Του Κωστή Γιούργου

Στα ίχνη του αποτυχημένου ανάλογου εγχειρήματος του πατέρα του, του αλησμόνητου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο σημερινός αρχηγός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης οραματίζεται να μεταλλάξει τη Νέα Δημοκρατία του ιδρυτή της σε κόμμα με τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του.
Ο κυριότερος από τους πολλούς λόγους της αποτυχίας του εκλιπόντος να το κατορθώσει ήταν η αρνητική προδιάθεση του κεντρώου χώρου στο πρόσωπό του, η επίμονη μνήμη της μεγάλης δεξαμενής ψηφοφόρων του Κέντρου, αριθμητικά ρωμαλέου ακόμα τότε και αρκούντως ανθεκτικού, χάρις και στην, φθίνουσα έστω, αίγλη του Ανδρέα Παπανδρέου.
Για λόγους εύκολα αντιληπτούς, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί, αζημίως για τις φιλοδοξίες του, να αλιεύσει προς την κατεύθυνση των υπολειμμάτων του ιστορικού Κέντρου –της αποκαλούμενης και «Κεντροαριστεράς». Διότι εκεί παίζουν το στοίχημα της δικής τους πολιτικής επιβίωσης άλλοι, κι επίσης διότι εκεί επωάζονται συμπορεύσεις που ελπίζει (και φροντίζει) να του φανούν χρήσιμες μετεκλογικά.
Συνεπώς, για να επικοινωνήσει με διεκδικήσιμα, υποτίθεται, εκλογικά στρώματα, για να συναντηθεί με τις ψήφους που θα του επιτρέψουν να μην ηττηθεί στις εκλογές, όποτε αυτές γίνουν, πρέπει να υπερβεί, χωρίς να θίξει, τον χώρο ανάμεσα στο κόμμα του και τον ΣΥΡΙΖΑ.
Επέλεξε, για να το επιτύχει, τη στρατηγική της καταστροφολογίας.
Δεν φαίνεται να του αποφέρει περισσότερα πολιτικά οφέλη από όσα είχε αποφέρει στους εμπνευστές της η χυδαία εκστρατεία εκφοβισμού και ενοχοποίησης του λαού στην μνημονιακή πενταετία 2010-2014. Δηλαδή τίποτα.

Κούφια κινδυνολογία

Επιμένει, ωστόσο. Παρά την κατάρρευση της κινδυνολογίας περί καταστροφής του τουρισμού εξαιτίας της διαχείρισης του προσφυγικού προβλήματος από την κυβέρνηση, περί διόγκωσης της ανεργίας, περί αποτυχίας της πρώτης αξιολόγησης, περί αποτυχίας της δεύτερης αξιολόγησης. Οι προσφυγικές ροές καταστάλαξαν σε διαχειρίσιμες διαστάσεις, οι τουριστικές ροές βαίνουν αυξανόμενες, η ανεργία βαίνει μειούμενη, η πρώτη αξιολόγηση έθεσε τις βάσεις για τη ρύθμιση του χρέους –για να αναφέρουμε μερικά μόνο από τα στοιχήματα που έχασε η καταστροφολογία του κ Μητσοτάκη.
Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, και μάλιστα με ρήτρα ανάπτυξης και εξόδου της χώρας στις αγορές, και με δεσμεύσεις ρύθμισης του χρέους, θα έπρεπε να είχε προβληματίσει την ηγεσία της ΝΔ αν η καταστροφολογία αποφέρει πολιτικά κέρδη ή αν, όπως αντίθετα συμβαίνει, εξαντλεί τα όποια αποθέματα αξιοπιστίας της.
Ο κ. Μητσοτάκης ασπάζεται ασμένως την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας. Είναι απορίας άξιο το ότι δεν δείχνει να έχει αντιληφθεί αυτό που έχουν αντιληφθεί και υποστηρίζουν ανοιχτά οικονομικοί αναλυτές και αρθρογράφοι που συμμερίζονται τη δική του κοσμοαντίληψη. Ότι δηλαδή το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου έδρασε σαν σήμα σταθερότητας και ξύπνησε το ενδιαφέρον επιχειρηματικών συμφερόντων, ξένων και εντόπιων, συνδεδεμένων με την πραγματική οικονομία και με εξωστρεφή, εξαγωγικό προσανατολισμό: ένας κύκλος μεταποιητικών επιχειρήσεων εκτιμά ότι η οικονομία θα βελτιωθεί σημαντικά, ότι διαμορφώνονται ευνοϊκές προϋποθέσεις ανασύνταξής της.

Ας «διάβαζε»…

Θα αρκούσε ο κ. Μητσοτάκης να «διαβάσει» σωστά, όπως είναι βέβαιο ότι μπορεί να το κάνει, τις επιτυχείς εκδόσεις ομολογιακών δανείων προχθές ακόμα, όπου επιχειρήσεις που άντεξαν την κρίση κατάφεραν να αντλήσουν οι ίδιες χρήματα από την αποταμιευτική αγορά, παρακάμπτοντας την αδυναμία των τραπεζών να ανταποκριθούν στο ρόλο που τους αναλογεί σε μια καπιταλιστική οικονομία.
Δεν φαίνεται διατεθειμένος να το κάνει. Πρέπει, άρα, να ετοιμάζεται να εισπράξει τις συνέπειες. Διότι αν επιμείνει στην άρνησή του να «διαβάσει» σωστά τις τάσεις που διαμορφώνονται στην αγορά, αν συνεχίσει να υπονομεύει με καταστροφολογικές προγνώσεις την ψυχολογία από την οποία τόσο εξαρτάται η οικονομία, αυτό δεν θα τον φέρει σε εύλογη πολιτική αντίθεση μόνο με τον επιχειρηματικό κόσμο. Θα βρει απέναντί του και τους αποταμιευτές, που έβγαλαν από την κατάψυξη τα αποθέματά τους και τα εμπιστεύτηκαν στην πραγματική οικονομία. Πόσο μακριά μπορούν να τον πάνε τα ιδεολογήματα περί Ελλάδας-Βενεζουέλας και Τσίπρα-Μαδούρο, πόσο να τα εξαργυρώσει με όρους πραγματικής πολιτικής; Θα αποτύχει οικτρά στις φιλοδοξίες του να μεταλλάξει την Νέα Δημοκρατία του ιδρυτή της σε κόμμα με τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του. Διότι, όπως καλά γνωρίζει και ο ίδιος, στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, αρκεί μία εκλογική αποτυχία, για να απολέσει τη θέση του ο πρόεδρός της. Έχει συμβεί τουλάχιστον δώδεκα φορές στο νεοδημοκρατικό παρελθόν.
Και τότε ο κ. Μητσοτάκης δεν θα μπορεί να υπολογίζει στον οίκτο των στελεχών που σήμερα εκφράζουν τον προβληματισμό τους για την πολωτική ρητορική σε όλα τα ζητήματα. Ανθρώπων που γνωρίζουν, επειδή είναι σε επαφή με την κοινωνία, ότι η δυσαρέσκεια που φαίνεται να απομακρύνει ψηφοφόρους από το κυβερνών κόμμα είναι αναστρέψιμη. Στελεχών που τον στήριξαν στην εσωκομματική εκλογή τον Ιανουάριο του 2016 και που σήμερα μιλούν για την ανάγκη αλλαγής πλεύσης, που επισημαίνουν ότι η κοινωνία περιμένει από την αξιωματική αντιπολίτευση θετικές προτάσεις, αλλά δεν εισακούγονται.
Οι προβληματισμοί είναι νωποί, οι ανησυχίες δεν έχουν σιγήσει. Εκφράστηκαν ξανά πολύ πρόσφατα, στη συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ την Τετάρτη 12 Ιουλίου. Αλλά δεν μεταπείθουν τον κ. Μητσοτάκη, που εξακολουθεί να επηρεάζεται –ή και να μην μπορεί να απαλλαγεί– από την κηδεμονία της σκληρής δεξιάς πτέρυγας που τον ανέδειξε αρχηγό.
Ατυχώς για τον ίδιο, η Δημοκρατία στην Ελλάδα είναι επαρκώς θωρακισμένη, δεν κινδυνεύει από θεσμικές στρεβλώσεις όπως εκείνες που χαρακτήριζαν το πολιτικό σύστημα προδικτατορικά. Η χώρα θα πλεύσει ομαλά μέχρι τις εκλογές το 2019.
Ευτυχώς για τον ίδιο, έχει μέχρι τότε αρκετό χρόνο να κατεβάσει τους τόνους, πριν διαβεί το χωρίς επιστροφή όριο που χωρίζει την καταστροφολογία από την (αυτο)καταστροφή.



ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet