michelis

Του Γιώργου Μιχελή*

«Η εθνική ευημερία δημιουργείται, δεν κληρονομείται». Έτσι αρχίζει το άρθρο του ο Michael Porter, που δημοσίευσε το Harvard Business Review το 19901. Έκτοτε δεν έχω διαβάσει κάτι πιο πειστικό, και αναρωτιέμαι γιατί οι εμπλεκόμενοι φορείς δεν ασχολούνται με το αυτονόητο της διαπίστωσης του Porter2.
Για να δημιουργηθεί, όμως, η ευημερία (συνεχίζει ο Porter) τα κράτη πρέπει να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον που να βλέπει μπροστά, να είναι δυναμικό και να προσφέρει προκλήσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα δραστηριοποιηθούν επιχειρήσεις που έχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και θα εξαφανισθούν αυτές που δεν συμμερίζονται τέτοια χαρακτηριστικά.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς αυτές οι απλές συστάσεις μπορεί να λειτουργήσουν σε ένα κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο μάλιστα μαστίζεται από μια δεκαετή σχεδόν οικονομική κρίση.
Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα της κρίσης έχει απολεσθεί το 27% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και έχουν οδηγηθεί σε κλείσιμο πολλές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα απουσιάζει ένα σχέδιο δράσης που, αν μη τι άλλο, να οδηγεί με σαφή τρόπο στην ανάκτηση του χαμένου ΑΕΠ. Όχι αναγκαστικά στους τομείς και κλάδους που έχουν υποστεί τη σημαντική μείωση που προαναφέρθηκε, αλλά σε τομείς και κλάδους που εμφανίζουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, χαρακτηρίζονται από εξωστρέφεια και χρησιμοποιούν συντελεστές παραγωγής με δεξιότητες (εργατικό δυναμικό) και υποδομές.
Στο σημείο αυτό πρέπει να δούμε τους ρόλους των εμπλεκομένων, δηλαδή των επιχειρήσεων και του κράτους. Είναι σαφές ότι από τη μεριά των επιχειρήσεων πρέπει να προηγούνται αυτές που ανταγωνίζονται στη βάση της συνεχούς καινοτομίας και της εξωστρέφειας. Αυτά τα δύο στοιχεία αφορούν σε όλους τους στρατηγικούς κλάδους της πρωτογενούς και της δευτερογενούς παραγωγής, συνδέονται δε άμεσα με την αξιοποίηση τόσο των φυσικών όσο και των ανθρώπινων πόρων της ελληνικής οικονομίας, οι οποίοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, υπάρχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Εδώ υπάρχουν και οι μεγάλες προκλήσεις για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Αρκετές από αυτές αντί να επιλέγουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας (π.χ. χαμηλού κόστους ανθρώπινο δυναμικό), επιλέγουν την εσωστρέφεια, την αλλαγή φορολογικής έδρας, ακόμα και τη διακοπή της δραστηριότητας, πράγμα που καταδεικνύει πως όσο υπήρχε η στενή (ανίερη) σχέση κράτους - επιχείρησης, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τώρα ξαφνικά το κράτος είναι ανίκανο, μη συνεργάσιμο, μη φιλικό κ.ο.κ.

Τα ελληνικά παράδοξα

Έχει, νομίζω, αποδειχθεί ότι το μεταπολεμικό πρότυπο «συνεργασίας κράτους - επιχειρήσεων» έχει αποτύχει πανηγυρικά, σε όλες τις εκφάνσεις του. Δεν έχει λειτουργήσει ούτε το «laissez – faire» πρότυπο (το «αόρατο χέρι» του Adam Smith), ούτε η αγαστή συνεργασία κράτους – επιχείρησης, με όλα τα γνωστά συνεπακόλουθα της διαπλοκής και των πελατειακών σχέσεων.
Αντίθετα, υπάρχουν ορισμένοι απλοί κανόνες για το ρόλο του κράτους, που μπορεί να παίξουν καταλυτικό ρόλο στη βασική λειτουργία των ελληνικών επιχειρήσεων.
Η αλήθεια είναι ότι το κράτος παίζει αυτό το ρόλο εδώ και χρόνια, αλλά αυτός ούτε αναγνωρίζεται, ούτε αξιοποιείται. Για παράδειγμα, η παραγωγή τόσων χιλιάδων ελλήνων επιστημόνων (πολλοί εκ των οποίων εγκαταλείπουν τη χώρα) είναι υποχρέωση του κράτους, η οποία πραγματοποιείται μεν, αλλά δεν αξιοποιείται από την επιχειρηματική κοινότητα! Αυτό αποτελεί ένα παράδοξο, ιδιαίτερα όταν έλληνες επιχειρηματίες «διαμαρτύρονται» ότι δεν βρίσκουν έμπειρο εργατικό δυναμικό, ενώ την ίδια στιγμή έλληνες επιστήμονες και μη, μεταναστεύουν απανταχού της γης προκειμένου να βρουν δουλειά.
Το παραπάνω παράδοξο γίνεται εντονότερο, όταν ενώ έχουν επέλθει συνταρακτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, προς όφελος των επιχειρήσεων, οι τελευταίες εξακολουθούν να διαμαρτύρονται για «εμπόδια» στην αγορά εργασίας.
Αντίστοιχα παράδοξο είναι το γεγονός περί δήθεν έλλειψης βασικών υποδομών. Είναι γνωστό ότι οι υποδομές στην Ελλάδα βρίσκονται σε ένα πολύ ικανοποιητικό επίπεδο. Αυτό που λείπει είναι η αξιοποίηση αυτών των υποδομών, κυρίως από τη μεριά των επιχειρήσεων, που διαρκώς διαμαρτύρονται για την έλλειψή τους, εννοώντας, όμως, την παντελή παράδοση των υποδομών στις επιδιώξεις τους, χωρίς την τήρηση βασικών περιβαλλοντικών και άλλων όρων για τη διατήρηση της ομορφιάς αυτής της χώρας.

Ο ρόλος του κράτους

Ας δούμε, όμως, σε αυτό το σημείο και τον ρόλο του κράτους στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Ο ρόλος του κράτους, όπως αναφέρει και ο Porter, είναι αυτός του καταλύτη και της πρόκλησης για αλλαγή. Αυτή η πρόκληση πρέπει να απευθύνεται στις επιχειρήσεις, τις οποίες να καλεί να παίξουν το ρόλο τους ως «καινοτόμοι» και με διάθεση ανταγωνιστικότητας και εξωστρέφειας.
Επιπλέον, το κράτος πρέπει να ανταποκρίνεται στους εξής ρόλους:
1. Να πρωτοστατεί στην ανάπτυξη δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας μέσω της εκπαιδευτικής του πολιτικής.
2. Να αναπτύσσει τις απαιτούμενες υποδομές.
3. Να επιβάλλει πρότυπα στην ποιότητα προϊόντων και τις συνθήκες ασφαλείας.
4. Να προστατεύει το περιβάλλον.
5. Να συντηρεί συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.
6. Να προωθεί πολιτικές που προσελκύουν τόσο εγχώριες όσο και διεθνείς επενδύσεις.
Εάν υποθέσουμε ότι τα παραπάνω είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, τότε προκύπτει άμεσα ο ρόλος των εμπλεκομένων. Οι επιχειρήσεις να αναλάβουν το ρόλο τους ως «καινοτόμοι» και, γιατί όχι, ως «άγγελοι» της αλλαγής και της απαίτησης διεθνούς ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Το κράτος ως «facilitator» του ρόλου των επιχειρήσεων, τηρώντας, όμως, τις βασικές αρχές της διατήρησης των όρων της ασφάλειας, τη περιβαλλοντικής ισορροπίας και των συνθηκών του διεθνούς ανταγωνισμού.

Ο τουρισμός

Ένα τελευταίο σχόλιο για τον τριτογενή τομέα παραγωγής, και ειδικά για τον τουρισμό, που συχνά χαρακτηρίζεται (λανθασμένα κατά τη γνώμη μου) ως η «βαριά βιομηχανία» της χώρας.
Ο τριτογενής τομέας (του τουρισμού συμπεριλαμβανομένου) δεν διαφέρει από τους δύο άλλους τομείς καθορισμού του ΑΕΠ. Απλώς στη χώρα μας έχουμε δώσει υπερβολική σημασία στον τουρισμό, αν και είναι γνωστό ότι η προστιθέμενη αξία του δεν είναι αντίστοιχη των προσδοκιών, ενώ πολλά εκφυλιστικά φαινόμενα (φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, παράνομη απασχόληση) εντοπίζονται στη δραστηριότητα του τουρισμού. Όμως και για τον τουρισμό ισχύουν όσα έχουν περιγραφεί για τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα και ακόμη παραπάνω. Για τον τουρισμό, για παράδειγμα, αλλά και γενικότερα για τον τριτογενή τομέα, ισχύει έτσι περαιτέρω η άποψη του Porter για τη δημιουργία των λεγόμενων «clusters»3. Κατά τον Porter, ένα cluster είναι μια κρίσιμη μάζα δραστηριοτήτων σε ένα σημείο, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα (και συνεπαγόμενες επιτυχίες).
Εάν πράγματι ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» της χώρας μας, τι πιο φυσιολογικό από το να αναπτύσσεται στη βάση των clusters; Ας δούμε, τελείως ενδεικτικά, τις δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό και τις συνέργειες που (μπορεί να) προκύπτουν από την αξιοποίησή τους.
Η τουριστική πολιτική στην Ελλάδα ασκείται από τον ΕΟΤ. Στον πυρήνα της τουριστικής δραστηριότητας είναι προφανώς τα ξενοδοχεία και οι τουρίστες, οι σχολές τουριστικών επαγγελμάτων και οι άμεσες δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό (πχ, πολιτιστικά μνημεία, μουσεία κ.α.).
Παράλληλα, όμως, υπάρχουν clusters: αγροτοδιατροφικά προϊόντα με την αντίστοιχη μεταποίηση, ακτοπλοΐα, εστιατόρια, ιατρικές υπηρεσίες, κ.α. που συνδέονται με τη «βαριά» βιομηχανία του τουρισμού.
Είναι επίσης σαφές, με την κοινή λογική, ότι καμία τουριστική «βιομηχανία» δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική για τη χώρα, χωρίς τη συνεργασία των άλλων clusters ή δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτήν. Αλλά ακόμα και εάν υπάρχει συνεργασία, αυτή δεν μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις, αν οι επιχειρήσεις που αποτελούν τα clusters δεν διακρίνονται επίσης για την υψηλή τους παραγωγικότητα και την ποιότητα των προϊόντων τους.
Στη σύντομη εμπειρία μου ως δήμαρχος ενός μικρού νησιού, προσπάθησα να προάγω την έννοια των clusters στην τοπική οικονομία. Γνωρίζω πως και άλλοι τοπικοί παράγοντες σε όλη τη χώρα κάνουν τέτοιες ενέργειες. Όμως, όλοι αποθαρρύνονται από τα χίλια μύρια προβλήματα που δυσκολεύουν τέτοιες παρεμβάσεις. Τα προβλήματα έχουν να κάνουν με χρόνια θεσμικά εμπόδια (άδειες, νομοθεσίες, διοικητικές ανεπάρκειες), όσο και με την κακώς εννοούμενη επιχειρηματικότητα και τοπικών μικρο-ανταγωνισμών. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, είναι να επιβραδύνεται η ανάπτυξη και να διατηρείται ένα πρότυπο μεγέθυνσης που δεν έχει μεγάλες διαφορές από αυτό που ίσχυε 20-30 χρόνια πριν. Ένα πρότυπο, όμως, που σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον δεν έχει πολλά περιθώρια εξέλιξης.
Μια τελευταία παρατήρηση για το ρόλο του δημόσιου τομέα. Εξυπακούεται ότι όταν ο ιδιωτικός δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις και τις υποχρεώσεις του, το φυσικό υποκατάστατο είναι να παραχωρήσει τη θέση του στο δημόσιο τομέα. Οι δημόσιες επενδύσεις στο χώρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιούνται, ούτε να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντίθετα πρέπει να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται ταχύτατα εκεί όπου ο ιδιωτικός (για τους δικούς του όχι πάντοτε κατανοητούς λόγους) δεν ανταποκρίνεται. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά.
Τέλος, πολλοί αναρωτιούνται εάν η Ελλάδα υπό το καθεστώς της επιτροπείας και των μνημονίων έχει τη δυνατότητα να σχεδιάσει μια αναπτυξιακή πολιτική, ανάλογη με αυτή που υπαινίσσομαι παραπάνω. Η εκτίμησή μου είναι ότι κανένας θεσμός δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί ή να μηδενίσει ένα σχέδιο, που μοναδικός του στόχος θα είναι η ανάταξη της ελληνικής οικονομίας και η επιστροφή της σε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης με τα αντίστοιχα αντισταθμιστικά οφέλη για τις ομάδες του πληθυσμού που έχουν υποστεί το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης.

*Πρόεδρος ΤΧΣ.

Σημειώσεις:
1. Michael E. Porter, “The Competitive Advantage of Nations” HBR, March – April 1990
2. Με εξαιρέσεις βεβαίως. Για παράδειγμα, δείτε τη συνέντευξη του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, Προέδρου της Chipita στις 30.6.2017 στην Α. Παρετζόγλου, Bramd Manager Fortune.
3. Tα clusters ισχύουν βεβαίως και για τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Δείτε το άρθρο του M. Porter, Clusters and the New Economics of Competition στο Harvard Business Review, Nov-Dec 1998
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet