xatzopoulos

Του Ορέστη Αθανασίου

Το ότι ο δρόμος προς το σοσιαλισμό δεν περνάει μέσα από τις δικαστικές αίθουσες είναι βέβαιο. Εκείνο το οποίο ίσως αποδειχθεί για μια ακόμη φορά στην επικείμενη εκδίκαση τον Οκτώβριο μιας αγωγής που έχει καταθέσει από τον Ιούλιο του 2012 κατά του ελληνικού δημοσίου, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η τότε διοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας, είναι πως ούτε καν μια κάθαρση επιμέρους και τρανταχτών σκανδάλων μπορεί να γίνει μόνο με δικαστικά μέσα. Η υπόθεση στην οποία αναφερόμαστε αφορά τα δάνεια, τα οποία έπαιρναν τα κόμματα από τις τράπεζες και κυρίως από την ΑΤΕ με εγγύηση την κρατική χρηματοδότηση.

Το ιστορικό

Η ΑΤΕ κατείχε το 72% των δανείων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Το 2012 η ΝΔ χρωστούσε στην Αγροτική 104.360.000 ευρώ και το ΠΑΣΟΚ 93.000.000 ευρώ, τα οποία δόθηκαν από την τράπεζα με εγγυήσεις «τις κρατικές επιχορηγήσεις προς αυτά» και «βασικό δικαιοπρακτικό θεμέλιο τη φερεγγυότητα των εναγόμενων πολιτικών κομμάτων». Όπως αναφέρεται στην αγωγή η ΝΔ από το 2000 είχε καταβάλει στην ΑΤΕ μόλις 29.169.000 ευρώ σε τόκους και 407.460 ευρώ ως προμήθειες και το ΠΑΣΟΚ 28.157.000 ευρώ σε τόκους (εκ των οποίων τα μισά την περίοδο 2010-12) και 369.401 σε προμήθειες. Τα δύο κόμματα είχαν επίσης δεσμεύσει τις κρατικές επιχορηγήσεις προηγούμενων, αλλά και επόμενων ετών (έως το 2017!), όχι όμως την κρατική επιχορήγηση του 2015, καθώς είχαν προβλέψει ότι αυτή θα είναι εκλογική χρονιά. Τον Απρίλιο του 2012 τροπολογία του υπουργού Εσωτερικών Τάσου Γιαννίτση προέβλεπε πως η τέταρτη δόση του έτους 2011, καθώς και η πρώτη και δεύτερη δόση του έτους 2012 της κρατικής χρηματοδότησης «δεν κατάσχονται και δεν εκχωρούνται, καταβάλλονται δε υποχρεωτικά στα δικαιούχα κόμματα». Με βάση αυτή τη ρύθμιση η ΑΤΕ δεν μπορούσε να κατακρατήσει αυτά τα ποσά έναντι των οφειλών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
Μετά από αυτήν την εξέλιξη, η διοίκηση της τράπεζας αποφασίζει στις 3 Ιουλίου 2012 να υποβάλλει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των δύο πολιτικών κομμάτων, καταγγέλλοντας το γεγονός ότι δια νόμου αφαιρούν από την τράπεζα περιουσιακά στοιχεία τους, γεγονός που «αντίκειται ευθέως στη συνταγματικά προστατευμένη οικονομική ελευθερία τόσο της τράπεζας όσο και των μετόχων της». Με την αγωγή αξιώνει συνολική αποζημίωση πάνω από 40.000.000 ευρώ. Είκοσι μέρες μετά, το «υγιές» κομμάτι της τράπεζας πωλείται στην Πειραιώς. Το αντίτιμο της πώλησης στην Πειραιώς ήταν 95.000.000 ευρώ, τη στιγμή που μόνο από τα κόμματα η ΑΤΕ περίμενε να εισπράξει άνω των 200.000.000 ευρώ. Αν τα δάνεια αυτά είχαν εκχωρηθεί στο «κακό» κομμάτι της τράπεζας, θα είχαν γίνει άμεσα απαιτητά και αν ακολουθούνταν η διαδικασία που προβλέπεται για τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, τότε τα δύο κόμματα θα έπρεπε να κηρύξουν πτώχευση. Όμως τα δάνεια πέρασαν στο «υγιές» κομμάτι και έτσι παρέμειναν απλώς ως μη εξυπηρετούμενα, όπως αποδεικνύεται και από το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τα δάνεια των κομμάτων και των ΜΜΕ. Ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής Μ. Φάμελλος είχε δηλώσει πως το σύνολο των δανείων ανέρχεται σε 417.000.000 ευρώ. Από τα 142.100.000 ευρώ που χρωστά η ΝΔ, δεν εξυπηρετούνται τα 137.100.000 και από τα 127.000.000 ευρώ που οφείλει το ΠΑΣΟΚ,  δεν εξυπηρετούνται τα 118.300. 000 ευρώ.

Το ξέπλυμα

Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα ψηφίζεται βουλευτική τροπολογία που διαγράφει υπό προϋποθέσεις ποινικές ευθύνες τραπεζικών στελεχών που υπέγραφαν δανειακές συμβάσεις με κόμματα. Με την ψήφιση αυτής της τροπολογίας τέθηκε στο αρχείο το πόρισμα του εισαγγελέα Καλούδη για τα δάνεια των κομμάτων. Στο πόρισμά του ο εισαγγελέας εισηγούνταν την άσκηση δίωξης για το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας σε βάρος 37 στελεχών της ΑΤΕ και 13 στελεχών της Εθνικής Τράπεζας, καθώς για το κακούργημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία τους υπευθύνους των κομμάτων, ενώ πρότεινε τη συνέχιση της προκαταρκτικής εξέτασης «προς αναζήτηση τυχόν ποινικών ευθυνών και άλλων προσώπων σχετικά με δάνεια που χορηγήθηκαν από τις τράπεζες σε πολιτικά κόμματα». Μια άλλη τροπολογία, που ψηφίστηκε τον Οκτώβριο του 2014, ορίζει ότι «ποσοστό 40% της συνολικής κρατικής χρηματοδότησης που λαμβάνει κάθε κόμμα και συνασπισμός κομμάτων είναι ακατάσχετο και ανεκχώρητο».

Η Εξεταστική

Αυτές οι πολύ βολικές για τα τότε κόμματα εξουσίας διευθετήσεις αναδείχθηκαν στις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής για τα δάνεια κομμάτων και ΜΜΕ και στο πόρισμα που συντάχθηκε τον Ιανουάριο του 2017. Όμως το πόρισμα της πλειοψηφίας δεν κατέληγε στον καταλογισμό ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα και κατά συνέπεια στη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, που θα αναλάμβανε τη δικαστική διερεύνησή τους. Το πόρισμα παραπέμφθηκε στον οικονομικό εισαγγελέα για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Πράγμα που πρακτικά σήμαινε πως η έρευνα ξεκινά πάλι από το μηδέν, χωρίς να έχει παραμεριστεί κανένα από τα νομοθετικά ενμπόδια που μπλοκάρουν την παραπέρα διερεύνηση. Στον οικονομικό εισαγγελέα εναπόκειται να εξακριβώσει αν τελέστηκαν αδικήματα και από ποιους και συνάμα να κρίνει αν πρέπει να ανασυρθεί από το αρχείο το πόρισμα Καλούδη.
Καμία από αυτές τις νομοθετικές ρυθμίσεις ξεπλύματος και παραγραφής πολιτικών και πολιτικών ευθυνών δεν καταργήθηκε. Επιπλέον, η τροπολογία του 2013 για την ασυλία των τραπεζικών στελεχών επιβεβαιώθηκε νομοθετικά και από τη σημερινή κυβέρνηση, καθώς είχε ενταχθεί στα προαπαιτούμενα της προηγούμενης αξιολόγησης. Σε νόμο που ψηφίστηκε τον Μάιο, προβλέπεται πως τα τραπεζικά στελέχη έχουν ασυλία για αστικές και ποινικές ευθύνες οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από αναδιαρθρώσεις ή διαγραφές δανείων. Η ρύθμιση αφορά πρωτίστως τα «κόκκινα» δάνεια, αλλά στην πράξη ο δικαστής μπορεί να κρίνει αν αφορά και τα δάνεια των κομμάτων. Η μόνη νομοθετική πρωτοβουλία που πήρε η σημερινή κυβέρνηση ήταν μια τροπολογία του Π. Σκουρλέτη, με την οποία προβλέπεται ότι το ύψος της κρατικής χρηματοδότησης που μπορεί να εκχωρηθεί ή ενεχυριαστεί από τα κόμματα δεν μπορεί να υπερβαίνει είτε το σύνολο της χρηματοδότησης που δικαιούνται κατά το οικονομικό έτος στο οποίο χορηγείται το δάνειο, είτε το 50% της εκάστοτε ετήσιας χρηματοδότησής τους.

De facto παραγραφή

Ο δρόμος της δικαστικής δικαίωσης για την αγωγή της ΑΤΕ είναι συνεπώς πολλαπλά υπονομευμένος. Μια επιπλέον εμπλοκή ήταν αυτή που έχει επισημανθεί και από το πόρισμα της Εξεταστικής και αφορά τη νομική υπόσταση των κομμάτων. Η τροπολογία του 2013, αναφέρεται στο πόρισμα, «διατηρεί την αμφιβολία για το αν πράγματι υπάγονται τα πολιτικά κόμματα στο ρυθμιστικό πεδίο των τραπεζικών δανείων». Αποτέλεσμα αυτής της αμφιβολίας, συνεχίζει το πόρισμα, είναι να μένει ανοκτό «το πώς θα ενεργήσουν τα αρμόδια δικαστικά όργανα, κυρίως εάν θα αποδεχθούν τη θέση στο αρχείο της υπόθεσης μετά την ψήφιση της τροπολογίας του 2013, ή εάν θα επιλεγεί η ανάσυρση από το αρχείο της σχετικής δικογραφίας». Μια δεύτερη παράπλευρη συνέπεια αυτής της νομικής διελκυνστίνδας είναι πως ο υπό ίδρυση νέος φορέας της Κεντροαριστεράς δεν θα κληρονομήσει τα χρέη του ΠΑΣΟΚ. Η δημιουργία του νέου φορέα θα επισφραγίσει αυτήν την ιδιότυπη παραγραφή, έστω και αν κάποιος δικαστής θα ήθελε να πράξει διαφορετικά.
Χωρίς μια τολμηρή και σε βάθος τομή το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί. Είναι εξόχως πολιτικό για να παραπεμφθεί στους εισαγγελείς και τους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet