ... της Ελληνικής Αστυνομίας)

Είναι προπαραμονή Πρωτοχρονιάς.
Σκηνικό στο Μοναστηράκι:
Γύρω κτίρια παλιά.
Ένας οργανιτζής παίζει τη λατέρνα του.
Περαστικοί χαζεύουν.
«Καλήν ημέρα άρχοντες....» – «τα λένε» και δυο άλλοι οργανιτζήδες –γύφτοι με μία μαϊμού, πιο πέρα, μπροστά σε μία Εθνική Τράπεζα. Ώρα αιχμής. Κόσμος πάει κι έρχεται –ψωνίζει για τις γιορτές. Ένας σκουπιδιάρης επιτελεί το καθημερινό του έργο χαζεύοντας τους δύο οργανοπαίκτες.
Βγαίνουν δύο από τη τράπεζα με μία σακούλα μαύρη σκουπιδιών. Κάποιοι απ’ την τράπεζα φωνάζουν: «κλέφτες, πιάστε τους».........
Ο ένας κλέφτης αφήνει τη σακούλα στο πεζοδρόμιο και το σκάει με το συνεργάτη του. Ο σκουπιδιάρης γυρίζει τη ματιά του προς την τράπεζα κι αμέσως μετά προς τους δύο κλέφτες που τρέχουν και χάνονται στο πλήθος.
Μαζεύεται κόσμος. Ο χωροφύλακας-φρουρός της τράπεζας εμφανίζεται τελευταίος απ’ το βάθος του υποκαταστήματος, κάνει στην πάντα τον κόσμο κι αρχίζει να τρέχει με την κάνη του όπλου του έτοιμος να ρίξει στον «πάσα ένα» ύποπτο.
Ο κόσμος ακολουθεί για το θέαμα.
Ο σκουπιδιάρης παίρνει τη μαύρη σακούλα σκουπιδιών, τη βάζει ως συνήθως στο καρότσι του και συνεχίζει το ��ργο του. Πλακώνει σε λίγο η Αστυνομία. Το σκάνε οι γύφτοι. Τρέχουν. Η μαϊμού μένει πίσω μόνη της κοιτώντας περίεργα τα ανθρώπινα καμώματα. Οι αστυνομικοί κυνηγούν τους γύφτους που θεωρούν ύποπτους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δυο αστυνομικοί αρπάζουν με τσαντίλα τη μαϊμού και την πάνε σουρτή στο τμήμα για ....εξακρίβωση στοιχείων... ιδιοκτήτη.
Ο σκουπιδιάρης έχει φτάσει στον κάδο σκουπιδιών. Ανοίγει η σακούλα –φυσάει– φεύγουν μερικές δεσμίδες χαρτονομισμάτων. Ο σκουπιδιάρης τα μαζεύει. Τότε αντιλαμβάνεται ότι η σακούλα δεν ήταν ...για τ’ απορρίμματα. Ο κόσμος κοιτάζει τους αστυνομικούς που πιάνουν τη μαϊμού. Ο σκουπιδιάρης βάζει γρήγορα τη σακούλα μες στο καρότσι και προχωράει με βιασύνη κι αγωνία προς το σπίτι του, λίγο πιο κάτω, στο Θησείο. Μένει σ’ ένα δωμάτιο που ανεβαίνει από τη σκάλα υπηρεσίας, αυτός με τη γυναίκα του και τα 4 παιδιά τους.
Λέει «χρόνια πολλά» στη γυναίκα του και τη φιλάει τρελαμένος από χαρά. Εκείνη του λέει «μπα πώς το ’παθες;». «Καλή χρονιά γυναίκα», φωνάζει αυτός «είμαστε πλούσιοι». «Μπα» λέει αυτή, «πάλι πιωμένος γύρισες; Παλιομπεκρή, βρωμάς ολόκληρος» (τον μυρίζει με αηδία). «Σού ’φερα λεφτά, πολλά λεφτά», λέει αυτός. «Kαλά, καλά, ονειρεύεσαι». Αυτός της δίνει τη μαύρη σακούλα. «Παρ’ τα» της λέει. «Καλά», λέει πάλι αυτή ειρωνικά, και νευριασμένη αρπάζει τη σακούλα και την πετάει απ’ το παράθυρο «με κοροϊδεύεις κιόλας –μού ’φερες τα σκουπίδια μες στο σπίτι!»
Από κάτω μαζεύεται κόσμος και αρπάζει στον αέρα τις δεσμίδες. Κάποιος με μια κάμερα, που τραβάει σκηνές από την καθημερινή ζωή για την τηλεόραση, «παίρνει» την εικόνα. Ένας άλλος απ’ τον κόσμο λέει: «ψεύτικα είναι. Είναι διαφήμιση». Ο κόσμος που ’χει μαζευτεί λέει κι αυτός «διαφήμιση είναι» και κοιτάζει τον κάμεραμαν. Η γυναίκα κοιτάζει απ’ το μπαλκόνι να δει τι συμβαίνει. Κοιτάζει κι ο σκουπιδιάρης και τραβάει τα μαλλιά του.
«Αχ μωρή, πάει η ελπίδα μας. Σκουπιδιάρης θα μείνω μια ζωή». «Άντε ρε γεροξεκούτη, βρωμομπεκρή. Μια ζωή ονειρεύεσαι...»
Την άλλη μέρα, τίτλος πρωινών εφημερίδων:
«Συνελήφθη κλέφτης ...“μαϊμού”».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet