ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ κ. ΝΤΡΑΓΚΙ


Του Σπύρου Λαπατσιώρα

Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE στη συνέχεια) που αποφασίστηκε στις 22/1 αποτελεί συνέχεια προγραμμάτων που αποφασίστηκαν το καλοκαίρι του 2014.
Τα προηγούμενα προγράμματα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα ως προς τη διεύρυνση της χρηματοδότησης στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Τι καινούργιο κομίζει αυτό το πρόγραμμα και ποια αποτελεσματικότητα επιδιώκει;
Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται να εξετάσουμε τα διάφορα στοιχεία που ορίζουν ένα πρόγραμμα QE.

Τι είναι η πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης;

Αποτελεί (έκτακτη) πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία έχει στόχο να επηρεάσει τις συνθήκες χρηματοδότησης κρατών, επιχειρήσεων και καταναλωτών, έτσι ώστε να αποφευχθεί οικονομική ύφεση ή να διευκολυνθεί η έξοδος από αυτήν. 
Η μηχανική που σκοπεύει να θέσει σε κίνηση αυτή η πολιτική, έχει απλά ως εξής: αγοράζοντας τίτλους η Κεντρική Τράπεζα, συνήθως κρατικά ομόλογα, τους οποίους κατέχουν οι τράπεζες, τους δίνει ρευστά διαθέσιμα. Η αύξηση του όγκου των ρευστών διαθεσίμων δίνει κίνητρο στις τράπεζες να αδυνατίσουν τα κριτήρια πιστωτικής αξιοπιστίας για δανεισμό σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Συγχρόνως, συμπιέζονται τα επιτόκια και οι αποδόσεις των τίτλων. Επομένως, εμφανίζεται πιστωτική επέκταση, δηλαδή χρηματοδότηση δαπάνης, η οποία θα δημιουργήσει τάσεις μεγέθυνσης του ΑΕΠ, αίροντας τις υφεσιακές τάσεις που δημιουργεί η περιστολή της δαπάνης λόγω απομόχλευσης και οι αρνητικές οικονομικές προοπτικές.
Όπως εύκολα διαπιστώνουμε, αυτή η απλή μηχανική δεν εγγυάται ότι η αρχική στόχευση θα μεταδοθεί στην οικονομική δραστηριότητα, αν εστιάσουμε στο πέρασμα από τον ένα κρίκο της αλυσίδας στον άλλον. Χωρίς να επιχειρηματολογήσουμε, μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό ότι η μείωση της ανεργίας απαιτεί επενδύσεις. Ωστόσο, η απλή διεύρυνση των καταθέσεων και του χρήματος που κυκλοφορεί, μέσω της πολιτικής χαλάρωσης, δεν εγγυάται την ανάληψη επενδύσεων – μπορεί απλά να ενισχύει την διαδικασία ενίσχυσης της κεφαλαιακής θέσης υπερδανεισμένων επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, απαιτείται και η ύπαρξη μιας κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής ή άλλης μορφής χρηματοδότησης που στοχεύει σε επενδύσεις. 

Σημασία έχει η μορφή, οι λεπτομέρειες και αυτό που δεν λέγεται

Για να εκτιμήσουμε επομένως το νέο QΕ που ανακοίνωσε η ΕΚΤ, θα πρέπει να εξετάσουμε το κατά πόσο οι τεχνικές λεπτομέρειες που το συνθέτουν, επιτρέπουν και σε ποια έκταση την λειτουργία αυτής της απλής μηχανής που περιγράψαμε. Το καινούργιο στοιχείο σε σχέση με προηγούμενα προγράμματα είναι η αγορά τίτλων κρατικού χρέους, απόλυτα εύλογο, αν αναλογιστούμε τις πολιτικές δυσκολίες της Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας ή Βελγίου, για να περιοριστούμε σε αυτά τα κράτη μέλη.
Πρώτο, το ύψος του προγράμματος. Ανακοινώθηκε ένα πρόγραμμα αγοράς τίτλων, εταιρικών και κρατικού χρέους 60δισ. ανα μήνα για 18 μήνες. Σύνολο γύρω στο 1,1 τρισ. ευρώ. Από αυτά τα 350 δισ. ευρώ μπορούν να αφορούν κρατικό χρέος (επειδή η απόφαση καθορίζει, “αυθαίρετα” φυσικά, ότι ανά εκδότη θα μπορεί να αγοραστεί μέχρι το 33%). Στο ίδιο διάστημα, τα χρεολύσια στην ευρωζώνη είναι γύρω στο 1 τρισ. ευρώ. 
Αναμφίβολα, αυτό το μέγεθος παρέμβασης διευρύνει το δημοσιονομικό χώρο των κυβερνήσεων της ευρωζώνης, μέσω της πτώσης των επιτοκίων και τη δυνατότητα να αναδιαταχθούν οι λήξεις (εφόσον το πρόγραμμα που ανακοινώθηκε περιλαμβάνει αγορές μακροχρόνιων ομολόγων). Ωστόσο, η δυνατότητα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής δεν εξαρτάται από αυτό το πρόγραμμα. Με άλλα λόγια, αυτό που επιτυγχάνει το πρόγραμμα, δεν είναι η δημιουργία άμεσης δυνατότητας μείωσης της ανεργίας, αλλά η δυνατότητα χειρισμών μετάθεσης ενός μέρους του “πολιτικού κινδύνου”.
Το μέγεθος αυτής της παρέμβασης αναμφίβολα θα συμπιέσει τα επιτόκια και τις αποδόσεις. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν αποτελεί κοινή πολιτική αλλά πολιτική κατά 80% κάθε Κεντρικής Τράπεζας (η απόφαση ορίζει ότι για κάθε 100 ευρώ αγοράς τα 20 θα αγοράζονται από ενα κοινό σχήμα και τα 80 από κάθε Κεντρική Τράπεζα), ενδέχεται η πτώση στις χώρες της περιφέρειας να μην είναι τόσο μεγάλη. Επίσης, δεν μπορεί να συγκριθεί το ύψος αυτού του προγράμματος με το ύψος του αντίστοιχου προγράμματος των ΗΠΑ ή της Ιαπωνίας. Αντιστοιχία θα σήμαινε ένα πρόγραμμα ύψους γύρω στα 3 τρισ. 
Η επίδραση που θα έχει στη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, με δεδομένη την πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Το κυριότερο στοιχείο για να εκτιμήσουμε τη σημασία που έχει, είναι ότι οι εξαγωγές της ευρωζώνης είναι πολύ μικρό μέγεθος σε σχέση με το ΑΕΠ της, ενώ συγχρόνως ένα μεγάλο ποσοστό της αξίας τους παράγεται εκτός ευρωζώνης. 
Δεύτερο, ως προς τη διάρκεια. Στις ΗΠΑ δεν ανακοινώθηκε συγκεκριμένη διάρκεια, 18 μηνών, όπως ανακοίνωσε η ΕΚΤ, αλλά ένας στόχος, η μείωση της ανεργίας κάτω από το 6,5%. Η ΕΚΤ φυσικά δεν έχει, λόγω καταστατικού, στόχο την ανεργία, επομένως ο μόνος ποσοτικός στόχος που μπορεί να θέσει, είναι ο πληθωρισμός και αυτό αποτελεί το βασικό επικαθοριστικό παράγοντα που η συζήτηση για το QE γίνεται με διακύβευμα τον αποπληθωρισμό. Το ότι δεν θέτει στόχο επίτευξης αλλά χρονική διάρκεια, δεν φαίνεται σημαντικό πρόβλημα, εφόσον εύλογα κανείς θα μπορούσε να αντιτείνει ότι μπορεί να ανανεωθεί αν χρειαστεί. Ωστόσο, σηματοδοτεί τις πολιτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η απόφαση της ΕΚΤ και το γεγονός ότι οι στόχοι που βάζει την υπερβαίνουν.
Τρίτο, ως προς την Ελλάδα και τη συγκρότηση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Παρά την κινδυνολογία, η απόφαση της ΕΚΤ, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν δημιουργεί καθεστώς ειδική περίπτωσης. Είναι πολύ σημαντική η επιμονή του κ. Ντράγκι στο ότι έχουμε γενικούς κανόνες. Η απαίτηση η Ελλάδα να είναι σε πρόγραμμα (και όχι στο πρόγραμμα) απορρέει από το γεγονός ότι οι υπάρχοντες διαθέσιμοι τίτλοι της Ελλάδας δεν είναι επιλέξιμοι με βάση τους ισχύοντες κανόνες και είναι απόλυτα συμβατή με τους διαπραγματευτικούς και προγραμματικούς στόχους του ΣΥΡΙΖΑ. Το γεγονός ότι το πρόγραμμα αφορά την Ελλάδα από τον Ιούλιο, προέρχεται από το ότι οι Κεντρικές Τράπεζες κατέχουν ήδη ελληνικούς τίτλους στο ύψος 33% ανά εκδότη και 25% ανά σειρά ομολόγων. 

Συμπερασματικά

Η ΕΚΤ αναγκαστικά θέτει στόχους που υπερβαίνουν τα μέσα που διαθέτει, για να τους πετύχει. Ο αποπληθωρισμός ή μη στην ευρωζώνη δεν εξαρτάται μόνο από τις πολιτικές της ΕΚΤ. Ειδικά αν είναι τόσο “συμβατικές” ως αποτέλεσμα πολιτικών συμβιβασμών, παρόλο που θεωρούνται έκτακτες. Ας πούμε, χωρίς να είμαστε ακριβείς, ότι δεν είναι δουλειά των τραπεζιτών ως κράτος να μειώσουν την ανεργία και να δημιουργήσουν μεγέθυνση, αλλά των πολιτικών ως κράτος. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα που οδηγεί στην απόφαση, είναι οι περιπέτειες της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, του Βελγίου. Περιπέτειες που δημιουργούνται από μια πολιτική υποτίμησης της εργασίας με τίμημα την ύφεση και αναγκαία δημιουργούν συνθήκες αναδόμησης του πολιτικού σκηνικού. Η απόφαση της ΕΚΤ δίνει, άλλη μια φορά, χρόνο στις πολιτικές ελίτ, για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που επανα-συσσωρεύτηκαν στην Ευρώπη μετά το 2011. 
Η συσσώρευση όμως του πολιτικού κινδύνου στην ευρωζώνη είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να μην περιμένει κανείς η δράση της ΕΚΤ να έχει τις ίδιες δυνατότητες όπως επέδειξε το 2011-2012 και μάλιστα σε μια περίοδο πύκνωσης του ευρωπαϊκού πολιτικού χρόνου.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet