Η δημοσίευση της έκθεσης του ΔΝΤ, οι τοποθετήσεις εκπροσώπων των θεσμών επ’ αυτής και η ανακοίνωση της νέας εκτίμησης του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης «Standard & Poor’ s» διαμορφώνουν το έδαφος πάνω στο οποίο θα πορευτεί το αμέσως επόμενο διάστημα η ελληνική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης και της εξόδου στις αγορές, δοκιμαστικά, για ένα μικρό πενταετές ομόλογο. Παρά το γεγονός ότι το κλίμα που διαμορφώθηκε είναι θετικότερο, παρά τους αρκετούς αστερίσκους, όλα δείχνουν ότι ο προγραμματισμός της κυβέρνησης για έξοδο στις αγορές άμεσα, ίσως και αυτή την εβδομάδα, ισχύει.
Η ανάγνωση της έκθεσης του ΔΝΤ οδηγεί σε πολλές εκδοχές, λόγω και του εύρους των θεμάτων που πιάνει αλλά και των αντιφάσεων που εμπεριέχει. Αυτό που προτάσσουν εκπρόσωποι των θεσμών είναι η έγκριση συμμετοχής στο πρόγραμμα, αν και αυτή είναι χωρίς υλικό αντίκρισμα, καθώς τελεί υπό αίρεση. Ο πρόεδρος του ESM, κ. Ρέγκλιγκ, θα σπεύσει και θα δηλώσει: «Αυτό θα επιτρέψει στην Ελλάδα να ολοκληρώσει επιτυχώς τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται μέχρι το τέλος των προγραμμάτων του ESM και του ΔΝΤ τον Αύγουστο του 2018, για να ανοικοδομηθεί μια ανταγωνιστική οικονομία και να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών». Το ίδιο και ο επίτροπος, κ. Μοσκοβισί: «Η απόφαση που έλαβε το ΔΝΤ είναι ένα πολύ καλό νέο. Πρόκειται για ένα νέο θετικό δείκτη της επιστροφής της εμπιστοσύνης των διεθνών εταίρων της Ελλάδας, και ένα πολύ θετικό σήμα για τις αγορές», ανέφερε σε δήλωσή του προς γαλλικό πρακτορείο.

Αιχμηρή απόφαση

Η απόφαση, βεβαίως, της συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα —την αίτηση υπέγραψαν από κοινού Τσίπρας-Τσακαλώτος-Στουρνάρας— αποτρέπει τη δημιουργία μιας αναταραχής που, αυτή τη λεπτή στιγμή, θα έβλαπτε την ελληνική πλευρά. Ωστόσο, όπως εξάλλου αναμενόταν, πρόκειται για απόφαση με πολλά και αιχμηρά δόντια. Το πιο θετικό στοιχείο της, το οποίο είχε αγνοηθεί επιδεικτικά από τον αντιπολιτευόμενο Τύπο, είναι ότι προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ 2,1% για το 2017 και 2,6% το 2018. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Υπό την προϋπόθεση της πλήρους εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, το ΑΕΠ αναμένεται να ανακάμψει ισχυρά μεσοπρόθεσμα. Προβλέπεται να ενισχυθεί με ρυθμό έως 2,1% φέτος και 2,6% το 2018, αντλώντας στήριξη από την ιδιωτική κατανάλωση, την αύξηση των επενδύσεων που θα ενισχυθούν από κεφάλαια της ΕΕ αλλά και την βελτιωμένη εμπιστοσύνη». Χαρακτηρίζει, επίσης, το χρέος ως «μη βιώσιμο» από «εξαιρετικά μη βιώσιμο» που ανέφερε η προηγούμενη έκθεση.

Οι πιέσεις διατηρούνται

Ωστόσο, επαναλαμβάνει όλες τις νεοφιλελεύθερες θέσεις του (αναλυτικά αναφέρεται σ’ όλα αυτά η συνέντευξη με τον Κώστα Μελά στις σελ. 8, 9) για θεραπεία της ελληνικής οικονομίας: ιδιωτικοποιήσεις, διεύρυνση φορολογικής βάσης, απελευθέρωση αγορών, επίσπευση κατά ένα έτος των πρόσθετων μέτρων για το 2019-2020, μη επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και διατήρηση της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας μετά το 2018, και πολλά άλλα ακόμη. Βεβαίως, επιμένει στην πάγια θέση του να μειωθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και να γίνει ελάφρυνση του χρέους για να γίνει διαχειρίσιμο.
Αυτό το κλίμα που διαμορφώνει η έκθεση του ΔΝΤ, σε συνδυασμό και με τις δηλώσεις του προέδρου της ΕΚΤ, κ. Ντράγκι, σχετικά με την ελληνική οικονομία και τα όσα γνωρίζουμε ως πάγιες απόψεις των ηγετών της ευρωζώνης, ιδίως της Γερμανίας, συνιστούν μια πολύ ισχυρή πίεση προς την ελληνική κυβέρνηση στην τελική ευθεία προς την έξοδο από το μνημόνιο και ιδίως τη στιγμή της εξόδου, όταν θα γίνονται οι τελικοί λογαριασμοί. Πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος, παρά τις διαφωνίες, της συμμαχίας ΔΝΤ-Γερμανίας, να αθροιστούν τα αρνητικά τους –όπως έγινε με τη δεύτερη αξιολόγηση– στην πλάτη της Ελλάδας, που θα βγαίνει μεν από το μνημόνιο, αλλά θα επιδιωχθεί να έχει όσο είναι δυνατόν λιγότερους βαθμούς ελευθερίας. Αυτό είναι και το κρίσιμο ζήτημα και συγχρόνως πολιτική και δοκιμασία για την κυβέρνηση.

Μικρή επιφύλαξη

Η ανακοίνωση της S&P την Παρασκευή το βράδυ είναι θετική για την ελληνική οικονομία αλλά με –πολύ– μέτρο. Το θετικό της είναι ότι στην ανακοίνωσή της, η S&P επισημαίνει ότι η ανάκαμψη του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις νομοθετημένες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις και την περαιτέρω ελάφρυνση χρέους, θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να μειώσει το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έως το 2020. Και «ως εκ τούτου, αναβάθμισε το outlook της Ελλάδας σε «θετικό» από «σταθερό» προηγουμένως, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στο «Β-». Το ότι διατήρησε όμως το «Β-», δηλώνει μια επιφύλαξη. Ωστόσο, η S&P προχωρά σε μια συνολική ανάγνωση της απόφασης του Eurogroup αρκετά θετική, ιδίως στο σημείο της δέσμευσης για στήριξη του Eurogroup «να διευκολύνει την πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές με τη δημιουργία ενός ταμειακού αποθέματος, μέσω εκταμιεύσεων που ξεπερνούν το ποσό που χρειάζεται η ελληνική κυβέρνηση για την κάλυψη των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του χρέους και την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Κατά την άποψη της S&P, αυτή η υποστήριξη είναι πιθανό να προετοιμάσει το έδαφος προκειμένου η Ελλάδα να επιστρέψει στις αγορές ομολόγων φέτος». Ο οίκος Moοdy’ s, επίσης, σε έκθεσή του την περασμένη εβδομάδα, κατέγραψε πρόοδο για την Ελλάδα.

Αντιπαράθεση κυβέρνησης-ΝΔ

Όπως ήταν αναμενόμενο η έκθεση του ΔΝΤ τροφοδότησε για άλλη μια φορά την αντιπαράθεση ΝΔ-κυβέρνησης. Ο κ. Σταϊκούρας θα δηλώσει ότι «η Έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιβεβαιώνει το τεράστιο κόστος που συσσώρευσε στη χώρα η ανερμάτιστη kυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Κόστος που θα “κουβαλάει” στις πλάτες της η ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια.
Συγκεκριμένα, η Έκθεση καταγράφει τη ραγδαία επιδείνωση της βιωσιμότητας του χρέους από τις αρχές του 2015. Ειδικότερα, τον Ιούνιο του 2014, το ΔΝΤ εκτιμούσε ότι το δημόσιο χρέος θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του Α.Ε.Π. το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του Α.Ε.Π. Μάλιστα, υποστήριζε ότι το χρέος έχει μπει σε “μονοπάτι βιωσιμότητας”. Βασικός παράγοντας της επιβάρυνσης της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους» πρόσθεσε, «είναι η συρρίκνωση του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας».
Η απάντηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου ανασκευάζει πλήρως την άποψη της ΝΔ: «Η έκθεση βιωσιμότητας του χρέους του ΔΝΤ το 2014, επί κυβέρνησης Σαμαρά, βασιζόταν σε εξαιρετικά μη ρεαλιστικές προβλέψεις τόσο για τους ρυθμούς ανάπτυξης όσο και για τα μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία προβλεπόταν να υπερβαίνουν το 4%. Με βάση τις προβλέψεις εκείνες, η τότε κυβέρνηση αποδεχόταν τη θέση του Ταμείου ότι δεν απαιτείται ρύθμιση χρέους.
Η στρατηγική της παρούσας κυβέρνησης ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη και απέφερε καρπούς. Δεν αποδέχτηκε τις μη ρεαλιστικές προβλέψεις (βάσει των οποίων οι κύριοι Σαμαράς και Σταϊκούρας θεωρούσαν το χρέος βιώσιμο και έχτιζαν το «success story» τους) με αποτέλεσμα να διαπραγματευτεί και να επιτύχει ρύθμιση χρέους, όπως προκύπτει και από την απόφαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017.Έτσι, η πορεία προς τη βιωσιμότητα του χρέους βασίζεται πλέον σε πιο ρεαλιστικές προβλέψεις τόσο για τους ρυθμούς ανάπτυξης όσο και για τα πρωτογενή πλεονάσματα».
Διαβάζοντας κανείς τις τότε και τωρινές εκθέσεις του ΔΝΤ, με τις σχετικές εκτιμήσεις και παραδοχές δεν θα ήταν και τόσο σοφό να τις πάρει στα σοβαρά. Αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες αυτών των εμμονών είναι πραγματικές, άμεσες και οδυνηρές. Δυστυχώς.


Παύλος Κλαδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet